Tag Archives: rebel diaz

Από το Harlan στα Λιόσα…

Αυτός ο κόσμος είναι χωρισμένος σε δύο στρατόπεδα το ένα εκ των οποίων επιθυμεί την ολοκληρωτική καταστροφή του άλλου.

Είμαστε στις αρχές της δεκαετίας του ’30. Η κρίση έχει χτυπήσει την Αμερική σε όλα τα μήκη και σε όλα τα πλάτη. Η IWW πρακτικά πλέον δεν υπάρχει μιας και έχει διαλυθεί κάτω από το βάρος της κρατικής καταστολής και των πληρωμένων από τα αφεντικά συμμοριών. Την έχει διαδεχθεί το Κομμουνιστικό Κόμμα των ΗΠΑ, το οποίο αντλεί τη βασική του δύναμη από το όποιο κύρος της νεαρής τότε ΕΣΣΔ. Το New Deal δεν έχει ξεκινήσει ακόμα, ούτε και η άνοδος του αστικού ολοκληρωτισμού (φασισμοί, ναζισμοί κλπ).

Αλλά όλα αυτά μπορεί και να έμοιαζαν ψιλά γράμματα για τους 18.000 ανθρακωρύχους που ζούσαν και έμεναν στην επαρχία Harlan του Kentucky… Στις αρχές του ’31 τα αφεντικά στα ανθρακωρυχεία αποφάσισαν να προχωρήσουν σε μειώσεις στους μισθούς της τάξης του 10%, αμέσως οι ανθρακωρύχοι ξεκίνησαν απεργία βάζοντας και επιπλέον αιτήματα που αφορούσαν τις συνθήκες διαβίωσης και εργασίας. Η πρώτη και ιδιαίτερα έντονη περίοδος της ταξικής αυτής σύγκρουσης με οπλισμένες και τις δύο μεριές κράτησε μέχρι τον Ιούνη του ’31, όταν ο κυβερνήτης του Kentucky έστειλε την εθνοφρουρά να αφοπλίσει και τις δύο πλευρές.

Ο Sam Reece ήταν ένας από τους οργανωτές του συνδικάτου UMWΑ (United Mine Workers of America), τον οποίο ο σερίφης J. H. Blair και οι άντρες του, που είχαν όλοι τους προσληφθεί από τους ιδιοκτήτες, κυνήγησαν προκειμένου να τον “συλλάβουν”. Οι άντρες του σερίφη εισέβαλαν στο σπίτι της οικογένειας Reece, αλλά ο Sam είχε ειδοποιηθεί και κατάφερε να διαφύγει. Ωστόσο, η γυναίκα του Florence και τα παιδιά τους, όπως είναι φυσικό, τρομοκρατήθηκαν από αυτή την επίθεση.

Florence Reece

Εκείνο το βράδυ, η Florence μόνη της στο σπίτι, με τον άντρα της δραπέτη να τον κυνηγάνε οι τραμπούκοι των αφεντικών, να μην γνωρίζει αν είναι ζωντανός ή νεκρός, να μην ξέρει αν θα γυρίσει ή θα εξαφανιστεί για πάντα, εκείνο το βράδυ που η Florence ζώντας σε μια διαρκή αβεβαιότητα με την ίδια και τα παιδιά της φοβισμένα, πήρε ένα ημερολόγιο από το τοίχο της κουζίνας και παίρνοντας μία παραδοσιακή μελωδία της περιοχής (ακούτε απόσπασμα εδώ) γράφει με πολύ απλά λόγια ένα τραγούδι για την πιο βαθιά ρήξη αυτού του κόσμου, για τον πιο κάθετο και απόλυτο διαχωρισμό. Αυτόν των αφεντικών και των εργατών. Το τραγούδι είναι το Which side are you on? Το οποίο μέσα στην απλότητα του στέκεται με απόλυτη σαφήνεια, στέκεται με απόλυτη οργή, στέκεται με απόλυτη συνείδηση, στέκεται με απόλυτη ταξικότητα, στέκεται με την απόλυτη ενότητα της κοινότητας αγώνα απέναντι στην οικονομική, πολιτική και στρατιωτική βία της τάξης των αφεντικών. Και κερδίζει. Όπως κέρδισαν τελικά και οι αγώνες των ανθρακωρύχων της περιοχής έστω και μετά από 8 ολόκληρα χρόνια αγώνα (αυτό για να έχουμε και μια εικόνα του τι σημαίνει “δίνω έναν αγώνα…”).

