Tag Archives: punk

Από το Harlan στα Λιόσα…

Αυτός ο κόσμος είναι χωρισμένος σε δύο στρατόπεδα το ένα εκ των οποίων επιθυμεί την ολοκληρωτική καταστροφή του άλλου.

Είμαστε στις αρχές της δεκαετίας του ’30. Η κρίση έχει χτυπήσει την Αμερική σε όλα τα μήκη και σε όλα τα πλάτη. Η IWW πρακτικά πλέον δεν υπάρχει μιας και έχει διαλυθεί κάτω από το βάρος της κρατικής καταστολής και των πληρωμένων από τα αφεντικά συμμοριών. Την έχει διαδεχθεί το Κομμουνιστικό Κόμμα των ΗΠΑ, το οποίο αντλεί τη βασική του δύναμη από το όποιο κύρος της νεαρής τότε ΕΣΣΔ. Το New Deal δεν έχει ξεκινήσει ακόμα, ούτε και η άνοδος του αστικού ολοκληρωτισμού (φασισμοί, ναζισμοί κλπ).

Αλλά όλα αυτά μπορεί και να έμοιαζαν ψιλά γράμματα για τους 18.000 ανθρακωρύχους που ζούσαν και έμεναν στην επαρχία Harlan του Kentucky… Στις αρχές του ’31 τα αφεντικά στα ανθρακωρυχεία αποφάσισαν να προχωρήσουν σε μειώσεις στους μισθούς της τάξης του 10%, αμέσως οι ανθρακωρύχοι ξεκίνησαν απεργία βάζοντας και επιπλέον αιτήματα που αφορούσαν τις συνθήκες διαβίωσης και εργασίας. Η πρώτη και ιδιαίτερα έντονη περίοδος της ταξικής αυτής σύγκρουσης με οπλισμένες και τις δύο μεριές κράτησε μέχρι τον Ιούνη του ’31, όταν ο κυβερνήτης του Kentucky έστειλε την εθνοφρουρά να αφοπλίσει και τις δύο πλευρές.

Ο Sam Reece ήταν ένας από τους οργανωτές του συνδικάτου UMWΑ (United Mine Workers of America), τον οποίο ο σερίφης J. H. Blair και οι άντρες του, που είχαν όλοι τους προσληφθεί από τους ιδιοκτήτες, κυνήγησαν προκειμένου να τον “συλλάβουν”. Οι άντρες του σερίφη εισέβαλαν στο σπίτι της οικογένειας Reece, αλλά ο Sam είχε ειδοποιηθεί και κατάφερε να διαφύγει. Ωστόσο, η γυναίκα του Florence και τα παιδιά τους, όπως είναι φυσικό, τρομοκρατήθηκαν από αυτή την επίθεση.

Florence Reece

Εκείνο το βράδυ, η Florence μόνη της στο σπίτι, με τον άντρα της δραπέτη να τον κυνηγάνε οι τραμπούκοι των αφεντικών, να μην γνωρίζει αν είναι ζωντανός ή νεκρός, να μην ξέρει αν θα γυρίσει ή θα εξαφανιστεί για πάντα, εκείνο το βράδυ που η Florence ζώντας σε μια διαρκή αβεβαιότητα με την ίδια και τα παιδιά της φοβισμένα, πήρε ένα ημερολόγιο από το τοίχο της κουζίνας και παίρνοντας μία παραδοσιακή μελωδία της περιοχής (ακούτε απόσπασμα εδώ) γράφει με πολύ απλά λόγια ένα τραγούδι για την πιο βαθιά ρήξη αυτού του κόσμου, για τον πιο κάθετο και απόλυτο διαχωρισμό. Αυτόν των αφεντικών και των εργατών. Το τραγούδι είναι το Which side are you on? Το οποίο μέσα στην απλότητα του στέκεται με απόλυτη σαφήνεια, στέκεται με απόλυτη οργή, στέκεται με απόλυτη συνείδηση, στέκεται με απόλυτη ταξικότητα, στέκεται με την απόλυτη ενότητα της κοινότητας αγώνα απέναντι στην οικονομική, πολιτική και στρατιωτική βία της τάξης των αφεντικών. Και κερδίζει. Όπως κέρδισαν τελικά και οι αγώνες των ανθρακωρύχων της περιοχής έστω και μετά από 8 ολόκληρα χρόνια αγώνα (αυτό για να έχουμε και μια εικόνα του τι σημαίνει “δίνω έναν αγώνα…”).

