Tag Archives: wobblies

The Preacher and the Wage

O Arthur Boose ηγετικό στέλεχος της IWW μιλάει στο πλήθος στην άκρη του δρόμου.

O Arthur Boose ηγετικό στέλεχος της IWW μιλάει στο πλήθος στην άκρη του δρόμου.

Το The Preacher And The Slave είναι ίσως το πιο γνωστό τραγούδι του Joe Hill μένοντας ζωντανό σε πολλές γενιές πολιτικοποιημένων καλλιτεχνών… Από τον Pete Seeger στην Joan Baez, και απο τον Utah Phillips στους Mischief Brew… Και συνεχίζει εδώ και έναν αιώνα να παραμένει επίκαιρο.

Ας πάμε όμως λίγο πίσω στο χρόνο.

Ο Στρατός της Σωτηρίας (Salvation Army) είναι μία από τις πιο παλιές φιλανθρωπικές-θρησκευτικές οργανώσεις του πλανήτη. Ιδρύθηκε το 1865 στην Αγγλία, έχει στρατιωτική δομή και ο στόχος της είναι να κάνει φιλανθρωπίες στους φτωχούς. Σήμερα έχει παραρτήματα σε 125 χώρες και αρκετές χιλιάδες εργαζόμενους και μέλη. Για τον Στρατό της Σωτηρίας ήταν συνηθισμένη πρακτική να στέκεται στην άκρη του δρόμου ή σε κάποια πλατεία και η μπάντα να παίζει ύμνους πριν και μετά από τα κηρύγματα και έτσι να μαζεύει δωρεές. Κάνοντας φυσικά και την ανάλογη θρησκευτική προπαγάνδα… (Εδώ ένα βίντεο του Στρατού της Σωτηρίας από το 1956 στην California.)

Ο δημόσιος χώρος όμως εκτός από χώρος κυκλοφορίας ανθρώπων και εμπορευμάτων είναι και πεδίο αντιφάσεων αλλά φυσικά και αναγκαστικά και πεδίο συγκρούσεων έτσι και αλλιώς. Η IWW φυσικά και αυτονόητα προπαγάνδιζε το λόγο της και στη δημόσια σφαίρα, στους δρόμους και τις πλατείες. Ένα δικαίωμα και ένας χώρος που τον διεκδίκησε και τον κέρδισε παρόλη την άγρια καταστολή που δέχτηκε και η οποία πυροδότησε τους αγώνες για την ελευθερία του λόγου. (Θα αναφερθώ σε αυτούς ελπίζω στο μέλλον.) Ωστόσο, πριν από την αστυνομική καταστολή οι wobblies στο San Pedro της California αντιμετώπιζαν ένα άλλο πρόβλημα: τον Στρατό της Σωτηρίας, ο οποίος όπως είπαμε είχε ολόκληρες ορχήστρες που παίζανε ύμνους και τραγούδια. Αυτή η κατάσταση είχε σαν αποτέλεσμα οι ομιλητές της IWW να μην ακούγονται… χώρια βέβαια το γεγονός της θρησκευτικής προπαγάνδας που τους έβρισκε σχεδόν εκ θέσεως αντίθετους.

Πάνω σε αυτό το πολιτικό και πρακτικό πρόβλημα ο Joe Hill και οι σύντροφοι του μηχανεύονται το εξής: σκαρώνουν ένα τραγούδι πάνω στη μελωδία που έπαιζε η ορχήστρα του Στρατού της Σωτηρίας (και η οποία ειναι ο ύμνος In the Sweet By-And-By) και με αυτόν τον τρόπο χρησιμοποιούν τη μουσική των απέναντι και για να περάσουν το δικό τους μήνυμα αλλά και για να πραγματοποιήσουν τις ομιλίες τους.

Εκεί λοιπόν γύρω στα 1910 στους δρόμους του San Pedro όπου ζούσε και ήταν δραστήριος o Joe Hill, μαζί με τους συντρόφους και συντρόφισσες του στέκεται στο απέναντι πεζοδρόμιο από την ορχήστρα του Στρατού της Σωτηρίας και τραγουδάνε όλοι μαζί:

Παπάδες με μακριά μαλλιά βγαίνουν κάθε βράδυ
για να σου πουν τι είναι λάθος και τι σωστό
αλλά όταν τους ρωτάς τι θα φας
σου απαντάνε με γλυκές φωνές

Ρεφρέν

Θα φας αργότερα*
Σε αυτή την ένδοξη χώρα στον ουρανό
δουλειά και προσευχή, ζήσε με σανό
θα φας την πίτα στον ουρανό όταν πεθάνεις.

Ο στρατός της πείνας (λογοπαίγνιο Starvation army στα αγγλικά) παίζει
τραγουδούν, χειροκροτούν και προσεύχονται
μέχρι να σου πάρουν όλα τα λεφτά στην τσέπη τους
και όταν μείνεις άφραγκος θα σου πουν:

Τσαρλατάνοι και γελωτοποιοί
ουρλιάζουν πηδάνε και κραυγάζουν
δώσε τα λεφτά σου στον Ιησού σου λένε
και θα γιατρέψει όλες τις αρρώστιες σήμερα

Αν παλεύεις σκληρά για τα παιδιά και τη γυναίκα σου
προσπαθώντας για κάτι καλό σε αυτή τη ζωή
είσαι αμαρτωλός και κακός άνθρωπος
και όταν πεθάνεις σίγουρα θα πας στην κόλαση.

Εργάτες όλου του κόσμου ενωθείτε
και πολεμήστε πλάι πλάι για την ελευθερία
και όταν κερδίσουμε τον κόσμο και τον πλούτο του
θα τραγουδήσουμε στους ύπουλους κερδοσκόπους αυτό το ρεφρέν

(Τελευταίο ρεφρέν)

Θα φας αργότερα
όταν μάθεις να ψήνεις και να τηγανίζεις
κόψε κάνα ξύλο καλό θα σου κάνει
και θα φας κάποια στιγμή στο γλυκό μέλλον.

* εδώ γίνεται λογοπαίγνιο. Βy-and-by που είναι στο πρωτότυπο θα πει σύντομα στο μέλλον, οσονούπω αλλά ο Hill το γράφει bye-and-bye το οποίο παίζει με το αντίο και που θα μπορούσε να αποδοθεί με φράσεις που μεταφέρουν κάτι σε ένα απίθανο μέλλον… Κάπως έτσι τέλος πάντων και με κάθε επιφύλαξη.

