Tag Archives: folk

Υφαίνοντας με χορδές εκείνο το τραγούδι

Πόσα τραγούδια άραγε να υπάρχουν; Πόσα τραγούδια άραγε να έχουν γραφτεί, τραγουδηθεί, παιχτεί, χορευτεί στους τόσους αιώνες της γραφής, του τραγουδιού, του παιξίματος και του χορού; Υπάρχουν δύο απαντήσεις. Οι οποίες κάλλιστα είναι και μία απάντηση. Η μία απάντηση είναι η προφανής: άπειρα τραγούδια. Η άλλη απάντηση είναι λιγότερο προφανής (και ίσως αρκετά προβοκατόρικη): όχι πάνω από τέσσερα ή πέντε ή τέλος πάντων ένας αριθμός κοντά στα δάχτυλα των χεριών μας. Αλλά προς τι αυτή η ισοπωδετική ή στην καλύτερη μινιμαλιστική οπτική; Οι περισσότεροι καλλιτέχνες, τραγουδοποιοί, συνθέτες συνήθως δε θα πουν, γράψουν ή ερμηνεύσουν πάνω από 3-4 τραγούδια ακόμα και αν αυτά που έχουνε πει, γράψει ή ερμηνεύσει είναι εκατοντάδες τραγούδια. Και με αυτή την έννοια μάλλον καταλαβαίνει ακόμα και ο πιο ανυποψίαστος αναγνώστης τη διττή σημασία του τραγουδιού, που ένα μπορεί να είναι πολλά και τα πολλά να είναι ένα. Και αυτή τη διττή σημασία αν την πάρουμε και την κάνουμε εκτός απο ποιοτική και ποσοτική θα δει κανείς ότι το ίδιο ισχύει και για τους υπολοίπους τους μη-μουσικούς τους μη-τραγουδιστές τους μη-καλλιτέχνες, μιας και άλλωστε η μουσική είναι -ευτυχώς- και αυτωνών υπόθεση. Πολύ απλά, όλοι και όλες μας σε αυτή τη ζωή έχουμε 4-5 τραγουδια να πούμε. Και με αυτό τον τρόπο, ό,τι λέμε, ό,τι κάνουμε, ό,τι τραγουδάμε δεν είναι παρα συγχορδίες, στίχοι λέξεις και ρίμες κάποιου από αυτά τα 4-5 τραγούδια. Αυτό που κάνει ενδιαφέρουσα την πραγματικότητα (και την ίδια μα την ύπαρξη) είναι όταν κάποιο από αυτά τα τραγούδια ταυτίζεται, συγκλίνει, πλησιάζει, αγγίζει κάποιο από τα τραγούδια κάποιου ή κάποιας άλλης. Και το ενδιαφέρον έγκειται ακριβώς εδώ: αυτό κάνει διττή τη σημασία του τραγουδιού, τη σημασία του ενός (και του δύο και του τρία και του τέσσερα και του πέντε) και με αυτόν τον τρόπο τα τραγούδια είναι τέσσερα και πέντε και άπειρα ταυτόχρονα.

Ο Woody Guthrie έλεγε ότι το τραγούδι είναι κάπου εκεί έξω, και ο καλλιτέχνης μένει να το βρει εκεί έξω που αυτό βρίσκεται. Και το εκεί έξω δεν είναι κάνα αφηρημένο (και μεταφυσικό) μέρος έμπνευσης αλλά το σαφώς ορισμένο γεωγραφικά σημείο όπου τα τραγούδια των ανθρώπων συζητούν, ενώνονται, ενοποιούνται και συνδιαλέγονται. Ένας τέτοιος τόπος, ένα τέτοιο απόλυτα ορισμένο γεωγραφικό σημείο είναι και το τραγούδι που την μικρή του ιστορία θα προσπαθήσουμε να πούμε εδώ, είναι το 500 miles ή 900 miles ή Train 45 ή Rueben’s Train ή I’m 900 Miles Away From Home ή Ruby (Are You Mad) ή Railroaders’ Lament ή Rueben… Ένα τραγούδι που είναι πολλά αλλά είναι και ένα, που είναι και ένα αλλά είναι και πολλά… Και το οποίο γενικώς είναι ένα μικρό μπλέξιμο. Οπότε πως μπορεί ακριβώς να πιάσει να ξετυλίξεις ένα νήμα όπου τα τραγούδια είναι μπλεγμένα μεταξύ τους; Από ποιο σημείο ακριβώς μπορείς να ξεκινήσεις; Ευτυχώς για την πραγματικότητα και δυστυχώς για τους ακαδημαϊσμούς και τις λαικές μουσικές δεν υπάρχει μια τέτοια στιγμή αλλά υπάρχει μια διάρκεια. Ας γίνουμε όμως επιτέλους συγκεκριμένοι.