Την πορεία του του τραγουδιού μέσα στην κοινότητα αγώνα της επαρχίας Harlan δεν μπορούμε να τη γνωρίζουμε. Υποθέτουμε ότι έγινε γνωστό σχετικά γρήγορα μέσα στους κόλπους της αν και μέχρι τότε δεν υπήρχε μάλλον λόγος ή μάλλον τρόπος το τραγούδι να βγει παραέξω. Αυτό που ξέρουμε είναι ότι το 1940 ο Pete Seeger μαζεύοντας εργατικά τραγούδια βρίσκει το Which side are you on? και την επόμενη χρονιά μαζί με τους Almanac Singers που τους αποτελούσαν μαζί με τον Seeger οι Millard Lampell, Lee Hays, και ο Woody Guthrie το ηχογραφούν για πρώτη φορά. Η ηχογράφηση που κυκλοφορεί της Florence Reece δεν είναι η πρώτη ηχογράφηση του τραγουδιού. Χωρίς να είμαι απόλυτα σίγουρος η ηχογράφηση από τη φωνή της Florence έγινε με αφορμή μια νέα απεργία στην επαρχία Harlan το 1974 και το γύρισμα του σχετικού ντοκιμαντέρ της Barbara Kopple Harlan County USA. Ας ξαναγυρίσουμε όμως στο 1941 και την πρώτη ηχογράφηση του τραγουδιού, η οποία έγινε και η αιτία να γίνει το τραγούδι γνωστό σε έναν πιο ευρύ κύκλο ανθρώπων. Οι ίδιοι οι Almanac Singers θα είναι και αυτοί που θα το αλλάξουν για πρώτη φορά με αφορμή μια απεργία ναυτεργατών, όπου και θα προσαρμόσουν τους στίχους ανάλογα. Ύστερα από αυτό το τραγούδι θα παραμείνει για πολλά χρόνια θαμμένο σα σπόρος και σχεδόν αποκλειστικά στους κόλπους της folk μουσικής. Οι εμπρηστικοί του στίχοι σε αντίθεση με την πολύ πιασάρικη μελωδία του το κάνουν λίγο άβολο σαν τραγούδι, και αν αναλογιστεί κανείς τα χρόνια του Red Scare μπορεί εύκολα να καταλάβει κανείς γιατί το τραγούδι περιέπεσε σε μια σχετική αφάνεια. Αλλά δεν είναι μόνο αυτοί οι λόγοι. Το τραγούδι είναι μια αυθεντική punk κραυγή 40 χρόνια πριν το punk. Είναι ένα τραγούδι που επιτίθεται στο ακροατήριο του. Ένα τραγούδι το οποίο δεν κανακεύει αυτούς που το ακούνε αλλά αντιθέτως τους καλεί να πάρουνε θέση. Όχι να πουν μια γνώμη, όχι να ταχθούν θετικά ή αρνητικά πάνω σε ένα θέμα, αλλά αντιθέτως λέει: Κοίταξε να δεις, εδώ υπάρχει ένας ολοκληρωτικός ταξικός πόλεμος, πάρε θέση, δεν έχεις περιθώρια. Με αυτή τη σημασία είναι και ένα επιθετικό τραγούδι. Και με αυτή τη σημασία στέκεται στα άκρα. Και με αυτή τη σημασία το αγαπάμε.

Almanac Singers

Οι μόνοι που τις δεκαετίες που ακολούθησαν το τραγουδούσαν ήταν καλλιτέχνες της folk (και ο Seeger φυσικά) αλλά και τα κινήματα… Είναι εντυπωσιακό που σχεδόν μέχρι το ’80 οι μόνες ηχογραφήσεις που υπάρχουν είναι από τον Seeger (είτε με τους Weavers είτε μόνος του) και τους SNCC Freedom Singers η οποίοι ήταν οι vocal band του Student Nonviolent Coordinating Committee από το Albany της Georgia.

Θα πρέπει να περάσουνε οι δεκαετίες, η μουσική βιομηχανία να αναπτυχθεί, να ηττηθούν τα κινήματα του ’60 (ή να νικήσουν χάνοντας, ή να χάσουν νικώντας) προκειμένου το τραγούδι να αποκτήσει μία νέα δυναμική. Υπεύθυνος για αυτό ο αγαπημένος αντιπαθής Billy Bragg οποίος το ηχογραφεί για το EP Between the Wars κατά τη διάρκεια της μεγάλης απεργίας των βρετανών ανθρακωρύχων διασκευάζοντας το προκειμένου να ταιριάζει στην περίπτωση. Την ίδια περίοδο πάλι στην Βρετανία o ο Σκοτσέζος τραγουδιστής της folk Dick Gaughan θα το διασκευάσει πάλι με αφορμή την απεργία αυτή. Απο αυτόν θα το πάρουνε λίγο αργότερα το 1987 οι επίσης Σκοτσέζοι Deacon Blue οι οποίοι θα είναι και οι πρώτοι Βρετανοί που θα πουν σχεδόν τους αυθεντικούς στίχους, και λέω σχεδόν επειδή στο τέλος έχουνε προσθέσει μια τελευταία στροφή δική τους έμπνευσης (όχι κακή πάντως).

Billy Bragg

Η αγγλική άνοιξη του τραγουδιού είχε να κάνει προφανώς με τη συγκυρία και την απεργία των ανθρακωρύχων, αλλά είναι καμιά 15αριά χρόνια αργότερα όπου το τραγούδι ξαναγίνεται επίκαιρο με μια σειρά διασκευών που θα έλεγε κανείς ότι καλύπτει σχεδόν τα πάντα. Την αρχή την έκαναν οι Dropkick Murphys το 2001 στο Sing out loud! Sing out proud! και από κει δύο χρόνια αργότερα η Natalie Merchant στην πλέον απαράδεκτη και ξεψυχισμένη γυναικεία εκτέλεση του τραγουδιού. Η Merchant παρόλο που δεν έχει κακές προθέσεις και παρόλο που μουσικά το κομμάτι είναι εξαίσιο, ωστόσο του αφαιρεί κάθε αιχμή και κάθε ακίδα, παίρνει το ακατέργαστο ξύλο του τραγουδιού, το πλανάρει, το βερνικώνει και το γυαλίζει τρεις φορές το δευτερόλεπτο. Τη δόξα της ζήλεψε μάλλον και ο Tom Morello που καταφέρνει να κάνει, το 2011 μάλιστα, μια ακόμα πιο άνευρη εκτέλεση του τραγουδιού. Σε αυτήν την κατηγορία ανήκει και το δικό μας, συμπαθέστατο κατα τ’ άλλα κορίτσι η Νατάσα Μποφίλιου, η οποία ξεπερνάει σε γυάλισμα την Natalie στη γνωστή live εκτέλεση στο Πάρκο Τρίτση… Και εδώ περίπου είναι και το πρόβλημα. Στην εποχή του ύστερου μεταμοντερνισμού το νόημα, που έτσι και αλλιώς ολισθαίνει, είναι καμένο από χέρι. Στην προσπάθεια της η μηχανή να το δαγκώσει, να το μασήσει και να το καταπιεί προκειμένου να το μετατρέψει σε εμπόρευμα, δεν υπάρχει τίποτα να την εμποδίσει εκτός από την διαλεκτική σχέση μορφής και περιεχομένου. Με αυτή την έννοια ο συνδυασμός επιθετικών μουσικών μορφών ή έστω δύσπεπτων σε ένα τραγούδι με κατεξοχήν επιθετικό χαρακτήρα είναι η γραμμή άμυνας, είναι το αγκάθι στο ψάρι και το κόκκαλο στο κρέας. Μην τα κάνουμε σούπα λοιπόν… Υπό αυτό το πρίσμα προτιμάμε πολύ περισσότερο την ανέμπνευστη street ska punk διασκευή των γερμανών Commandantes του 2006 από τα γυαλισμένα παγάκια της διαφήμισης του Johnie Walker.