Το τραγούδι καταρχήν έρχεται να συναντηθεί, όπως πολύ εύκολα καταλαβαίνει κανείς, με την μεγάλη αντικληρική παράδοση των επαναστατικών κινημάτων. Αλλά αυτό είναι μόνο το πρώτο επίπεδο. Άλλωστε εδώ εξετάζουμε πολύ περισσότερο το τραγούδι σαν κίνηση, σαν διαδικασία, σαν χειρονομία παρά σαν καλλιτεχνικό δημιούργημα. Σχεδόν αναγκαστικά θα πρέπει να αναφερθούμε και πάλι στους καταστασιακούς και να προσπαθήσουμε να φανταστούμε τη στιγμή που ξεκινά η μπάντα του Στρατού της Σωτηρίας να παίζει ενώ την ίδια στιγμή οι wobblies πιάνουν το τραγούδι σαν δημιουργία μιας κατάστασης (με τους όρους της Καταστασιακής Διεθνούς η λέξη). Αλήθεια άραγε τι συναισθήματα γέννησε αυτή η κατάσταση στα δύο αντίπαλα στρατόπεδα; Σίγουρα αφάνταστη χαρά στους wobblies που οι γκαρίδες τους επιτέλους ακούγονταν πάνω από τους θρησκευτικούς ύμνους. Και προφανώς αμηχανία και ίσως οργή στους στρατιώτες της Σωτηρίας. Το μεγάλο όμως ζητούμενο είναι τι προκάλεσε σε αυτούς που άκουγαν εκείνη τη στιγμή το Στρατό της Σωτηρίας να παίζει και τους wobblies να τραγουδάνε. Αυτό δε θα το μάθουμε ίσως ποτέ. Και εκεί είναι το ενδιαφέρον και εκεί το ζητούμενο.

Το The Preacher and the Slave είναι η επιτομή της προλεταριακής εφευρετικότητας, ταλέντου, ευφυίας και ταξικού μίσους. Μέσα σε μια δυσχερή αντικειμενική συνθήκη επινοεί όχι μόνο έναν άλλο τρόπο να μιλήσει αλλά και έναν νέο τρόπο να μιλήσει. Νέο τρόπο και στο περιεχόμενο του και στη μορφή του. Ακόμα πιο πέρα χρησιμοποιεί το εμπόδιο που της μπαίνει ως εργαλείο. Το χρησιμοποιεί και κερδίζει με συντριπτικά κατάγματα την αντίπαλη φωνή. Και αυτή η χρήση δεν είναι απλά χρηστική, όπως ας πούμε θα πάρεις το όπλο από έναν μπάτσο και θα του το κοπανήσεις στην κεφαλή. Είναι απαλλοτρίωση. Η μουσική γίνεται μέσο αναπαραγωγής του λόγου μας που απαλλοτριώνεται. Δική μας για να την δουλεύουμε και να μας ανήκει. Δε θα το ανοίξω άλλο το θέμα προς το παρόν όπτε σταματάω εδώ.

Δεν μπορώ να αποφύγω μία αναγωγή στο σήμερα. Ας πούμε δε θα ήταν πολύ χρήσιμη μια παρωδία του εθνικού μας ύμνου; Δε θα είχε και πολύ ενδιαφέρον να γράφαμε άλλους στίχους για το “Περνάει ο στρατός της Ελλάδας φρουρός;” Δε θα διασκεδάζαμε και λίγο αν λεηλατούσαμε και σε αυτό το πεδίο τα ιερά τους λάβαρα;

Κλείνουμε με μια αφιέρωση. Είναι οι Mischief Brew στο Preacher and the Slave και είναι αφιερωμένο εξαιρετικά στο Στρατό της Σωτηρίας της χώρας.

Advertisements

Ο πολεμικός ύμνος του συνδικαλισμού

Στις δύο προηγούμενες αναρτήσεις, έπιασα 2 τραγούδια και τα “εξιστόρησα” σαν ένα πεδίο διαλεκτικού γίγνεσθαι. Ή τέλος πάντων αυτό προσπάθησα να κάνω… Να δείξω δηλαδή τις μελωδίες ως το πεδίο το οποίο λάμβανε χώρα η σύγκρουση και τα λόγια ως τους στρατιώτες οι οποίοι διεξήγαγαν τη σύγκρουση. Στο πρώτο μας τραγούδι το κέντρο ήταν ο αντιαποικιοκρατικός αγώνας των αμερικάνων και ο αντιαποικιοκρατικός αγώνας κατά των αμερικάνων. Στο δεύτερο κινηθήκαμε στον πυρήνα της πιο κεντρικής αντίφασης της εργατικής τάξης: αυτήν της μισθωτής σχέσης, και του πως ένα τραγούδι που εξυμνεί έναν καλό εργάτη μετατρέπεται σε ένα τραγούδι ενάντια στους καλούς εργάτες. Στο τρίτο τραγούδι που θα πιάσουμε εδώ θα φέρουμε στο φως την καθαρή ταξική πάλη εντός ενός τραγουδιού. Και του πως η ίδια μελωδία ταξιδεύει μέσα στις δεκαετίες για να οπλίσει διαφορετικά στόματα κάθε φορά.

Θα αρχίσουμε από το σημείο που αρχίζει κάθε κοινωνική δημιουργία. Το σημείο αυτό είναι πάντα η στιγμή που πολλοί άνθρωποι αποφασίζουν να κάνουν από κοινού κάτι. Σε αυτή την ιστορία αυτή η στιγμή είναι τα camp meetings. Το πιο κοντινό πράγμα που έχουμε εμείς εδώ στα camp meetings είναι μάλλον τα πανηγύρια. Τα camp meetings ήταν μαζέματα, συγκεντρώσεις ως επί το πλείστον θρησκευτικού περιεχομένου των αποίκων. Το περιεχόμενο τους ήταν επίσης ως επί το πλείστον κυρήγματα ιερέων και ομαδικά θρησκευτικά τραγούδια. Αλλά προφανώς υποθέτουμε ότι είχαν ένα ευρύτερο νόημα κοινωνικότητας. Αυτα τα camp meetings διοργανώνονταν από Βαπτιστές, Μεθοδιστές και λοιπά προτεσταντικά δόγματα προκειμένου να προσηλυτίσουν νέο κόσμο. Γενικώς από τα τέλη του 18ου αιώνα μέχρι και τα μέσα του 19ου ήταν πολύ διαδεδομένα σαν κοινωνική πρακτική και πολύ αποτελεσματικά μιας και χιλιάδες προσηλυτίζονταν στα διάφορα αυτά χριστιανικά δόγματα. Μια παρένθεση εδώ: ας μην ξεχνάμε ότι ακόμα εκείνη την περίοδο πολλά από τα δόγματα αυτά ευαγγελίζονταν και κοινωνικές αλλαγές σαν καθυστερημένη ίσως ηχώ των διάφορων δογμάτων που είχαν αναπτυχθεί δεκαετίες πριν στην γηραιά Ευρώπη.