Πάμε στις απαρχές και τη δεκαετία του ’20 όπου ηχογραφούνται τρεις διαφορετικές εκτελέσεις του ίδιου τραγουδιού. Ή ακόμα καλύτερα τρία τραγούδια που μοιάζουν εξαιρετικά μεταξύ τους, στιχουργικά και μουσικά. Πρόκειται για το 900 Miles Away From Home το 1924 το Ruben Oh Ruben το 1929 και το Train 45 το 1930. Στα αλήθεια κανείς δεν μπορεί να βγάλει άκρη που βρίσκεται το “κανονικό” (ή ακόμα και αν υπάρχει “κανονικό”). Κάποιοι που ξεκινούν απο το Train 45, το οποίο είναι ένα απο το πιο γνωστά railroad songs θεωρούν τα άλλα δύο παραλλαγές του. Άλλοι που είναι πιο κοντά στο bluegrass και έχουν εκκίνηση το Rueben Oh Rueben θεωρούν τα άλλα δύο παραλλαγές του. Και οι τρίτοι της παρέας που εκκινούνται απο το folk revival θεωρούν το 900 Miles το “αυθεντικό”. Με έναν τρόπο αυτά είναι λίγο ακαδημαϊσμοί ή μάλλον εμμονές ενός κόσμου που αναζητεί το πρωτότυπο, το αυθεντικό, τη ρίζα ενώ θα έπρεπε να αναζητεί την ιδιαιτερότητα, την ειλικρίνεια και τις ρίζες.

Fiddlin' John Carson

Fiddlin’ John Carson

Όλες οι ιστορίες μας ξεκινάνε τη δεκαετία του ’20, αναγκαστικά, μιας και τότε η μουσική βιομηχανία άρχισε να υπάρχει ως τέτοια. Από αυτά τα τρία τραγούδια το πιο παλιό ηχογραφημένο είναι το 900 Miles Away From Home από τον Fiddlin’ John Carson. O Carson γεννημένος στη Georgia το 1868 ήταν ένας απο τους βιρτουόζους του βιολιού των αρχών του προηγούμενου αιώνα και μάλιστα σε πολιτειακούς διαγωνισμούς δεξιοτεχνίας έβγαινε πρώτος επί επτά συναπτά έτη. Ο Carson ήταν αυτοδίδακτος λαϊκός μουσικός μεγαλωμένος σε οικογένεια με μουσική παράδοση. Η ιστορία λέει ότι τον ανακάλυψε ένας ατζέντης της Okeh Records το 1922 όταν τον είδε σε βουβή ταινία επικαίρων που έδειχνε τον ετήσιο διαγωνισμό βιολιού της Virginia. Έτσι το 1923 ο Carson ξεκινά τις ηχογραφήσεις και την επόμενη χρονιά θα ηχογραφήσει και το 900 Miles Away From Home. Ηχογράφηση που είναι η πιο παλιά και από τα τρία τραγούδια που αποτελούν την αφετηρία μας. Ωστόσο, το τραγούδι δεν είναι δικό του και είναι κατοχυρωμένο ως παραδοσιακό και ανιχνεύεται καμιά δεκαπενταετία πιο πριν το 1909.