Και ενώ το 2000 ξεκίνησε με την άγρια διασκευή των Dropkick Murphys και έμοιαζε ευοίωνο αλλά μας ξενέρωσε μετά θα έπρεπε να μπούμε στα 10’s για να ακούσουμε κάποια σοβαρή διασκευή. Έτσι μόνο μέσα στο 2012 έπαιξαν 3 διασκευές του τραγουδιού. Η πρώτη από την πολύ αγαπητή Ani DiFranco η οποία παρ’ όλες τις πολιτικές διαφωνίες με τους στίχους -κλείνει στην ψύχρα το μάτι στον φιλοτσιπρικό Obama- έχει κάνει την πιο αιχμηρή διασκευή του τραγουδιού μαζί με τους Dropkick Murphys και τον Billy Bragg. Ωστόσο μια από τις καλύτερες διασκευές του τραγουδιού όχι μόνο για το 2012 αλλά γενικώς είναι αυτή των Panopticon από το Louisville του Kentucky (όπου στις γύρω πολιτείες γενικώς ανθεί η σημερινή folk punk σκηνή), μια one man band ατμοσφαιρικού heavy metal αναρχικών πεποιθήσεων με αναφορές στο crust, στη folk και σε κάποια άλλα μεταλλικά πράγματα που εγώ δεν τα καταλαβαίνω.

B. Dolan

Και για το τέλος θα κλείσουμε με το hip hop με δύο αναφορές. Η πρώτη είναι οι Rebel Diaz χιλιανοί μετανάστες στο Σικάγο με ενεργή δράση στην κοινότητα τους που το 2008 σάμπλαραν την ηχογράφηση των SNCC Freedom Singers και μας έδωσαν μια σπινταριστή εκδοχή του τραγουδιού που αγαπήσαμε. Ο δεύτερος είναι η πολύ πρόσφατη ανακάλυψη μου και η αιτία αυτής εδώ της ανάρτησης. Είναι ο B. Dolan που με ένα bluegrass hip hop χτυπάει στεγνά την macho αρρενοπώτητα, το μισογυνισμό και την ομοφοβία στο hip hop και φτιάχνει μια συγκλονιστική εκτέλεση, που τραβάει και ενώνει γραμμές, που συνδυάζει αγώνες, αιτήματα και κινήματα που κρατάει ολοζώντανη όλη την μεγάλη παράδοση (και) μουσικής αμφισβήτησης των κινημάτων των ΗΠΑ.

Και έτσι ερχόμαστε στο τέλος αυτού που δεν τελειώνει ποτέ, παρά μόνο για να αφήσει στην άκρη του να σταθεί ένα σημείο στίξης… θαυμαστικό, τελεία, κόμμα, άνω τελεία ή ερωτηματικό. Κυρίως ερωτηματικό θα έλεγα…

Όλα συνεχίζονται. Αλλά αυτό το ξέρετε ήδη.

Advertisements

Η Janie και ο Karl

Πρόσφατα ξαναδιάβασα τους στίχους του Janie Jones των Clash και η αλήθεια είναι ότι έμεινα άφωνος. Το πρόβλημα είναι μάλλον ότι όταν έχεις ακούσει ένα τραγούδι πριν 20 χρόνια, έχει ήδη καταχωρηθεί κάπως στη μνήμη σου. Και επίσης, αλήθεια είναι ότι ακούγοντας το με το μυαλό και τις εμπειρίες ενός 15χρονου εκ των πραγμάτων η καταχώρηση είναι περίπου αυτής της ηλικίας… Ωστόσο, μια πρόσφατη προσεκτική ακρόαση μου έδωσε εκ νέου λόγους να αγαπήσω βαθύτατα αυτό το τραγούδι.

Janie Jones

Η Janie Jones για όσους δεν γνωρίζετε είναι υπαρκτό πρόσωπο. Μια διασημότητα του swinging London των 60s που έφυγε από το χωριό της στην βαρετή επαρχία των βρετανικών νήσων για να αναζητήσει την τύχη της στο πολύχρωμο Λονδίνο. Έκανε μία επιτυχία με το single Witches Brew και γενικότερα ήταν μία από τις πολλές εκείνες διασημότητες και ημιδιασημότητες της νυχτερινής ζωής της πόλης.