Την πορεία του του τραγουδιού μέσα στην κοινότητα αγώνα της επαρχίας Harlan δεν μπορούμε να τη γνωρίζουμε. Υποθέτουμε ότι έγινε γνωστό σχετικά γρήγορα μέσα στους κόλπους της αν και μέχρι τότε δεν υπήρχε μάλλον λόγος ή μάλλον τρόπος το τραγούδι να βγει παραέξω. Αυτό που ξέρουμε είναι ότι το 1940 ο Pete Seeger μαζεύοντας εργατικά τραγούδια βρίσκει το Which side are you on? και την επόμενη χρονιά μαζί με τους Almanac Singers που τους αποτελούσαν μαζί με τον Seeger οι Millard Lampell, Lee Hays, και ο Woody Guthrie το ηχογραφούν για πρώτη φορά. Η ηχογράφηση που κυκλοφορεί της Florence Reece δεν είναι η πρώτη ηχογράφηση του τραγουδιού. Χωρίς να είμαι απόλυτα σίγουρος η ηχογράφηση από τη φωνή της Florence έγινε με αφορμή μια νέα απεργία στην επαρχία Harlan το 1974 και το γύρισμα του σχετικού ντοκιμαντέρ της Barbara Kopple Harlan County USA. Ας ξαναγυρίσουμε όμως στο 1941 και την πρώτη ηχογράφηση του τραγουδιού, η οποία έγινε και η αιτία να γίνει το τραγούδι γνωστό σε έναν πιο ευρύ κύκλο ανθρώπων. Οι ίδιοι οι Almanac Singers θα είναι και αυτοί που θα το αλλάξουν για πρώτη φορά με αφορμή μια απεργία ναυτεργατών, όπου και θα προσαρμόσουν τους στίχους ανάλογα. Ύστερα από αυτό το τραγούδι θα παραμείνει για πολλά χρόνια θαμμένο σα σπόρος και σχεδόν αποκλειστικά στους κόλπους της folk μουσικής. Οι εμπρηστικοί του στίχοι σε αντίθεση με την πολύ πιασάρικη μελωδία του το κάνουν λίγο άβολο σαν τραγούδι, και αν αναλογιστεί κανείς τα χρόνια του Red Scare μπορεί εύκολα να καταλάβει κανείς γιατί το τραγούδι περιέπεσε σε μια σχετική αφάνεια. Αλλά δεν είναι μόνο αυτοί οι λόγοι. Το τραγούδι είναι μια αυθεντική punk κραυγή 40 χρόνια πριν το punk. Είναι ένα τραγούδι που επιτίθεται στο ακροατήριο του. Ένα τραγούδι το οποίο δεν κανακεύει αυτούς που το ακούνε αλλά αντιθέτως τους καλεί να πάρουνε θέση. Όχι να πουν μια γνώμη, όχι να ταχθούν θετικά ή αρνητικά πάνω σε ένα θέμα, αλλά αντιθέτως λέει: Κοίταξε να δεις, εδώ υπάρχει ένας ολοκληρωτικός ταξικός πόλεμος, πάρε θέση, δεν έχεις περιθώρια. Με αυτή τη σημασία είναι και ένα επιθετικό τραγούδι. Και με αυτή τη σημασία στέκεται στα άκρα. Και με αυτή τη σημασία το αγαπάμε.

Almanac Singers

Οι μόνοι που τις δεκαετίες που ακολούθησαν το τραγουδούσαν ήταν καλλιτέχνες της folk (και ο Seeger φυσικά) αλλά και τα κινήματα… Είναι εντυπωσιακό που σχεδόν μέχρι το ’80 οι μόνες ηχογραφήσεις που υπάρχουν είναι από τον Seeger (είτε με τους Weavers είτε μόνος του) και τους SNCC Freedom Singers η οποίοι ήταν οι vocal band του Student Nonviolent Coordinating Committee από το Albany της Georgia.

Θα πρέπει να περάσουνε οι δεκαετίες, η μουσική βιομηχανία να αναπτυχθεί, να ηττηθούν τα κινήματα του ’60 (ή να νικήσουν χάνοντας, ή να χάσουν νικώντας) προκειμένου το τραγούδι να αποκτήσει μία νέα δυναμική. Υπεύθυνος για αυτό ο αγαπημένος αντιπαθής Billy Bragg οποίος το ηχογραφεί για το EP Between the Wars κατά τη διάρκεια της μεγάλης απεργίας των βρετανών ανθρακωρύχων διασκευάζοντας το προκειμένου να ταιριάζει στην περίπτωση. Την ίδια περίοδο πάλι στην Βρετανία o ο Σκοτσέζος τραγουδιστής της folk Dick Gaughan θα το διασκευάσει πάλι με αφορμή την απεργία αυτή. Απο αυτόν θα το πάρουνε λίγο αργότερα το 1987 οι επίσης Σκοτσέζοι Deacon Blue οι οποίοι θα είναι και οι πρώτοι Βρετανοί που θα πουν σχεδόν τους αυθεντικούς στίχους, και λέω σχεδόν επειδή στο τέλος έχουνε προσθέσει μια τελευταία στροφή δική τους έμπνευσης (όχι κακή πάντως).