Το επόμενο βήμα έρχεται μια πενταετία μετά όπου ο G.B. Grayson παίρνει μια μελωδία για banjo, το Ruben, το ενοποιεί με τη μελωδία του 900 Miles Away From Home, παίρνει και δύο στίχους απο το τραγούδι και γράφει το Train 45. To Train 45 από τότε θα διαγράψει τη δική του πορεία μεσα στο χρόνο, θα γίνει ένα απο τα standards του bluegrass και της country, και θα γίνει μια αυθύπαρκτη οντότητα, στο βαθμό που βέβαια διατηρεί πάντα τη στενή συγγένεια με το 900 Miles Away From Home. Ο G.B. Grayson είναι μία ακόμα από εκείνες τις φιγούρες της αμερικάνικης μουσικής που συνέβαλε στη διαμόρφωση της. Γεννήθηκε το 1887 στη Βόρεια Carolina, έμεινε τυφλός από βρέφος και έμαθε να παίζει το βιολί, με έναν τελείως αρχαικό τρόπο μάλλον. Το 1927 συνεργάζεται με τον κιθαρίστα Whitter και μαζί θα βγάλουν μια σειρά επιτυχιών για τα δεδομένα της εποχής. Στον G.B. Grayson χρωστάμε ένα πολύ γνωστό τραγούδι το Tom Dooley το οποίο έκαναν νο.1 επιτυχία οι Kingston Trio, και το οποίο βασίζεται σε μια πραγματική ιστορία όπου ο Tom Dula, ενός πρώην στρατιώτη που σκότωσε την αρραβωνιαστικιά του και έγινε φυγάς για να πιαστεί τελικά, να δικαστεί, να καταδικαστεί και να κρεμαστεί. Η ιστορία του Tom Dula (Dooley είναι η προφορά στο τοπικό ιδιώμα) πήρε μεγάλες διαστάσεις στην εποχή της αλλά ο Grayson τη γνώριζε απο πρώτο χέρι μιας και ενας θείος του συμμετείχε στο στρατιωτικό σώμα που καταδίωξε τον Dula. O Grayson θα σκοτωθεί σε τροχαίο το 1930 αλλά θα προλάβει να γράψει μπόλικα τραγούδια που θα γίνουν αργότερα πολύ γνωστά από πολλους και διάφορους, ανάμεσα τους ο Bob Dylan και οι Rolling Stones.

Ένα χρόνο αργότερα ένας άλλος μουσικός, ο Emry Arthur, θα ηχογραφήσει τη δική του προσέγγιση στο συγκεκριμένο μοτίβο. Ο Emry Arthur, γεννημένος στο Kentucky από μουσική οικογένεια, ο πατέρας του μάλιστα ήταν συλλέκτης παραδοσιακών τραγουδιών, θα ξεκινήσει από μικρή ηλικία σχετικά να παίζει. Αποκτά μάλιστα και ένα ιδιαίτερο στυλ στο παίξιμο της κιθάρας μιας και είχε χάσει το ένα δαχτυλό του σε ένα ατύχημα. Η πιο γνωστή του επιτυχία είναι το Man Of Constant Sorrow. Το 1930, λοιπόν, ο Emry Arthur θα διασκευάσει/επανεκτελέσει/αναπροσαρμάσει ή τέλος πάντων θα ηχογραφήσει τη δική του εκδοχή πάνω στο μοτίβο, θα της δώσει τίτλο Reuben Oh Reuben και η οποία θα είναι πιο αργή και με παραλλαγμένους στίχους φτιάχνοντας έτσι το τρίτο σημείο αναφοράς μας.