Στις αρχές των 70s ξεσπά ένα σκάνδαλο στους κόλπους του BBC στο οποίο αναμειγνύονται πολλοί ραδιοφωνικοί παραγωγοί οι οποίοι απολάμβαναν την παρέα νεαρών εώς πολύ νεαρών κοριτσιών με αντάλλαγμα το προμοτάρισμα συγκεκριμένων τραγουδιών και την παροχή του ανάλογου airplay. [σημ.: στην μουσική βιομηχανία τέτοια σκάνδαλα είναι αρκετά συχνά και στα αγγλικά ο όρος για το λάδωμα παραγωγών, δημοσιογράφων κλπ για να σπρώχνουν συγκεκριμένους δίσκους ή καλλιτέχνες είναι payola]. Κάποιοι κατέληξαν στη φυλακή, κάποιοι άλλοι αυτοκτόνησαν και πολλοί περισσότεροι -κυρίως τα μεγαλοστελέχη της βαριάς μουσικής βιομηχανίας της αγγλικής οικονομίας- την έβγαλαν λάδι. Μια από αυτούς που την πλήρωσε ήταν και η Janie Jones η οποία οργάνωνε σεξουαλικά όργια και προμήθευε με κορίτσια διάφορους πελάτες. Το 1973 φυλακίστηκε για 7 χρόνια από τα οποία εξέτισε τα 3, έτσι το 1976 αποφυλακίστηκε… Εκείνη τη χρονιά έκαναν και τα πρώτα τους βήματα οι Clash, οπότε και λογικά η Janie Jones ξανάρθε στην επικαιρότητα, όπως και όλο το σκάνδαλο που απομυθοποιούσε με κραυγαλέο τρόπο όλο το ροκ εν ρολ.

The Clash

Τον Απρίλη του ’77 οι Clash βγάζουν το ομώνυμο ντεμπούτο τους, το οποίο ξεκινάει με το Janie Jones. Φαινομενικά είναι ένα ακόμα rock ‘n’ roll τραγούδι ή τέλος πάντων αυτή είναι η αίσθηση που σου δίνει… Αλλά είναι μόνο μία αίσθηση μιας και στον τέταρτο στίχο, αφού μας πει ότι γουστάρει το rock ‘n’ roll, τα ναρκωτικά και τη Janie Jones μας λέει ότι αυτό που δε γουστάρει είναι η βαρετή δουλειά του. Στην επόμενη στροφή το τραγούδι μας λέει τι κάνει ο ήρωας μας αφού τελειώσει την δουλειά του και αυτό που κάνει δεν είναι άλλο από το να τρέχει στις πουτάνες και να κοιτάει να περνάει καλά. Στην προτελευταία στροφή το τραγούδι κάνει μία σύνδεση ανάμεσα στον τρόπο που συμπεριφέρεται το αφεντικό στον εργάτη και στον τρόπο που ο εργάτης συμπεριφέρεται στις πόρνες. Και φτάνουμε στην κατακλείδα και την τελευταία στροφή όπου η προηγούμενη σύνδεση συμπεριφοράς του αφεντικού προς τον εργάτη και του εργάτη με την πόρνη αντιστρέφεται και ο εργάτης αντιλαμβάνεται ότι το αφεντικό του τού συμπεριφέρεται όπως αυτός συμπεριφέρεται στην πόρνη. Και μάλιστα χωρίς το ανάλογο λάδωμα (there’s no payola που λέει και το τραγούδι)… Και κλείνει το τραγούδι καλώντας τον εργάτη-αντίφαση να εξωτερικεύσει το πως νιώθει.

Το κέντρο του Janie Jones είναι η μισθωτή σχέση. Αυτή διαπερνά και τις τέσσερις στροφές του τραγουδιού… και μάλιστα η μισθωτή σχέση όχι με τους στενούς οικονομικούς της όρους (πόσα παίρνει ο εργάτης σα μισθό) αλλά με την ευρύτερη οντολογική της σημασία (η υπόταξη μίας δραστηριότητας του ανθρώπου στην εξουσία και το κέρδος κάποιου άλλου). Και σε αυτό το οντολογικό επίπεδο η εκμετάλλευση μιας πόρνης από την εκμετάλλευση ενός εργάτη δε διαφέρει σε πάρα πολλά επίπεδα. Τους μυς και την επιδεξιότητα πουλάει ο ένας, τους μυς και την επιδεξιότητα πουλάει η άλλη. Η μόνη διαφορά είναι ότι στους μυς της δεύτερης περιλαμβάνεται και το μουνί της (αν και σε πολλές περιπτώσεις μισθωτής σχέσης και των σχέσεων εξουσίας που διαμορφώνονται το σεξουαλικό έτσι και αλλιώς παίζει ρόλο -Έχετε δει κακάσχημες γριές πωλήτριες στα ρουχάδικα; Έχετε δει άσχημους κοντούς φαλακρούς πωλητές σε κοσμηματοπωλείο;).

Έτσι φτάνουμε ίσως στον πυρήνα του ζητήματος μας. Που δεν είναι άλλο από αυτό που έχουνε πει οι Pop Group ένα χρόνο αργότερα το 1978… We are all prostitutes… Είμαστε όλοι εκδιδόμενοι εκδιδόμενες πουλάμε κάτι με αντάλλαγμα κάτι άλλο… Μόνο η εκάστοτε ηθική (που και αυτή καθορίζεται από τους νόμους προσφοράς και ζήτησης) είναι αυτή που περιορίζει ή επεκτείνει το όριο στο σώμα μας… Λάθος. Και η ταξική πάλη.

Fill her up Jacko! Φωνάζει σε κάποιο σημείο το τραγούδι για να κάνει τη σύνδεση μεταξύ αυτοκινήτου και πουτάνας και να καταδείξει την πραγμοποίηση που προκαλεί ο πελάτης στην πόρνη, όπως και την αλλοτρίωση που μπορεί να προκαλέσει μια χαρά ο κατα τ’ άλλα εξίσου πραγμοποιημένος και αλλοτριωμένος εργάτης, όταν μέσα στο σύστημα καταμερισμού της εξουσίας και της εκμετάλλευσης το αρσενικό έχει τα δικά του περιθώρια να μεταθέσει την δική του αλλοτρίωση και πραγμοποίηση. Είναι αυτό το όμορφο κόλπο του καπιταλισμού, όπου πετώντας μερικά ψίχουλα εξουσίας εξασφαλίζει τη συναίνεση των εκμεταλλευόμενων. Αυτό βέβαια δεν περιορίζεται μόνο στους αρσενικούς εργάτες… Και οι γυναίκες εργάτριες αντλούν από το καπιταλιστικό σύστημα συγκεκριμένες εξουσίες, άλλο θέμα όμως αυτό…