Ο John Brown (1800-1859) αποτελεί μια πολύ ενδιαφέρουσα φιγούρα. Αποτέλεσε τον πρώτο υπέρμαχο της κατάργησης της δουλείας που καλούσε σε ένοπλη εξέγερση των σκλάβων. Η ιστορία του είναι αρκετά ενδιαφέρουσα σε κάθε περίπτωση. Από πολύ νεαρός ήταν ενεργός στο κίνημα για την κατάργηση της δουλείας και ενεργό μέλος του Underground Railway ενός δικτύου νομικής, υλικής, οικονομικής και τεχνικής υποστήριξης νέγρων φυγάδων από το Νότο. Η πιο σημαντική στιγμή του είναι η επιδρομή στο Harper’s Ferry της Δυτικής Virginia. Έχοντας συγκεντρώσει πριν μια ομάδα 19 μόλις ατόμων επιτέθηκε στο οπλοστάσιο της πόλης με σκοπό να πάρει τα όπλα που φυλασσόταν εκεί και να ξεκινήσει μια πορεία στις πολιτείες του Νότου απελευθερώνοντας και εξοπλίζοντας κατά τη διαδρομή τους σκλάβους. Κατέλαβε εύκολα το οπλοστάσιο μιας και το φύλαγε ένας και μόνο άντρας αλλά στη συνέχεια περικυκλώθηκε από πεζοναύτες και συνελήφθη. Στη συνέχεια δικάστηκε για προδοσία, καταδικάστηκε και τελικά κρεμάστηκε στις 2 Δεκεμβρίου του 1859. Η ηρωική του έφοδος και το τολμηρό του σχέδιο ενέπνευσε τους υπέρμαχους για την κατάργηση της δουλείας. Και αποτέλεσε τον προπομπό του αμερικάνικου εμφυλίου.

Τον Απρίλη του 1861 ξεκίνησε ο Αμερικάνικος Εμφύλιος Πόλεμος όταν εφτά πολιτείες του Νότου αποφάσισαν να αποσχιστούν από τις ΕΠΑ. Μετά από κάποιες συρράξεις στα σύνορα των αποσχισθέντων πολιτειών που οδήγησαν στην κατάληψη εδαφών της Ένωσης (των υπολοίπων πολιτειών των ΕΠΑ δηλ.) ο Λίνκολν κάλεσε εθελοντές να ανακαταλάβουν αυτά τα εδάφη και ουσιαστικά κύρηξε τον πόλεμο στην Συνομοσπονδία (οι πολιτείες του Νότου που αποσχίστηκαν). Αμέσως μετά άλλες τέσσερεις πολιτείες προσχωρούν στην Συνομοσπονδία ανεβάζοντας τον αριθμό τους στις έντεκα συνολικά πολιτείες.

Ένα μήνα αφού είχε ξεκινήσει ο εμφύλιος, σε κάποιο στρατόπεδο της Ένωσης ακούγεται το τραγούδι John Brown’s Body… Βασίστηκε σε μια μελωδία από έναν ύμνο των meeting camps το Say, Brothers, Will You Meet Us? το οποίο τυπώθηκε το 1858 (ή το 1856) και αποτελούσε εκείνη την περιόδο ένα από το πιο διαδεδομένα τραγούδια. Αρχικά το τραγούδι είναι συλλογική σύνθεση ενός συντάγματος στρατιωτών της Ένωσης και οι στίχοι του είναι αρκετά απλοί.

“Το σώμα του John Brown σαπίζει στον τάφο του
αλλά η ψυχή του συνεχίζει να μας οδηγεί”

Το τραγούδι γίνεται εξαιρετικά δημοφιλές στις τάξεις των στρατιωτών της Ένωσης και σύντομα εμφανίζονται στιχουργικά πιο λογοτεχνικές και πιο πολιτικές εκδοχές του. Όπως συνηθίζεται σε τέτοιου τύπου τραγούδια υπήρξαν αρκετές διαφορετικές εκδοχές. Ωστόσο ας κρατήσουμε σε πρώτη φάση ότι το τραγούδι στιχουργικά ήταν εμπρηστικό: Υπερασπιζόταν το πνεύμα του John Brown, της ένοπλης εξέγερσης των μαύρων, της απελευθέρωσης τους και της ισότητας. Και με αυτή τη σημασία διατηρήθηκε στις δεκαετίες που πέρασαν ως ένα τραγούδι υπέρ των δικαιωμάτων των μαύρων και των αγώνων τους για την ελευθερία κυρίως όμως από λευκούς συνοδοιπόρους τους.

Ας το ακούσουμε αρχικά από τον Pete Seeger στη μορφή που έχει φτάσει ως τις μέρες μας…

Μερικούς μήνες αργότερα η Julia Ward Howe ακούει το John Brown’s Body αλλά μάλλον δεν ήταν αρκετά θρησκευτικό για τα γούστα της. Και ίσως οι ακρότητες του John Brown να μην ήταν και πολύ αρεστές σε αυτήν. Έτσι ουσιαστικά παίρνει ένα κοινωνικοπολιτικό τραγούδι και το μετατρέπει σε μια θρησκευτική αλληγορία επί του πολέμου… Η αλήθεια του κυρίου είναι μαζί μας και το σπαθί της δικαιοσύνης του θα λάμψει και κάτι τέτοια. Λιγότερο πολιτικό και προφανώς με ακροατήριο και τις δύο μεριές του πολέμου μιας και η αλήθεια του Κυρίου μπορεί να ξεχειλωθεί πιο εύκολα από την αλήθεια του John Brown. Αυτό το τραγούδι έμεινε γνωστό ως τις μέρες μας σαν Battle Hymn Of The Republic.

Εδώ το ακούμε (στην πιο ανεκτή εκτέλεση που βρήκαμε) από τον Johnny Cash.

Ας αφήσουμε πίσω μας όλα αυτά. Ας αλλάξουμε αιώνα, ας αλλάξουμε ιστορικές συνθήκες και ας πάμε στους αγαπημένους μας wobblies.