Να κάνουμε απόπειρα κάπου εδώ να μαζέψουμε το μοτίβο μας; Δυο μελωδίες (λίγο πιο αργές ή λίγο πιο γρήγορες), στίχοι που αφορούν αποστάσεις, τραίνα, γράμματα από το σπίτι, ενεχυροδανειστήρια, μίλια και χιλιόμετρα, και τέλος δύο ακόμα διαφορετικοί ρυθμοί στο banjo. Ας πούμε όμως κάτι επιπλέον εδώ πριν πάμε παρακάτω: η λαική μουσική, η μουσική για την ακρίβεια που φτιάχνεται από τα κάτω εκείνη την περίοδο δεν έχει πνευματικά δικαιώματα. Στην καλύτερη κάπου ή κάπως να αναφέρεται ο συνθέτης ή ο στιχουργός. Ακόμα, η διακίνηση της λαικής μουσικής δεν γινόνταν με ηχογραφήσεις, γινόταν κυρίως με την προφορική διάδοση: στόμα με στόμα σε πανηγύρια και λαικές γιορτές και τέλος ελάχιστοι από τους λαικούς μουσικούς γνωρίζαν μουσική έχοντας την σπουδάσει. Όντας αυτοδίδακτοι οι περισσότεροι, κύριο μέσο καταγραφής της μουσικής γίνεται η μνήμη ατομική ή συλλογική. Και η μνήμη φυσικά, παραποιεί και δεν μπορεί να είναι φωτογραφική. Με αυτόν τον τρόπο, οι τρεις αυτές ηχογραφήσεις που αναφέραμε παραπάνω με έναν τρόπο είναι και οι τρεις τους σημεία και εκδοχές της συλλογικής μουσικής μνήμης των κοινοτήτων. Αυτό δεν τις κάνει τις μόνες. Τις κάνει απλά τις πρώτες καταγεγραμμένες με αυστηρούς όρους μουσικής καταγραφής και αποτύπωσης.

Woody Guthrie και Cisco Houston

Woody Guthrie και Cisco Houston

Την ελευθερία με την οποία διακινούνται μοτίβα, στιχάκια, μελωδίες, ρυθμοί, ιδέες και ιστορίες χωρίς να υπάρχει η εμμονή του “αυθεντικού”, του “πρωτότυπου” ή ακόμα χειρότερα της “έμπνευσης”, το διαπιστώνει κανείς από τις εκτελέσεις που ακολούθησαν τις δεκατίες του ’30, ’40 και ’50 όπου σχεδόν κάθε καλλιτέχνης πάνω στο μοτίβο τίτλων, μελωδιών, ρυθμών και θεματικής δίνει τη δική του οπτική. Υπάρχουν και κάποιες ακρότητες σε αυτές τις ηχογραφήσεις που είναι ενδεικτικές της ελευθερίας. Για παράδειγμα το 900 Miles από τον Woody Guthrie και τον Cisco Houston δεν είναι παρά το Train 45 με άλλο τίτλο ή ας πούμε οι Osborne Brothers που πήρανε το μοτίβο της μελωδίας και έφτιαξαν το φρενιτώδες Ruby Are You Mad. Για τριάντα και πλέον χρόνια λοιπόν, πάνω σε ένα ευρύ μοτίβο που ανοίγεται συνεχώς θα έχουμε δεκάδες εκτελέσεις, οι οποίες όμως σιγα σιγά θα σταθεροποιηθούν έχοντας σαν κεντρικά θέματα τα τρία τραγούδια που αναφέραμε.