Μπορεί όμως να σπάσει αυτό; Μπορεί να σταματήσει με κάποιο τρόπο… Πρακτικοί μάλλον άνθρωποι και punks οι Clash έχουν μια απάντηση… This time he’s gonna really tell the boss /

Gonna really let him know exactly how he feels / It’s pretty bad! / Let them know – how you feel. Μίλησε! Και όχι μόνο μίλησε αλλά έλα και σε ρήξη με το αφεντικό σου. Μία έκκληση πυροδότησης μοριακής ταξικής σύγκρουσης και ταυτόχρονα ένα από τα βασικότερα ιστορικά ζητούμενα για την εκμεταλλευόμενη τάξη: να αρχίσει να μιλάει για αυτό που βιώνει. Και εδώ βρίσκεται το κλειδί νομίζω που ξεκλειδώνει τη σωστή μαρξιστική παιδεία των Clash. Το κέντρο του προβλήματος είναι το ίδιο το υποκείμενο της εργατικής τάξης που παράγει και αναπαράγει την αλλοτρίωση και την πραγμοποιήση του. Αν δεν κάνει αυτό κάτι κανείς δεν πρόκειται να κάνει κάτι άλλο στη θέση του.

Και έτσι απότομα, χωρίς κανένα κλασσικό κλείσιμο ή fade out, σταματώ εδώ…

ΥΓ. Η μουσική σχέση των Clash με την Janie Jones είχε συνέχεια όταν συμμετείχαν σε ένα single που έβγαλε, αλλά όλα αυτά είναι μια άλλη μουσική ιστορία…

Τα ημιτόνια του Δεκέμβρη

Ανασκαλεύοντας την (ατομική και συλλογική) μνήμη αναφορικά με τον Δεκέμβρη του ’08, αναρωτήθηκα κάποια στιγμή για τις μουσικές της εξέγερσης. Σε άσχετο τελείως χρόνο μάζεψα 6 τραγούδια τα οποία νομίζω στοιχειοθετούν το πριν, το τώρα και το μετά του Δεκέμβρη. Επέμεινα σε 3 ζευγάρια για έναν αδιευκρίνιστο λόγο. Κατά κάποιο τρόπο μου αρκούσαν και κατά κάποιο τρόπο συνεχίζουν να μου αρκούν. Οπότε συμπαθάτε με για την μεροληψία. Άλλωστε όπως αποδεικνύει και το πρόσφατο άρθρο του Ριζοσπάστη η μνήμη φτιάχνεται. Οπότε ορίστε και ένα δικό μου φτιάξιμο…

Το πριν

Αν θέλουμε να τοποθετήσουμε πριν το Δεκέμβρη του ’08 ένα μουσικό κομμάτι νομίζω ότι αναμφίβολα το πρώτο που τοποθετείται στο ευρύχωρο αυτό πριν είναι το 38 χιλιοστά από τους Αδιέξοδο… Το 38 χιλιοστά γράφτηκε και κυκλοφόρησε σχεδόν αμέσως μετά την δολοφονία του Μιχάλη Καλτεζά από τον μπάτσο των ΜΑΤ Μελίστα… Μουσικά έτσι και αλλιώς νομίζω ότι στέκεται πολύ επάξια μέσα στην σκηνή του punk της εποχής και κατά κάποιο τρόπο κατά την πολύ άσχετη γνώμη μου αποτέλεσε έναν από τους θεμέλιους λίθους (σε πολλαπλά επίπεδα) για την ανάπτυξη μετέπειτα του ελληνικού hc punk. Ωστόσο εδώ έχει και μια άλλη σημασία. Όλα αυτά τα χρόνια -22 τον αριθμό- το τραγούδι αυτό πάντα συνεχιζόταν να ακούγεται: σε μικροφωνικές, σε πάρτυ, σε συναυλίες αλληλεγγύης, σε καταλήψεις και στέκια. Με αυτή την έννοια μετατράπηκε με τον καιρό σε φορέα μνήμης του εγχώριου κινήματος. Μνήμης όχι ιστορικής, μιας και κανείς νομίζω δεν μπορεί να αγνοεί τον Καλτεζά. Η μνήμη που κουβαλάει αυτό το τραγούδι είναι η κινηματική μνήμη ως βίωμα πρώτα από όλα. Αυτό που κουβαλάει όλα αυτά τα χρόνια το 38 χιλιοστά δεν είναι η ιστορική διαφώτιση (άλλωστε στιχουργικά έτσι και αλλιώς δεν αναφέρεται στο γεγονός με πολύ σαφήνεια και επίσης έχει γραφτεί τόσο κοντά του που είναι αδιανόητο για το τραγούδι να θέλει να διαφωτίσει, να ενημερώσει ή να κάνει αντιπληροφόρηση). Αυτό που κουβαλάει είναι πρώτα από όλα το βίωμα υποκειμένων που έζησαν το γεγονός. Και αυτή η μεταφορά μέσα στο χρόνο έρχεται να τοποθετηθεί δίπλα, παράλληλα, σε αντίθεση με άλλα βιώματα 5, 10, 15, 22 ή 26 ολόκληρα χρόνια μετά. Ταυτόχρονα και εδώ βρίσκεται η εξαιρετικά σημαντική του θέση, το τραγούδι μεταφέρει ένα αίτημα: Αίμα χιλιάδων αθώων (δημοσιγράφοι, δικαστικοί υπάλληλοι, αστυνομικοί, ευυπόληπτοι πολίτες κλπ), θέλω να δώ να βάφει τους δρόμους. Κοινώς και σε απλά λόγια το τραγούδι λέει το μόνο που αναλογεί σε μια δολοφονία πιτσιρικά από ένα μπάτσο είναι να καεί το σύμπαν. Με αυτή την έννοια θέτει ένα ελάχιστο όριο στη βία του κράτους και τη μέγιστη δυνατή απάντηση σε αυτήν. Πράγματα που 22 χρόνια μετά τα τηρήσαμε. Σχεδόν όλα. Τη σημασία που έχει το συγκεκριμένο τραγούδι νομίζω την επιβεβαιώνει και η κυκλοφορία του μοναδικού ελληνόφωνου single των Deus X Machina που περιελάμβανε μια διασκευή στο 38 χιλιοστά και μια διασκευή στο Μπασταρδοκρατία. Τόσα χρόνια στην πιάτσα οι Deus κάποιο λόγο θα είχαν (και δεν εννοώ τον εμπορικό…).