O Ralph Chaplin (1887-1961) αποτελεί μια αρκετά ιδιάζουσα περίπτωση ανάμεσα στους wobblies. Συνδικαλιστής, οργανωτής απεργιών, εκδότης, δημοσιογράφος, ποιητής και σκιτσογράφος. Είναι υπεύθυνος ανάμεσα στα άλλα και για την σχεδίαση της θρυλικής μαύρης γάτας, ως σύμβολο των wildcat strikes, των άγριων απεργιών δηλαδή. Μετά την απελευθέρωση των ηγετικών μελών της IWW το 1919 (που είχαν συλληφθεί εξαιτίας της ενεργούς στάσης της οργάνωσης κατά του Α’ Παγκοσμίου Πολέμου) αρνήθηκε να ακολουθήσει τον Big Bill Haywood και άλλους wobblies στην ΕΣΣΔ και παρέμεινε στις ΕΠΑ και ενεργός πια μόνο στον συνδικαλισμό. Τη δεκαετία του ’30 απογοητευμένος από την εξέλιξη της Οκτωβριανής Επανάστασης ασχολήθηκε με το να προσπαθεί να αναχαιτίσει την κομμουνιστική επιρροή στα συνδικάτα. Προς το τέλος της ζωής του βαφτίστηκε ρωμαιοκαθολικός και ήταν ενεργός στο κίνημα για τα δικαιώματα των ιθαγενών Ινδιάνων. Πόσες πια αντιφάσεις σε έναν άνθρωπο;

Το 1915 ολοκληρώνει το πιο δημοφιλές ανάμεσα στο συνδικαλιστικό κίνημα Solidarity Forever. Το οποίο είναι το εξής:

(Εδώ από τον Utah Phillips).

Όταν η ιδέα του συνδικάτου θα είναι στο αίμα των εργατών
δε θα υπάρχει μεγαλύτερη δύναμη πουθενά κάτω από τον ήλιο
ωστόσο ποια δύναμη στη γη είναι πιο ανίσχυρη από την λειψή δύναμη του ενός
αλλά το σωματείο μας κάνει δυνατούς.

Πάντοτε αλληλεγγύη
επειδή το συνδικάτο μας κάνει δυνατούς

Υπάρχει κάτι κοινό με τα αχόρταγα παράσιτα
που θα μας καθυποτάξουν στην δουλοπαροικία και θα μας συντρίψουν με τη δύναμη τους;
Έχει μείνει τίποτα άλλο από το να οργανωθούμε και παλέψουμε;
Επειδή το συνδικάτο είναι που μας κάνει δυνατούς

Είμαστε εμείς που οργώνουμε τα λιβάδια, που φτιάχνουμε τις πόλεις που εμπορεύονται
σκάβουμε στα ορυχεία, χτίζουμε τα εργοστάσια και τους ατέλειωτους σιδηροδρόμους
Και τώρα στεκόμαστε απόβλητοι και πεινασμένοι ανάμεσα στα θαύματα που έχουμε φτιάξει.
Αλλά το σωματείο μας κάνει δυνατούς.

Όλος ο κόσμος που ανήκει στους τεμπέληδες κηφήνες είναι δικός μας και μόνο.
Έχουμε χτίσει τα βαθιά θεμέλια μέχρι τον ουρανό πέτρα πέτρα,
είναι δικά μας όχι για να τους είμαστε σκλάβοι αλλά για να τα δουλεύουμε και να μας ανήκουν,
καθώς το σωματείο μας κάνει δυνατούς.

Έχουνε πάρει αμύθητα πλούτη που δεν ίδρωσαν να τα αποκτήσουν,
αλλά χωρίς το μυαλό και τα χέρια μας ούτε μία ρόδα δε γυρνάει
μπορούμε να τσακίσουμε την αλαζονική τους δύναμη, και να κερδίσουμε την ελευθερία μας όταν μάθουμε
ότι το συνδικάτο μας κάνει δυνατούς

Στα χέρια μας υπάρχει μια δύναμη μεγαλύτερη από τα κρυμμένα τους χρυσάφια
μεγαλύτερη από τη δύναμη των στρατών μεγενθυμένη χίλιες φορές
μπορούμε να δημιουργήσουμε έναν καινούριο κόσμο στις στάχτες του καινούριου
επειδή το σωματείο μας κάνει δυνατούς.

Αυτό το τραγούδι παρόλο που ήταν γραμμένο ως τραγούδι της IWW πολύ γρήγορα γίνεται δημοφιλές σε όλο το συνδικαλιστικό κίνημα και στις ΕΠΑ και στον Καναδά αλλά και στην Αυστραλία, σε σημείο που και ο ίδιος ο Chaplin να ενοχλείται από αυτό το γεγονός λέγοντας ότι το τραγούδι δεν το έγραψε για να το τραγουδάνε κουστουμαρισμένοι συνδικαλιστές και ότι δεν αποτελεί καμιά πρόοδο ο συνδικαλισμός από σκοπός να μετατρέπεται σε επάγγελμα. Γενικώς, πάντως το τραγούδι συνηθίζεται να τραγουδιέται χωρίς την δεύτερη και τέταρτη στροφή (που είναι και οι πιο ριζοσπαστικές -το ίδιο έχει πάθει και το This land is your land του Woody Guthrie).

Εν κατακλείδι, εγώ εδώ θέλω να σταθώ για άλλη μια φορά στο ίδιο το τραγούδι το οποίο και είναι ένα σχεδόν έμμετρο το καταστατικό της IWW, τοποθετημένο πάνω σε ένα εξαιρετικά δημοφιλές πατριωτικό πια τραγούδι.

Η μουσική, τα τραγούδια και οι στίχοι είναι και θα είναι πάντα και αυτά πεδίο του ταξικού και κοινωνικού ανταγωνισμού.

Σημείωση: Όλοι οι σύνδεσμοι είναι από τη wikipedia για λόγους ευκολίας.

Casey Jones – Μια ιστορία απεργοσπασίας

Υπάρχει μια πολύ βασική παράδοση στην λαϊκή μουσική γενικότερα αλλά και στη folk ειδικότερα. Η παράδοση αυτή συνίσταται στο ότι για πολλά χρόνια γράφονταν τραγούδια που τα “φορούσαν” πάνω σε προϋπάρχουσες μελωδίες. Στα χρόνια πριν την εφεύρεση του γραμμοφώνου ο μόνος τρόπος κυκλοφορίας των λαϊκών τραγουδιών ήταν η προφορική τους διάδοση και η τυπογραφία. Τα καινούρια τραγούδια ήταν τυπωμένοι στίχοι με μια σημείωση αναφορικά με το πάνω σε ποια γνωστή μελωδία τραγουδιέται. Ως εκ τούτου δε λείπουν οι περιπτώσεις να υπάρχουν πάμπολλες εκτελέσεις και εκδοχές κάθε τραγουδιού. Σε πολλές περιπτώσεις χάνεσαι σε ένα, όμορφο είναι αλήθεια, μουσικό λαβύρινθο του τι υπήρχε πρώτα, τι ακολούθησε μετά και στο ποια τελικά εκδοχή έχει επικρατήσει, αλλά αφού διαμορφώσεις λίγο αυτή τη διαδρομή φτιάχνονται μερικές όμορφες ιστορίες. Ιστορίες ταξιδιών ανθρώπων και μελωδιών, στίχων και νοημάτων, αναγκών και επιθυμιών, διαμαρτυρίας και ονείρων. Η αλήθεια είναι ότι έχω αποκτήσει τη συνήθεια να προσπαθώ να ανασυνθέτω αυτές τις ιστορίες. Αυτή η καταγραφή έχει γίνει μια συνήθεια την οποία θα μοιραστώ και εδώ και η οποία προσπάθεια κατά κάποιο τρόπο θα αποτελεί μια ενότητα από μόνη της, μέσα σε αυτό το ιστολόγιο.