Το 1960 είναι γενικώς μια τεράστια καμπή για τη folk μουσική. Μια μικρή παρένθεση εδώ: η folk αμερικάνικη μουσική παράδοση συστηματοποιήθηκε σα σώμα με ένα σαφές πολιτικό πρόσημο από πίσω. Οι πατήρ και υιός Lomax όπως και Charles Louis Seeger (ο πατέρας του Pete Seeger) θεώρουσαν ότι πρέπει να αναδειχθεί η πλούσια μουσική παράδοση των λαικών στρωμάτων ως τρόπος να φωτιστούν οι συνθήκες διαβίωσης τους, τα προβλήματα τους ως κίνητρο για την κοινωνική και πολιτική αλλαγή. Έτσι με έναν τρόπο η folk μουσική ήταν μια κατεξοχήν προοδευτική μουσική. Μετά τον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο όμως και την σκληρή αντικομμουνιστική γραμμή που διαπέρασε κάθετα και οριζόντια κάθε τομή και δομή της αμερικάνικης κοινωνίας (συνδικάτα, σωματεία, λογοτεχνία, κινηματογράφο, μουσική, κοινοτιστικές δομές, οργανώσεις για τα δικαιώματα των μειονοτήτων κλπ) έβαλε στο περιθώριο την folk μουσική, πριμοδοτώντας κεντρικά μια θεματολογία και μια υφολογία που λίγο αργότερα θα ονομαστεί country (ερωτικά θέματα, τι καλά που είναι η ζωή στο χωριό, όπλα, μαγκιές κλπ). Με αυτόν τον τρόπο επιχειρείται μια κάθαρση της folk μουσικής παράδοσης απο επικίνδυνες θεματολογίες και υφολογίες. Έτσι, ήδη τη δεκαετία του ’50 η folk μουσική είναι στο περιθώριο, και θα έρθει το λεγόμενο folk revival να την ξαναζωντανέψει. Ένας από τους ανθρώπους και αυτός που μάλλον πιο συστηματικά και οργανωμένα κατάφερε να κρατήσει δεμένο το νήμα απο τα ’30s και τα ’40s στα ’60s περνώντας δια πυρός και σιδήρου μέσα από τη δύσκολη δεκαετία ’48 με ’58 ήταν ο Pete Seeger αλλά και όλη η folk σκηνή της ανατολικής ακτής… Τέλη της δεκαετίας του ’50 λοιπόν και αρχές της δεκαετίας του ’60 η folk ξαναγεννιέται, και από μια περιθωριακή μουσική που παιζόταν από μερικούς αριστερούς και προοδευτικούς καλλιτέχνες στο περιθώριο και από τις κονότητες που πάντα τις έπαιζαν ξαναγίνεται φορέας κοινωνικής αλλαγής. Μέσα σε αυτό το πλαίσιο τα πράγματα θα συστηματοποιηθούν και με έναν τρόπο θα γίνουν πιο συγκεκριμένα.

H Hedy West στο φεστιβάλ του Newport

H Hedy West στο φεστιβάλ του Newport

Η Hedy West αποτελεί μία από τις πολλές φιγούρες στις οποίες οφείλουμε πολλά χωρίς να το ξέρουμε. Γεννημένη στην Georgia το 1938 σε οικογένεια με μουσική παράδοση και τον πατέρα της ανθρακωρύχο, συνδικαλιστή και με έντονο ενδιαφέρον για τη μουσική παράδοση των ανθρακοφόρων βουνών της ευρύτερης περιοχής θα μεγαλώσει μέσα στις δύσκολες συνθήκες των περιοχών αυτών. Μάλιστα, σε μικρή ηλικία ήταν αυτόπτης μάρτυρας μαζί με τον πατέρα της στη δολοφονία ενός συνδικαλιστή ανθρακωρύχου. Η Hedy West πήγε το 1959 στην Νέα Υόρκη να σπουδάσει υποκριτική αλλά βλέποντας όλο το ενδιαφέρον του Greenwich Village για τη folk συνειδητοποίησε ότι έπαιζαν μουσική που αυτή άκουγε κάθε μέρα και αποφάσισε να ασχοληθεί με τη μουσική. Μάλιστα έφερε και μια καινοτομία στον τρόπο που παιζόταν το banjo εισάγωντας πιο blues και jazz στοιχεία. Η Hedy West ήταν μια από τις πρώτες γυναικείες folk φωνές μαζί με την Joan Baez και την Judy Collins, κυκλοφόρησε δύο δίσκους στη Vanguard (την εταιρεία που συγκέντρωνε τότε τους περισσότερους folk καλλιτέχνες), εμφανίστηκε στο φεστιβάλ του Newport, έκανε εμφανίσεις στην εκπομπή του Pete Seeger στην τηλεόραση, αλλά αρνήθηκε να απεμπολήσει την ορεινή της μουσική τραχύτητα και να γίνει πιο εμπορική διατηρώντας από την μια και μια θεματολογία που μίλαγε για την ζωή και τις δυσκολίες των γυναικών και των κοριτσιών και ένα μουσικό ύφος μάλλον ακατέργαστο. Από τα μέσα της δεκαετίας του ’60 πηγαινοερχόταν στην Αγγλία και ουσιαστικά ασχολήθηκε περισσότερο με τη μελέτη και την καταγραφή των μουσικών λαικών παραδόσεων αφήνωντας τις ηχογραφήσεις κατα μέρους. Στη Hedy West οφείλουμε δύο τραγούδια που έγιναν ευρέως γνωστά το ένα είναι το Cotton Mill Girls το δεύτερο είναι το 500 Miles. Η Hedy West λοιπόν, αποτέλεσε με έναν τρόπο μέσα στο ιστορικό πλαίσιο που περιγράψαμε πιο πάνω ουσιαστικά την κατακλείδα σε μια μουσική πορεία ενός τραγουδιού που κλυκλοφορουσε για πάνω απο 50 χρόνια. Από εκεί και μετά αυτή την εκτέλεση θα πάρουν οι Journeymen που θα είναι και οι πρώτοι που θα την ηχογραφήσουν αλλα και οι Peter, Paul and Mary που θα το κάνουνε ένα απο τα πιο γνωστά και δημοφιλή folk τραγούδια.