Αλλά όλα τα παραπάνω αφορούν μάλλον ένα ακαθόριστο πριν. Αν θέλουμε να γίνουμε λίγο πιο συγκεκριμένοι νομίζω ότι θα πρέπει να σταθούμε στο Αρκετά των Lost Bodies. To συγκεκριμένο τραγούδι βέβαια είναι αρκετά παλιό –αν δε με απατά η μνήμη μου πρέπει να είναι στο Υποτροπή του 2002- ωστόσο σχεδόν με το ξέσπασμα της εξέγερσης πολύ γρήγορα έκανε τον γύρο του στα ιστολόγια και στις σελίδες κοινωνικής δικτύωσης, σε τέτοιο βαθμό μάλλον ώστε πολύ σύντομα να αποκτήσει μια βαρύτητα εντός της ίδιας της εξέγερσης. Και εδώ ερχόμαστε στο κυρίως θέμα μιας και το Αρκετά έρχεται να λειτουργήσει ως γέφυρα ανάμεσα στο πριν και το τώρα της εξέγερσης. Όλοι οι λόγοι που είχαμε συν ένας… Αφήνω κατά μέρους το προφητικό «έχουνε ανοίξει λάκκους και μας περιμένουνε»… Με αυτό τον τρόπο ο «συν ένας λόγος» – η δολοφονία του Γρηγορόπουλου, έρχεται να συναντήσει όλους τους προηγούμενους και την ίδια στιγμή αυτή η συνάντηση απαιτεί να γίνει ένα βήμα παραπέρα. Δεν αρκούν τα σπασίματα, οι λεηλασίες και τα μπάχαλα, δεν αρκεί το μπάτσοι-γουρούνια-δολοφόνοι… Και έτσι το Αρκετά μετατρέπεται από το «αρκετά με την κονόμα και τις μαλακίες σας» σε δεν αρκούμαστε σε τίποτα. Τίποτα δεν μας φτάνει και τίποτα δεν είναι αρκετό ως απάντηση στη δολοφονία ενός 15χρονου επειδή έπινε μπύρες. Και έτσι πάμε στα κατειλημμένα δημαρχεία και δημοτικά κτήρια, στην κατάληψη της ΓΣΕΕ και της Λυρικής και στην πρώτη διευρυμένη προσπάθεια δημιουργίας λαικών συνελεύσεων. Το Αρκετά είναι το τραγούδι που δείχνει τη συνειδητοποίηση της εξέγερσης.

Το τώρα

Στο τώρα της εξέγερσης δεν χρειάζονται νομίζω πολλά λόγια. Κάνοντας μια μικρή αναδρομή στο ιστολόγιο που διατηρούσα τότε βλέπω ότι έχω κάνει ανάρτηση το συγκεκριμένο τραγούδι στις 10-12. Μέρα Τετάρτη που πάλι αν δεν με απατά η μνήμη μου ήταν το πρωί που μαθητές σε όλη τη χώρα την πέφτανε στα ΑΤ με νεράντζια και πέτρες. Το τραγούδι το είχα αντιγράψει από το ιστολόγιο της Utopia που το χε βάλει σε ανύποπτο χρόνο. Θυμάμαι είχα κάνει την ανάρτηση και μάλλον το ‘χα ξεχάσει, ώσπου ένα βράδυ πηγαίνοντας στην κατειλημμένη ΑΣΟΕΕ –εκεί ανάμεσα σε αγκαλιές και φιλιά με συντρόφους που ‘χα να δω καιρό- ακούγεται το συγκεκριμένο τραγούδι να ξεχύνεται στη μισητή αλλά όμορφη Πατησίων… Το τραγούδι αυτό είναι το La rage της Kenny Arkana. Και όλα τα υπόλοιπα τα ξέρετε… Εγώ εδώ απλά θα θελα να κάνω μια σύνδεση –μία ακόμα υπόγεια σύνδεση- του γαλλικού La rage με το επίσης γαλλικό La Heine αλλά πολύ περισσότερο να σημειώσω την επιθυμία για σύνδεση και αλληλεπίδραση των εκμεταλλευομένων πέρα από σύνορα και εθνικές ή φυλετικές ταυτότητες. Υιοθετώντας –τρόπον τινά- το La rage σαν «ύμνο» της η εξέγερση του Δεκέμβρη εξέφρασε, θέλησε να εκφράσει την παγκοσμιότητα της, την κοινή μοίρα των εκμεταλλευομένων σε όλα τα μήκη και σε όλα τα πλάτη. Και κυρίως να επισημάνει την πολυπολιτισμικότητα και του ίδιου του Δεκέμβρη αλλά και της ίδιας της εκμεταλλευόμενης τάξης.