Θα ξεκινήσουμε αυτό το ταξίδι με το «Casey Jones.» Ο Casey Jones αποτελεί στις ΕΠΑ μια από τις θρυλικές φιγούρες της λαϊκής κουλτούρας (που μαζί με τον John Henry είναι η κατεξοχήν εργατικές φιγούρες). Ο μύθος του βασίζεται σε πραγματικά γεγονότα αλλά γρήγορα τραγουδήθηκε, εξωραΐστηκε και κυκλοφόρησε. Αλλά ας ξεκινήσουμε από την αρχή.

Ο Casey Jones ήταν ένας μηχανικός τραίνων από το Jackson του Mississipi γεννημένος το 1863. Οι μαρτυρίες αναφέρουν ότι ήταν εξαιρετικός στη δουλειά του όπου μαζί με τον μαύρο βοηθό του Wallace Saunders είχαν φτιάξει ένα αμίμητο δίδυμο για τους κύκλους των μηχανικών τραίνων. Υποτίθεται ότι o Casey Jones ήταν τόσο ακριβής στις ώρες αναχώρησης και άφιξης των τραίνων που οι υπόλοιποι συντόνιζαν την ώρα τους με σημείο αναφοράς αυτόν.

Στις 29 Απριλίου του 1900, αναλαμβάνει να πραγματοποιήσει το δρομολόγιο από το Canton στο Memphis, το οποίο όμως θα φύγει με μιάμιση ώρα καθυστέρηση. Έτσι προσπαθεί να φτάσει στον προορισμό του στις 4 τα ξημερώματα έχοντας ξεκινήσει στις 12.50 από τις 11:15 που ήταν κανονική αναχώρηση. Σε όλο το δρομολόγιο τα κατάφερνε αρκετά καλά. Αλλά σε ένα σταθμό μετά από λάθος συνεννόηση ήταν παρκαρισμένη μία άλλη αμαξοστοιχία πάνω στη γραμμή που ήταν το τραίνο του Jones. Όταν το πήρε χαμπάρι το τραίνο του πήγαινε με 120 χλμ. την ώρα και απείχε μόλις 100 με 150 μέτρα από το σημείο της σύγκρουσης. Αντί να πηδήξει, παρέμεινε στη μηχανή και προσπάθησε να σταματήσει το τραίνο, τη στιγμή της σύγκρουσης είχε καταφέρει να κατεβάσει την ταχύτητα στο μισό. Ήταν ο μόνος που σκοτώθηκε από την σύγκρουση. O Wallace Saunders, ο βοηθός του, μετά το ατύχημα θα κάτσει και θα γράψει ένα τραγούδι βασισμένο στο δημοφιλές εκείνη την εποχή Jimmy Jones, που εξιστορεί την ηρωική του προσπάθεια να σώσει τους επιβάτες και να αποφύγει τη σύγκρουση, και σύντομα θα γίνει εξαιρετικά δημοφιλές. Αρχικά, o Saunders το τραγούδαγε γύρω γύρω στην περιοχή που ζούσε για να τιμήσει τον συνάδελφο του. Σύντομα όμως, το τραγούδι άρχισε να κυκλοφορεί κατά μήκος της σιδηροδρομικής γραμμής που συνδέει το Chicago με την New Orleans. Εκεί ένας άλλος μηχανικός, ο William Leighton το πήρε και το έδωσε στους αδερφούς του Frank και Bert οι οποίοι ήταν καλλιτέχνες του vaudeville οι οποίοι και άρχιζαν να το παίζουν στις παραστάσεις τους. Όμως ούτε ο Saunders, ούτε οι αδερφοί Leighton θα κατοχυρώσουν τα πνευματικά δικαιώματα και έτσι δεν ξέρουμε με ακρίβεια πως ήταν η αρχική εκδοχή ακριβώς. Ο Saunders υποτίθεται ότι πληρώθηκε με ένα μπουκάλι τζιν για να παραχωρήσει το τραγούδι. Τελικά άλλοι καλλιτέχνες του vaudeville ο T. Lawrence Seibert και ο Eddie Newton θα κατοχυρώσουν τα πνευματικά δικαιώματα για το τραγούδι το 1909 με τίτλο «Casey Jones, The Brave Engineer». Το οποίο προωθούταν ως το μοναδικό κωμικό τραγούδι για τους σιδηροδρόμους. Έτσι θα χτιστεί ο λαϊκός μύθος του Casey Jones.

Παρακάτω ακολουθούν οι στίχοι του τραγουδιού όπως αυτό έχει καθιερωθεί μέχρι σήμερα.

Ελάτε όλοι από τριγύρω αν θέλετε να ακούσετε την ιστορία ενός γενναίου μηχανικού
Casey Jones ήταν το όνομα του και σε ένα δρομολόγιο με τραίνο κέρδισε τη φήμη του
Τον κάλεσαν στις τέσσερις και μισή και αφού φίλησε τη γυναίκα του στην πόρτα του σταθμού

Σκαρφάλωσε στην καμπίνα με τις οδηγίες στα χέρια του
Και είπε αυτό είναι το ταξίδι μου για τη γη της επαγγελίας
O Casey Jones σκαρφάλωσε στην καμπίνα του, ο Casey Jones με τις οδηγίες στα χέρια του
Ο Casey Jones κοιτάει έξω από το παράθυρο του καθώς πάει ταξίδι στη γη της Επαγγελίας

Μέσα από το Νότιο Memphis η βροχή έπεφτε δυνατά και το νερό ήταν ψηλά
Όλοι όμως γνώριζαν από το μουγκρητό της μηχανής ότι την οδηγούσε ο Casey Jones
Λοιπόν ο Jones είπε στο θερμαστή, ”Μη στεναχωριέσαι Sam Webb δε θα τα παρατήσουμε ακόμα
Είμαστε με 8 ώρες καθυστέρηση και ταχυδρομείο για το Νότο
Θα είμαστε στην ώρα μας ή αλλιώς να τα παρατήσουμε τελείως.”