Στη συνέχεια το τραγούδι θα διαχυθεί με έναν τρόπο παντού. Οι διασκευές και οι επανεκτελέσεις θα είναι δεκάδες, θα μεταφραστεί και σε άλλες γλώσσες και θα γίνεται και θα ξαναγίνεται μια μικρή επιτυχία, θα διαπεράσει πολλές φορές διάφορα μουσικά είδη και θα αναδύεται ξανά και ξανά στις δεκαετίες που θα ακολουθήσουν μέχρι και τις μέρες μας. Από soul και blues εκτελέσεις μέχρι rockabilly και άγρια garage το τραγούδι, η μελωδία και οι στίχοι θα συνεχίσουν την εκατονταετή και πλέον πορεία τους μέσα στο χρόνο.

Εδώ υπάρχει ένα πολύ ωραίο ερώτημα φιλοσοφικό βασικά: ποιανού είναι το τραγούδι; Ή μάλλον τελικά είναι κάποιου το τραγούδι αυτό; Είναι ας πούμε της Hedy West; Την ίδια ακριβώς χρονιά ένας πολύ γνωστός κύριος πάνω στο ίδιο μοτίβο που περιγράψαμε πιο πάνω θα ηχογραφήσει τη δική του εκδοχή. Ο γνωστός κύριος αυτός είναι ο Bob Dylan και η εκδοχή του φέρει τον τίτλο I Was Young When I Left Home… Παρόλο όμως, που έχουμε το ίδιο μοτίβο η εκδοχή του Dylan δεν είχε την ανάλογη επιτυχία (αλλά εντάξει, δεν στερείται επιτυχιών στην καριέρα του ο κύριος Dylan), ωστόσο με έναν τρόπο θα μπορούσε να συμβεί αυτό… Από την άλλη υπάρχει και μία διερώτηση για το ρόλο της μουσικής βιομηχανίας στην επικράτηση της μιας εκδοχής του τραγουδιού. Δηλαδή το πως λειτουργεί η μουσική σε μια εποχή που η μουσική βιομηχανία είναι ένας απο τους τρόπους να κυκλοφορήσει η μουσική και το πως λειτουργεί η μουσική σε μια εποχή που η μουσική βιομηχανία είναι ο μόνος τρόπος να κυκλοφορήσει η μουσική. Δεν υπονοούμε φυσικά κάτι σε σχέση με την εμπορευματοποιήση του συγκεκριμένου τραγουδιού έτσι και αλλιώς, άλλωστε οι προθέσεις της Hedy West και από την μετέπειτα πορεία της ήταν ειλικρινείς. Πιο πολύ η διερώτηση αφορά την ίδια την ιστορική συνθήκη των αλλαγών στο πως κυκλοφορεί η μουσική. Και η απάντηση είναι μάλλον σαφής: η ελευθερία στην διακίνηση καταργείται με έναν τρόπο για να αναδυθεί μια καινούργια αντίφαση, όπου εντός πια μιας τυπικά καταληγμένης μουσικής και στιχουργικής φόρμας αντιπαλεύουν αισθητικές, προσεγγίσεις και εκδοχές που είτε κλείνουν το νόημα σε ένα άνευρο pop folk χιτάκι (π.χ. Sonny & Cher) είτε το ανοίγουν σε έναν μεταβιομηχανικό εφιάλτη (π.χ. Vietnam Veterans).