Το Bad Kids των Black Lips μάλλον δεν είναι καθόλου γνωστό αναφορικά με εκείνη την περίοδο. Αλλά είπαμε τη μνήμη τη φτιάχνουμε εμείς τα υποκείμενα. Το συγκεκριμένο τραγούδι αναρτήθηκε στο ιστολόγιο των Lost Bodies (πάλι!!!;;;) στις 7-12, και αν με την δουλειά τους έχαιραν της εκτίμησης μου (όχι ότι έχει και πολύ σημασία) με την συγκεκριμένη ανάρτηση κέρδισαν την αγάπη μου. Για πολλούς λόγους. Πρώτον, γιατί έχει πολύ μεγάλη σημασία να πεις τις σωστές λέξεις τη σωστή στιγμή. Δεύτερον, γιατί φανέρωσαν και έκαναν μουσικά ορατή την τρυφερή καρδιά της άγριας νεολαίας. Τρίτον γιατί δήλωσαν κομμάτι αυτού που συνέβαινε και τέταρτον τελευταίο και κυριότερο αναζήτησαν –ή έτσι φάνηκε σε μένα- τα κοινά, τις κοινότητες και τα σημεία επαφής. Εν συντομία, αυτό το τραγούδι ήταν το δικό μου προσωπικό soundtrack στους δρόμους εκείνης της άγριας πόλης.

Το μετά

Στο μετά της εξέγερσης του Δεκέμβρη επιστρέφουμε σε δύο δικούς μας. Οι πρώτοι είναι τα Μεθυσμένα Ξωτικά που με την δική τους διασκευή στο La rage πέραν του ότι γράφουν μια χρυσή σελίδα στο πονεμένο και αγαπημένο καλτ υποείδος των διασκευών ξένων τραγουδιών με ελληνικό στίχο καταφέρνουν να κάνουν στα αλήθεια ένα υπέροχο τραγούδι. Μια μικρή παρένθεση: εδώ έχουμε ένα τραγούδι που αναφέρεται σε ένα ιστορικό γεγονός. Τα τραγούδια αυτά συνήθως έχουνε δύο δρόμους να ακολουθήσουν. Από τη μια υπάρχει η εξιστόρηση του γεγονότος, η οποία άσχετα αν τα καταφέρνει ή όχι να είναι αντικειμενική φροντίζει να εκπαιδεύει τον ακροατή, από την άλλη υπάρχει αυτό που θα λέγαμε η πολιτική τοποθέτηση επί του γεγονότος. Η προσωπική ματιά του καλλιτέχνη και άλλες τέτοιες αηδίες κοινώς (αηδίες στο βαθμό που η προσωπική ματιά του καλλιτέχνη είναι προιόν παρθενογέννεσης ή πτώσης μετεωρίτη). Με αυτή την έννοια η διασκευή από τα Μεθυσμένα Ξωτικά είναι στο ίδιο πνεύμα με το 38 χιλιοστά. Το γεγονός το γνωρίζουν όλοι. Αυτό που δεν γνωρίζουν όλοι είναι το πως βιώθηκε το ιστορικό γεγονός από κάποια υποκείμενα. Αυτό προσφέρει το Οργή. Μια κατεξοχήν πολιτική τοποθέτηση επί ενός γεγονότος. Εδώ, ίσως κάποιος να δει μια προφανή αδυναμία. Είναι ένα τραγούδι σαφώς αντιεξουσιαστικό για να μην πούμε ξεκάθαρα “χωρικό” και σε αυτό το πλαίσιο και άρα στρατευμένο. Το τραγούδι σε έναν Κνίτη δε λέει τίποτα: Πολλά σπασμένα τζάμια.Σε έναν αριστεριστή πάλι είναι κάπως βαρύ: στουπιά, μπουκάλια, πέτρες… άστο τώρα. Το τραγούδι φέρει αδυναμίες -αν θέλουμε να το δούμε ξεκάθαρα πολιτικά- αλλά είναι τελείως διαφορετικές από αυτές που νομίζουν οι δύο άνωθεν κατηγορίες ακροατών. Και στο κάτω κάτω της γραφής είναι νομίζω ηλίθιο να μιλάνε οι αριστεροί για στρατευμένη τέχνη ως κάτι κακό. Τέλος πάντων όμως το τραγούδι διαθέτει και μπόλικα δυνατά σημεία. Παρ’όλη την στράτευση του νομίζω δεν μιλάει πουθενά ή δεν υπονοεί με πολύ έντονο τρόπο τα στενά όρια μιας πολιτικής ταυτότητας. Έτσι προσπαθεί να ανασυστήσει τη διευρυμένη κοινότητα αγώνα της εξέγερσης του Δεκέμβρη. Δεν βάζει διαχωρισμούς και δε θέλει κατα κάποιο τρόπο να βάλει ακόμα και σε σχέση με την αριστερά -παρόλη την δεδομένη “χωρική” τοποθέτηση του “καλλιτέχνη”. Ένα ακόμα δυνατό σημείο του Οργή έχει να κάνει με αυτό που είπαμε στην αρχή: το ίδιο το βίωμα, οπότε δεν επιχειρηματολογώ άλλο επ’ αυτού. Τέλος, και νομίζω ότι εδώ βρίσκεται η όλη ιστορική αξία του Οργή, θεωρώ ότι δείχνει τα όρια μας σαν ιστορικοκοινωνικοπολιτικά υποκείμενα: δείχνει σχεδόν με χειρουργική ακρίβεια μέχρι που μπορούμε -ή ορθότερα μπορέσαμε- να φτάσουμε. Το Οργή είναι όλες οι απαντήσεις που δώσαμε το Δεκέμβρη. Και έτσι η κυριότερη δύναμη του τραγουδιού μετατρέπεται σε αδυναμία. Μιας και ως γνωστόν, ο Δεκέμβρης εκτός του να είναι μια απάντηση ήταν βασικά και μια ερώτηση.