Billy Bragg

Η αγγλική άνοιξη του τραγουδιού είχε να κάνει προφανώς με τη συγκυρία και την απεργία των ανθρακωρύχων, αλλά είναι καμιά 15αριά χρόνια αργότερα όπου το τραγούδι ξαναγίνεται επίκαιρο με μια σειρά διασκευών που θα έλεγε κανείς ότι καλύπτει σχεδόν τα πάντα. Την αρχή την έκαναν οι Dropkick Murphys το 2001 στο Sing out loud! Sing out proud! και από κει δύο χρόνια αργότερα η Natalie Merchant στην πλέον απαράδεκτη και ξεψυχισμένη γυναικεία εκτέλεση του τραγουδιού. Η Merchant παρόλο που δεν έχει κακές προθέσεις και παρόλο που μουσικά το κομμάτι είναι εξαίσιο, ωστόσο του αφαιρεί κάθε αιχμή και κάθε ακίδα, παίρνει το ακατέργαστο ξύλο του τραγουδιού, το πλανάρει, το βερνικώνει και το γυαλίζει τρεις φορές το δευτερόλεπτο. Τη δόξα της ζήλεψε μάλλον και ο Tom Morello που καταφέρνει να κάνει, το 2011 μάλιστα, μια ακόμα πιο άνευρη εκτέλεση του τραγουδιού. Σε αυτήν την κατηγορία ανήκει και το δικό μας, συμπαθέστατο κατα τ’ άλλα κορίτσι η Νατάσα Μποφίλιου, η οποία ξεπερνάει σε γυάλισμα την Natalie στη γνωστή live εκτέλεση στο Πάρκο Τρίτση… Και εδώ περίπου είναι και το πρόβλημα. Στην εποχή του ύστερου μεταμοντερνισμού το νόημα, που έτσι και αλλιώς ολισθαίνει, είναι καμένο από χέρι. Στην προσπάθεια της η μηχανή να το δαγκώσει, να το μασήσει και να το καταπιεί προκειμένου να το μετατρέψει σε εμπόρευμα, δεν υπάρχει τίποτα να την εμποδίσει εκτός από την διαλεκτική σχέση μορφής και περιεχομένου. Με αυτή την έννοια ο συνδυασμός επιθετικών μουσικών μορφών ή έστω δύσπεπτων σε ένα τραγούδι με κατεξοχήν επιθετικό χαρακτήρα είναι η γραμμή άμυνας, είναι το αγκάθι στο ψάρι και το κόκκαλο στο κρέας. Μην τα κάνουμε σούπα λοιπόν… Υπό αυτό το πρίσμα προτιμάμε πολύ περισσότερο την ανέμπνευστη street ska punk διασκευή των γερμανών Commandantes του 2006 από τα γυαλισμένα παγάκια της διαφήμισης του Johnie Walker.

Και ενώ το 2000 ξεκίνησε με την άγρια διασκευή των Dropkick Murphys και έμοιαζε ευοίωνο αλλά μας ξενέρωσε μετά θα έπρεπε να μπούμε στα 10’s για να ακούσουμε κάποια σοβαρή διασκευή. Έτσι μόνο μέσα στο 2012 έπαιξαν 3 διασκευές του τραγουδιού. Η πρώτη από την πολύ αγαπητή Ani DiFranco η οποία παρ’ όλες τις πολιτικές διαφωνίες με τους στίχους -κλείνει στην ψύχρα το μάτι στον φιλοτσιπρικό Obama- έχει κάνει την πιο αιχμηρή διασκευή του τραγουδιού μαζί με τους Dropkick Murphys και τον Billy Bragg. Ωστόσο μια από τις καλύτερες διασκευές του τραγουδιού όχι μόνο για το 2012 αλλά γενικώς είναι αυτή των Panopticon από το Louisville του Kentucky (όπου στις γύρω πολιτείες γενικώς ανθεί η σημερινή folk punk σκηνή), μια one man band ατμοσφαιρικού heavy metal αναρχικών πεποιθήσεων με αναφορές στο crust, στη folk και σε κάποια άλλα μεταλλικά πράγματα που εγώ δεν τα καταλαβαίνω.

B. Dolan

Και για το τέλος θα κλείσουμε με το hip hop με δύο αναφορές. Η πρώτη είναι οι Rebel Diaz χιλιανοί μετανάστες στο Σικάγο με ενεργή δράση στην κοινότητα τους που το 2008 σάμπλαραν την ηχογράφηση των SNCC Freedom Singers και μας έδωσαν μια σπινταριστή εκδοχή του τραγουδιού που αγαπήσαμε. Ο δεύτερος είναι η πολύ πρόσφατη ανακάλυψη μου και η αιτία αυτής εδώ της ανάρτησης. Είναι ο B. Dolan που με ένα bluegrass hip hop χτυπάει στεγνά την macho αρρενοπώτητα, το μισογυνισμό και την ομοφοβία στο hip hop και φτιάχνει μια συγκλονιστική εκτέλεση, που τραβάει και ενώνει γραμμές, που συνδυάζει αγώνες, αιτήματα και κινήματα που κρατάει ολοζώντανη όλη την μεγάλη παράδοση (και) μουσικής αμφισβήτησης των κινημάτων των ΗΠΑ.

Και έτσι ερχόμαστε στο τέλος αυτού που δεν τελειώνει ποτέ, παρά μόνο για να αφήσει στην άκρη του να σταθεί ένα σημείο στίξης… θαυμαστικό, τελεία, κόμμα, άνω τελεία ή ερωτηματικό. Κυρίως ερωτηματικό θα έλεγα…

Όλα συνεχίζονται. Αλλά αυτό το ξέρετε ήδη.