Αν απομακρύνθούμε όμως λίγο οι παλαιότερες μορφές του τραγουδιού θα συνεχίσουν να υπάρχουν όμως, αν και πιο περιθωριακά. Χαρακτηριστικό παράδειγμα εδώ αποτελούν οι εκτελέσεις του τραγουδιού με τον τίτλο 900 Miles από τον Terry Callier και η αντίστοιχη και ομότιτλη από την Odetta. Οπότε με έναν τρόπο το τραγούδι δεν έχει χαθεί (αν θα μπορούσαμε να πούμε κάτι τέτοιο), έτσι και αλλιώς και το Train 45 συνεχίζει να παίζεται, και το Ruby Are You Mad και πολλές απο τις παραλλαγές τους. Ενίοτε απλά μπαίνει ως τίτλος σε instrumental ή σε τραγούδια που συνεχίζουν να είναι παραλλαγές πάνω σε ένα αρχικό θέμα που έχει χαθεί πια. Και η αρχή, και το τέλος του. Με έναν τρόπο κάπου εδώ τελειώνει αυτή η ιστορία. Η μουσική βιομηχανία πήρε το μερίδιο της και η μουσική συνέχισε να παραμένει εκεί που ήταν πάντα με έναν τρόπο. Στους ανθρώπους και τις κοινότητες τους.

Μια φορά και έναν καιρό ήταν λοιπόν, τρία τραγούδια που μπορεί να ήταν και τέσσερα ή πέντε ή σαρανταεννιά ή εκατόν δύο. Μια φορά και έναν καιρό αυτά τα τραγούδια έγιναν ένα τραγούδι για να ξαναγίνουν μετα πολλά και να ξαναγίνουνε ένα αλλά με έναν εντελώς διαφορετικό τρόπο. Με τον τρόπο που το ένα είναι πολλά.

Advertisements

Από το Harlan στα Λιόσα…

Αυτός ο κόσμος είναι χωρισμένος σε δύο στρατόπεδα το ένα εκ των οποίων επιθυμεί την ολοκληρωτική καταστροφή του άλλου.

Είμαστε στις αρχές της δεκαετίας του ’30. Η κρίση έχει χτυπήσει την Αμερική σε όλα τα μήκη και σε όλα τα πλάτη. Η IWW πρακτικά πλέον δεν υπάρχει μιας και έχει διαλυθεί κάτω από το βάρος της κρατικής καταστολής και των πληρωμένων από τα αφεντικά συμμοριών. Την έχει διαδεχθεί το Κομμουνιστικό Κόμμα των ΗΠΑ, το οποίο αντλεί τη βασική του δύναμη από το όποιο κύρος της νεαρής τότε ΕΣΣΔ. Το New Deal δεν έχει ξεκινήσει ακόμα, ούτε και η άνοδος του αστικού ολοκληρωτισμού (φασισμοί, ναζισμοί κλπ).

Αλλά όλα αυτά μπορεί και να έμοιαζαν ψιλά γράμματα για τους 18.000 ανθρακωρύχους που ζούσαν και έμεναν στην επαρχία Harlan του Kentucky… Στις αρχές του ’31 τα αφεντικά στα ανθρακωρυχεία αποφάσισαν να προχωρήσουν σε μειώσεις στους μισθούς της τάξης του 10%, αμέσως οι ανθρακωρύχοι ξεκίνησαν απεργία βάζοντας και επιπλέον αιτήματα που αφορούσαν τις συνθήκες διαβίωσης και εργασίας. Η πρώτη και ιδιαίτερα έντονη περίοδος της ταξικής αυτής σύγκρουσης με οπλισμένες και τις δύο μεριές κράτησε μέχρι τον Ιούνη του ’31, όταν ο κυβερνήτης του Kentucky έστειλε την εθνοφρουρά να αφοπλίσει και τις δύο πλευρές.