Και με αυτό το ερώτημα περνάμε στο δεύτερο τραγούδι του μετά. Πρόκειται για το Απ’ τη σκόνη του Νόσφι. Τι έχει αυτό το τραγούδι και που μπορεί να διαφέρει με το Οργή; Εκ πρώτης όψεως ελάχιστα και εκ πρώτης όψεως ισχύουν όλα όσα έγραψα πιο πάνω. Ωστόσο το Απ’ τη σκόνη πηγαίνει ένα βήμα παραπέρα, ενδεικτικό των θεμάτων και των ζητημάτων που έβαλε και η ίδια η εξέγερση.

Το τραγούδι θέλει να πει την ιστορία των ερωτημάτων της εξέγερσης του Δεκέμβρη. Ο “παλιάτσος” του τραγουδιού στην πρώτη αναφορά μοιάζει να είναι ο παλιός κόσμος, η προηγούμενη κατάσταση, η προηγούμενη κοσμοθεώρηση άλλωστε “έχει ταλέντο κυρίως στις οφθαλμαπάτες”. Μέσα εκεί το υποκείμενο βιώνει την εξέγερση, αλλά τη βιώνει με έναν περίεργο τρόπο μιας και εξαναγκάζεται να “χωρέσει στην πρέπουσα φορεσιά”, είναι τρόπον τινά υποχρεωμένο να δράσει έτσι. Έχει πλήρη επίγνωση “για τις φωτιές που του ‘ταζε θα κέρναγε”. Στάση εδώ. Εδώ είναι οι απαντήσεις μας. Τις απαντήσεις που υποχρεωθήκαμε να δώσουμε στο ερώτημα που έθεσε η σφαίρα του Κορκονέα: Μπορεί ένας μπάτσος να σκοτώνει πιτσιρικάδες; Σε δεύτερη φάση πηγαίνουμε εκείνο το “ένα βήμα παραπέρα”  όπου κάνει την εμφάνιση του για δεύτερη φορά ο παλιάτσος, ο οποίος τώρα “βλέπει τις συνθήκες να τον έχουν ξεπεράσει αφού η δράση μας ήταν από κοινού και μία και μόνο εκεί υπάρχει επικοινωνία”. Στάση πάλι εδώ να το δώσουμε λίγο σχηματικά: ένα τυχαίο γεγονός, οι πρώτες αντιδράσεις εντός των πλαισίων που ξέρουμε, οι αντιδράσεις συνεχίζονται και δημιουργούνται οι πρώτες κοινότητες αγώνα με πιο σαφή χαρακτηριστικά, ο παλιός κόσμος μοιάζει ήδη τραγικά ξεπερασμένος. Να το θέσουμε αλλιώς: είναι ακριβώς εκείνο το χρονικό σημείο όπου η εξέγερση δεν αρκείται στις απαντήσεις που δίνει και αρχίζει να θέτει ερωτήματα. Ας επιστρέψουμε όμως στο τραγούδι το οποίο και περιγράφει αυτήν ακριβώς την κοινότητα. Αυτά ακριβώς τα κοινά. Ερωτήματα και ζητήματα. Μέσα σε αυτή τη συνθήκη ο παλιάτσος έχει εξαφανιστεί. Το ίδιο το υποκείμενο αναρωτιέται για το που είναι… Και εδώ πέφτεις στην παγίδα: “Δεν ήθελα να σκέφτομαι πως είχε γίνει μπάτσος”. Άρα εδώ ο παλιάτσος δεν είναι ο παλιός κόσμος νέτος σκέτος, γενικά και αόριστα αλλά ακόμα πιο συγκεκριμένα και πιο σαφώς κάτι άλλο. Τι; Εγώ θα έλεγα ότι είναι το δικό μας κομμάτι του παλιού κόσμου. Η δικιά μας συμμετοχή στον παλιό κόσμο. Η αλλοτρίωση μας, που όσο και να καμωνόμαστε ότι την έχουμε υπό περιορισμό όσο και να πιστεύουμε ότι την έχουμε πολεμήσει αυτή επιστρέφει ή μάλλον ή μπορεί να επιστρέφει σαν μπάτσος. Σαν περιορισμός. Σαν κάθειρξη σε αυτά που ξέραμε. Σαν φυλάκιση στις συνηθισμένες διαδρομές σκέψης και δράσης. Και ενώ τον αναζητά ο παλιάτσος εμφανίζεται μόνος του. Σε άθλια κατάσταση. Να καίγεται εγκαταλελειμμένος από όλους. Να ηττάται και να χάνει. Και τελικά να πεθαίνει απάνω στα οδοφράγματα τα οποία τελικά απέβησαν μοιραία και για την ίδια του την ύπαρξη.

Ο παλιάτσος είμαστε εμείς. Όλοι μας. Που είμαστε και ο παλιός κόσμος και ο φορέας του καινούριου. Με αυτή την έννοια το τραγούδι περιγράφει την εσωτερική αντίφαση του κινήματος και την πάλη ενάντια στον παλιό κόσμο του οποίου κόσμου όμως είναι και αυτό το ίδιο μέρος. Να το πάμε παραπέρα; Η εξέγερση του Δεκέμβρη επιθύμησε να αυτοκαταργηθεί διαμέσου του ίδιου της του ξεπεράσματος της, διαμέσου της γενίκευσης της… Δεν τα καταφέρε. Αλλά αυτό δε συνιστά ήττα. Ίσα ίσα, η μεγαλύτερη της ακριβώς νίκη είναι η προσπάθεια ξεπεράσματος της. Σημασία δεν έχει αν μια δεδομένη στιγμή δεν καταφέρεις να πηδήξεις τον τοίχο. Σημασία έχει να τον βρεις και να ξέρεις ότι θα πρέπει να περάσεις από πάνω του.

Άλλωστε κάτω από το Δεκέμβρη υπάρχει ο Ιούνης…