Νεκρό στις γραμμές ήταν το επιβατηγό τραίνο και το αίμα έβραζε στο κεφάλι του Casey
O Casey φώναξε “Κοίτα μπροστά και πήδηξε έξω Sam αλλιώς θα είμαστε όλοι νεκροί”
Με το ένα χέρι στην σφυρίχτρα και το άλλο στο φρένο ξύπνησε όλο το βόρειο Mississipi
Και το στέλεχος της σιδηροδρομικής εταιρείας είπε “Είναι καλός μηχανικός για να πεθάνει”
Πονοκέφαλος και μαράζι και κάθε είδος πόνου είναι μέρος του σιδηροδρόμου
Ιδρώτας και κόπος το καλό και το σπουδαίο είναι μέρος της ζωής του σιδηροδρομικού

Έτσι ο Casey Jones γίνεται ταυτόχρονα το σύμβολο του συνεπούς, αποδοτικού και όλο αυτοθυσία για το καλό της δουλειάς εργαζόμενου αλλά μέσα σε αυτό ο εμπεριέχεται και ένας συμβολισμός της πάλης του ανθρώπου με τη μηχανή και το χρόνο από την οποία όμως βγαίνει ηττημένος.

Το 1911 θα ξεσπάσει μια πανεθνική απεργία 40.000 σιδηροδρομικών. Ο Joe Hill προκειμένου να την υποστηρίξει θα εμπνευστεί απο το “Casey Jones” και θα γράψει το “Casey Jones, The Union Scab”, το οποίο και θα τυπωθεί στην έκδοση του 1912 του Little Red Songbook. Φαινομενικά δεν κάνει ούτε κάτι σπουδαίο, ούτε κάτι πρωτότυπο, αν το δούμε με μουσικούς, καλλιτεχνικούς ή στο πλαίσιο της μουσικής λαϊκής παράδοσης των ΕΠΑ. Αν όμως δούμε το θέμα με ιστορικούς και πολιτικούς όρους μιλάμε πρακτικά για την δημιουργία ενός νέου πεδίου προπαγάνδας, μιλάμε για την επέκταση της κοινωνικοπολιτικής αλλαγής που ευαγγελίζονται τα επαναστατικά υποκείμενα σε νέα πεδία. Μιλάμε για την κοινωνικοιστορική εκείνη τομή που η εργατική τάξη χτίζει το νέο κόσμο μέσα στο κέλυφος του παλιού και στον τομέα της κουλτούρας.

Μισόν αιώνα αργότερα οι καταστασιακοί μέσα στα πλαίσια του καλλιτεχνικού τους πειραματισμού, θα επινοήσουν την μεταστροφή (détournement) ως ένα μέσο για την δημιουργία ανώτερων μορφών βιώματος από αυτές που παράγει η καπιταλιστική συνθήκη. Δε θα ήθελα να υπερβάλλω αλλά μισόν αιώνα πριν, ο Joe Hill και οι wobblies κάνανε ακριβώς αυτό το πράγμα όχι όμως με όρους καλλιτεχνικής πρωτοπορίας αλλά με όρους λαϊκού τραγουδιού και πολιτικής προπαγάνδας. Ας πάμε όμως στο τραγούδι.

Οι εργάτες της S.P. (Southern Pacific) κάλεσαν σε απεργία
Αλλά ο Casey Jones ο μηχανικός δεν θα απεργήσει καθόλου,
Ο βραστήρας είχε διαρροή και το τιμόνι τα χε φτύσει,
η μηχανή του και τα ρουλεμάν
τα χαν παίξει τελείως.

(Chorus)
Ο Casey Jones έκανε τη σακαράκα του να κινείται,
O Casey Jones δούλευε υπερωρίες
Ο Casey Jones πήρε ένα ξύλινο μετάλλιο
επειδή ήταν καλός και πιστός στην Southern Pasific

Οι εργάτες είπαν στον Casey “Γιατί δε μας βοηθάς με την απεργία;”
Αλλά ο Casey είπε “Παρατήστε με και αδειάστε μου τη γωνιά”
Και τότε η ζαλισμένη μηχανή του Casey εκτροχιάστηκε απο το χαλασμένες ράγες
Και ο Casey έπεσε στο ποτάμι με έναν απαίσιο θόρυβο.

(Chorus)
Ο Casey Jones έπεσε στο ποτάμι
Ο Casey Jones έσπασε την γερή του πλάτη
Ο Casey Jones έγινε άγγελος
και πήγε ταξίδι στον παράδεισο με την S.P.

Όταν ο Casey Jones πήγε στον παραδεισο
είπε: “Είμαι ο Casey Jones, ο τύπος που οδηγούσε τα τραίνα της S.P”
“Είσαι ο άνθρωπος μας” είπε ο Πέτρος, “Οι μουσικοί μας απεργούν,
και μπορείς πάντα να βρεις δουλειά σαν απεργοσπάστης”.

(Chorus)
O Casey Jones βρήκε δουλειά στον παράδεισο.
Ο Casey Jones τα κατάφερνε μια χαρά,
Ο Casey Jones έγινε απεργοσπάστης των αγγέλων,
όπως ακριβώς ήταν και για τους εργάτες στην S.P.

Οι άγγελοι μαζεύτηκαν και είπαν ότι δεν είναι δίκαιο
ο Casey Jones να γυρνάει και να σπάει απεργίες παντού.
Το σωματείο των αγγέλων Νο. 23, συμφώνησε και
με προθυμία πέταξαν τον Casey Jones έξω από τον παράδεισο.

(Chorus)
Ο Casey Jones πήγε πετώντας στην κόλαση,
“Casey Jones,” είπε ο Διάβολος, “Α, τέλεια.
Casey Jones, άντε κουνήσου και φτυάριζε θειάφι,
αυτή είναι η ανταμοιβή σου για να σπάς τις απεργίες στην S.P.

To τραγούδι φαινομενικά μοιάζει απλό, η ιστορία “του Casey Jones του απεργοσπάστη που πάει στην κόλαση” αλλά τα σχήματα που χρησιμοποιεί προχωράνε πολύ παραπέρα. Πρώτον, αν δεν διεκδικήσεις καλύτερες συνθήκες εργασίας θα βρεθείς σε κάνα ποτάμι με το τραίνο αγκαλιά. Δεύτερον, ο παράδεισος είναι και αυτός πεδίο ταξικής πάλης: ο Άγιος Πέτρος-αφεντικό, οι άγγελοι-μουσικοί εργάτες, οι οποίοι είναι ήδη οργανωμένοι σε σωματείο. (Παρένθεση εδώ μιας και εισάγει χωρίς να το προσέχει κανείς μιαν αμφισβήτηση στην αστική θέση του καλλιτέχνη ως “πνευματικού ανθρώπου”). Τρίτον, μόνον η κοινή δράση των εργατών (και όχι ο Θεός ή μοίρα ή οι αμαρτίες που θα τιμωρηθούν αντιλήψεις που υποθέτω διακατείχαν πολλούς εργάτες τότε όπως και τώρα) θα στείλει στην κόλαση τους απεργοσπάστες να φτυαρίζουνε θειάφι. Πόσο πιο απλά, αποτελεσματικά και δημιουργικά να την πέσεις στα αφεντικά, στους απεργασπάστες και στη θρησκεία;

Το τραγούδι είναι απλό: με την πρώτη το θυμάσαι. Είναι διασκεδαστικό: σου φτιάχνει το κέφι και μπορείς να το τραγουδάς με άλλους στην περιφρούρηση, σε ένα μάζεμα, σε ένα γλέντι. Θίγει τρία απλά καθημερινά ζητήματα και προωθεί νέες αντιλήψεις στους αγωνιζόμενους εργάτες. Δημιουργεί: νέες ιδέες, νέους τρόπους για να δράσεις, νέες αντιλήψεις, νέους τρόπους να αγωνίζεσαι.

Το «Casey Jones The Union Scab» είναι μια από τις άρρητες τομές στην ιστορία της εργατικής τάξης για να φτιάξει τον εαυτό της σαν τάξη. Μία από τις πολλές. Και κάθεμια τους εξίσου σημαντική.

Σημειώσεις: Η ιστορία του Casey Jones έχει πλείστες όσες αναφορές στη μουσική. Αν τις πιάναμε όλες θα πρεπε να γράψω βιβλίο. Οι μεταφράσεις των τραγουδιών έχουν γίνει λίγο πρόχειρα από εμένα. Τέλος, αφήνω κάποια γενικότερα συμπεράσματα σε σχέση με τη μουσική και την πολιτική αφού έχει κάπως σχηματοποιηθεί μια εικονά στο μυαλό του αναγνώστη.

Παρένθεση νο. 001

«Με τι ασχολείσαι ρε συ στο ιστολόγιό σου; Εδώ γίνεται χαμός…» Παρατήρησε ένας φίλος και σύντροφος, σχετικά με την «θεματολογία» μου. Του συνέστησα να κάνει υπομονή. Αλλά σήμερα διαπίστωσα εγώ ότι δεν μπορώ να κάνω υπομονή.

Υπάρχουν τρία πράγματα που για μια σειρά από λόγους –και πολιτικούς και προσωπικούς ίσως- έχω έρθει σε ρήξη εδώ και πολύ, πολύ καιρό. Τρία πράγματα προφανώς αλληλένδετα, προφανώς αλληλοταιζόμενα, προφανώς αλληλέγγυα το ένα στο άλλο.

Το πρώτο είναι η λογική της θυματοποίησης. Ότι είμαστε θύματα… Δε θα αναλύσω αυτή την λογική που κρατάει από το «Επέσατε θύματα αδέλφια εσείς…» και φτάνει μέχρι την πλήρη θυματοποίηση των κοινωνικών και ταξικών αγώνων σε αυτό τον τόπο. Θα πω μόνο το εξής: βασίζεται στον μαρξιστικό ντετερμινισμό και σε μία ημισυνειδητή απαίτηση να πέσει ο κομμουνισμός από τον ουρανό. Επίσης, βασίζεται σε πολιτιστικά αποθέματα χριστιανικής φύσεως και τέλος έχει εκσυγχρονιστεί με την τακτική του να «δείξουμε το πραγματικό πρόσωπο της εξουσίας». Εδώ ιδανικά, θα άνοιγε μια τεράστια παρένθεση με τις επιπτώσεις αυτών των αντιλήψεων στα δικά μας. Αλλά δε ζούμε σε έναν ιδανικό κόσμο. Δείτε γύρω σας, εκεί είναι οι επιπτώσεις. Θύμα αγαπητοί μου, είναι το λαγουδάκι που χοροπηδάει στις φτέρες και το κοπανάει ο κυνηγός, θύμα είναι το μοσχαράκι που τρώει την πρασινάδα του (αν είναι τυχερό) και το κοπανάνε στην κεφαλή, θύμα είσαι άμα πας να περάσεις στο δρόμο και σε πατήσει νταλίκα, θύμα είσαι άμα πίνεις τον καφέ σου και σου πέσει πιάνο στο κεφάλι. Δεν είσαι θύμα άμα κατέβεις στη διαδήλωση και φας ξύλο και δακρυγόνα. Εκεί είσαι αγωνιζόμενο υποκείμενο. Έχεις πάψει να αφήνεις μοιρολατρικά τα πράγματα στην τύχη ή στην ψήφο και έχεις βγεις να διαμαρτυρηθείς, έχεις βγει να δράσεις, έχεις υψώσει το ανάστημα σου.

Το δεύτερο πράγμα είναι η ανελιξία. Το να έχεις μάθει να κάνεις τα πράγματα με έναν τρόπο και να μην μπορείς, να μη θες να κάνεις το ίδιο διαφορετικά. Πως να το πω. Σα να κοπανάς το κεφάλι σου στον τοίχο και να περιμένεις να πέσει ο τοίχος. Πάνε πάρε μια μπουλντόζα, πάνε πάρε μια βαριοπούλα, πήδα από πάνω, σκάψε από κάτω, βρες 50 άτομα και πέστε πάνω με δύναμη. Κάνε κάτι άλλο, τη στιγμή που αυτό που κάνεις δεν φέρνει τα αποτελέσματα που θέλεις. ‘Ντάξει, καταλαβαίνω ότι ο τοίχος θα έπρεπε να πέσει μόνος του, επειδή ο παππούς σου ήταν στο ΕΑΜ-ΕΛΑΣ (Μελιγαλάς), καταλαβαίνω ότι είσαι ο σούπερ ντούπερ αναρχικός που τρώει μόνος του 5 διμοιρίες και μετά ρεύεται να τον ακούσουν από το Γκύζη μέχρι το Θησείο, τον Κεραμεικό και το σταθμό Λαρίσης αλλά ξέρεις κάτι; Ο τοίχος δεν πέφτει. Πρέπει να λερώσεις τα χέρια σου, να μάθεις να σκαρφαλώνεις, να μάθεις να μιλάς για να βρεθείς με άλλους πενήντα, να κάνεις το σκατό σου παξιμάδι για να πάρεις μια βαριοπούλα. Και ξέρεις τι; Βαριέσαι. Το μεγαλύτερο σου επίτευγμα είναι ότι είσαι ήδη αναρχικός ή κομμουνιστής, ότι είσαι στην τάδε κατάληψη ή στη δείνα γαμάτη εξωκοινοβουλευτική οργάνωση της αριστεράς. Και αρνείσαι, να κάνεις κάτι άλλο. Από την πολιτική σου επιλογή απορρέουν όλα τα δίκαια που η πραγματικότητα Κ Α Λ Ε Ι Τ Α Ι να εκπληρώσει. Συγγνώμη. Δε θα πάρω. Αντίο.

Το τρίτο πράγμα είναι η γκρίνια και η μιζέρια, η κατήφεια και η μοιρολατρία, η –πως αλλιώς να το θέσω- η θυματοποιημένη διαμαρτυρία προς το σύμπαν προκειμένου αυτό να ικανοποιήσει τις απαιτήσεις μας με τον λιγότερο για εμάς κόπο.

Και εδώ τα παίρνω στο κρανίο.

Άγρια όμως.

Οι Wobblies τρώγανε ξύλο, σαπίζανε στις φυλακές, ταξίδευαν μια ήπειρο πάνω κάτω για μερικά μεροκάματα, κόβανε δέντρα με πριόνια, σκάβανε στα ανθρακωρυχεία, κοιμόντουσαν στις ερημιές, δολοφονούνταν κατά δεκάδες, σφύριζαν γύρω τους οι σφαίρες, τους έφτυνε όλη η «καλή κοινωνία» και όλες οι θρησκείες του κόσμου, τους κυνηγούσαν οι μπάτσοι, οι μπράβοι, ο στρατός, οι Πίνκερτον, βγαίνανε οικογενειάρχες και βαράγανε ντουφεκιές στον αέρα έτσι και περνάγανε έξω από την ιδιοκτησία τους ή τους κλέβανε κάνα ροδάκινο, τους κράζανε οι συνδικαλιστές, του απέλυαν τα αφεντικά, δεν είχαν να ταΐσουν όχι τα παιδιά τους αλλά ούτε τους ίδιους τους τους εαυτούς. Αλλά ξέρεις τι; Τραγουδάγανε. Όπου βρισκόταν και όπου στεκόταν αρχίζαν το τραγούδι. Στις φυλακές και στα τραίνα, στα δάση που στήνανε καταυλισμούς, στις φυτείες και στα ορυχεία. Τραγουδάγανε. Και δεν κλαίγανε τη μάνα τους και τον πατέρα τους. Λέγανε το Solidarity forever, τραγουδάγανε το Workingmen unite, κοροϊδεύανε τους παπάδες με το Pie in the sky, φλερτάρανε με το Rebel girl, τα χώνανε στην βλακεία και στην ηλιθιότητα με το Mr Block, κάνανε χάζι (άμα δεν τους σπάγανε το κεφάλι) τους απεργοσπάστες με το Casey Jones the union scab. Και ξέρεις γιατί το κάνανε αυτό; Επειδή αγωνιζόταν, επειδή δεν ήταν πια θύματα, επειδή λέρωναν τα χέρια τους, επειδή στεκόντουσαν ο ένας δίπλα στον άλλο και όχι ένας καυχιόταν στον άλλον. Αυτοί οι βρώμικοι, οι αγράμματοι, οι εργάτες, οι λούμπεν με την πιο υψηλή κουλτούρα έφτιαξαν το μεγαλύτερο επίτευγμα της εργατικής τάξης από γεννησιμιού της. Εσύ κάτσε να κλαίς τη μάνα σου τώρα στο twitter, το facebook και το indymedia.

Οι μαύροι, μέχρι πριν 150 χρόνια ήταν δούλοι. Δούλοι και σκλάβοι. Ξέρεις τι σημαίνει σκλάβος; Όχι δεν ξέρεις. Ξέρεις τι σημαίνει να μην θεωρείσαι άνθρωπος; Και όχι από μαλάκες τύπου Γερμένη, αλλά από την επιστημονική κοινότητα, από την εκκλησία, από το εκπαιδευτικό σύστημα, από τα αφεντικά σου, από όλους τους πολιτειακούς θεσμούς από μία ολόκληρη κοινωνία εν τέλει; Έχεις βρεθεί ποτέ στο έλεος του αφέντη; Έχουν λυντσάρει το γείτονα σου επειδή κοίταξε τον κώλο λευκής; Έχεις δει να μπουκάρουν και να σου καίνε το σπίτι; Έχεις δουλέψει 14 ώρες για ένα πιάτο φαί κυριολεκτικά;  Όχι. Ούτε και ‘γω φυσικά. Αυτοί λοιπόν, σε αυτές τις συνθήκες, με αυτό το κυνήγι με αυτό το τρέξιμο ξέρεις τι κάνανε μεγάλε; Τραγουδάγανε. Στάθηκαν πάνω και επί της πραγματικότητας τους, την πολέμησαν, ματώσανε, φτύσανε αίμα, κυνηγήθηκαν, σφάχτηκαν και φυλακίστηκαν. Από αυτά τα έγκατα της γης βγήκε η Billie Holiday, o John Coltrane, o Lead Belly, η Bessie Smith, o Oscar Brown Jr., o Charles  Mingus. Με το τραγούδι και τη μουσική. Πρόσεξε μαρξιστή μου: το επικοδόμημα έτσι; Κάτι που δεν σου γέμιζε το στομάχι αλλά που σε έκανε να μη σε νοιάζει και να σε μαθαίνει ακριβώς πως να το γεμίσεις το έρμο.

Όχι. Δε λέω ότι υπήρχαν και χειρότερα και σταμάτα να κλαίς και να γκρινιάζεις γιατί τα παιδιά στην αφρική κλπ και όχι δε σε λέω καλομαθημένο δυτικό και όχι δε σε λέω ανίκανο. Απλά σου λέω ότι κομμάτια της εργατικής τάξης σε χειρότερες συνθήκες, με χειρότερους όρους, σε πιο ζόρικες καταστάσεις αυτά που πέτυχαν, αυτά που κέρδισαν, αυτά που δημιούργησαν δεν τα δημιούργησαν κοπανώντας το κεφάλι τους στον τοίχο και δεν τα δημιούργησαν κλαίγοντας τη μάνα τους. Τα δημιούργησαν αγωνιζόμενα.

Σταματάω εδώ. Στάματα να γκρινιάζεις. Σταμάτα να κλαις ή άμα είναι να το κάνεις βρες και άλλους. Σταμάτα ζητάς και διεκδίκησε, σταμάτα να απευθύνεσαι σε ανώτερες δυνάμεις θεών, κρατών και καναλαρχών και πολυεθνικών οργανισμών. Όλη η δύναμη του κόσμου είναι στα χέρια σου και στη φωνή σου… Πάντα εκεί ήταν και πάντα εκεί θα είναι…