Ο Sam Reece ήταν ένας από τους οργανωτές του συνδικάτου UMWΑ (United Mine Workers of America), τον οποίο ο σερίφης J. H. Blair και οι άντρες του, που είχαν όλοι τους προσληφθεί από τους ιδιοκτήτες, κυνήγησαν προκειμένου να τον “συλλάβουν”. Οι άντρες του σερίφη εισέβαλαν στο σπίτι της οικογένειας Reece, αλλά ο Sam είχε ειδοποιηθεί και κατάφερε να διαφύγει. Ωστόσο, η γυναίκα του Florence και τα παιδιά τους, όπως είναι φυσικό, τρομοκρατήθηκαν από αυτή την επίθεση.

Florence Reece

Εκείνο το βράδυ, η Florence μόνη της στο σπίτι, με τον άντρα της δραπέτη να τον κυνηγάνε οι τραμπούκοι των αφεντικών, να μην γνωρίζει αν είναι ζωντανός ή νεκρός, να μην ξέρει αν θα γυρίσει ή θα εξαφανιστεί για πάντα, εκείνο το βράδυ που η Florence ζώντας σε μια διαρκή αβεβαιότητα με την ίδια και τα παιδιά της φοβισμένα, πήρε ένα ημερολόγιο από το τοίχο της κουζίνας και παίρνοντας μία παραδοσιακή μελωδία της περιοχής (ακούτε απόσπασμα εδώ) γράφει με πολύ απλά λόγια ένα τραγούδι για την πιο βαθιά ρήξη αυτού του κόσμου, για τον πιο κάθετο και απόλυτο διαχωρισμό. Αυτόν των αφεντικών και των εργατών. Το τραγούδι είναι το Which side are you on? Το οποίο μέσα στην απλότητα του στέκεται με απόλυτη σαφήνεια, στέκεται με απόλυτη οργή, στέκεται με απόλυτη συνείδηση, στέκεται με απόλυτη ταξικότητα, στέκεται με την απόλυτη ενότητα της κοινότητας αγώνα απέναντι στην οικονομική, πολιτική και στρατιωτική βία της τάξης των αφεντικών. Και κερδίζει. Όπως κέρδισαν τελικά και οι αγώνες των ανθρακωρύχων της περιοχής έστω και μετά από 8 ολόκληρα χρόνια αγώνα (αυτό για να έχουμε και μια εικόνα του τι σημαίνει “δίνω έναν αγώνα…”).

Την πορεία του του τραγουδιού μέσα στην κοινότητα αγώνα της επαρχίας Harlan δεν μπορούμε να τη γνωρίζουμε. Υποθέτουμε ότι έγινε γνωστό σχετικά γρήγορα μέσα στους κόλπους της αν και μέχρι τότε δεν υπήρχε μάλλον λόγος ή μάλλον τρόπος το τραγούδι να βγει παραέξω. Αυτό που ξέρουμε είναι ότι το 1940 ο Pete Seeger μαζεύοντας εργατικά τραγούδια βρίσκει το Which side are you on? και την επόμενη χρονιά μαζί με τους Almanac Singers που τους αποτελούσαν μαζί με τον Seeger οι Millard Lampell, Lee Hays, και ο Woody Guthrie το ηχογραφούν για πρώτη φορά. Η ηχογράφηση που κυκλοφορεί της Florence Reece δεν είναι η πρώτη ηχογράφηση του τραγουδιού. Χωρίς να είμαι απόλυτα σίγουρος η ηχογράφηση από τη φωνή της Florence έγινε με αφορμή μια νέα απεργία στην επαρχία Harlan το 1974 και το γύρισμα του σχετικού ντοκιμαντέρ της Barbara Kopple Harlan County USA. Ας ξαναγυρίσουμε όμως στο 1941 και την πρώτη ηχογράφηση του τραγουδιού, η οποία έγινε και η αιτία να γίνει το τραγούδι γνωστό σε έναν πιο ευρύ κύκλο ανθρώπων. Οι ίδιοι οι Almanac Singers θα είναι και αυτοί που θα το αλλάξουν για πρώτη φορά με αφορμή μια απεργία ναυτεργατών, όπου και θα προσαρμόσουν τους στίχους ανάλογα. Ύστερα από αυτό το τραγούδι θα παραμείνει για πολλά χρόνια θαμμένο σα σπόρος και σχεδόν αποκλειστικά στους κόλπους της folk μουσικής. Οι εμπρηστικοί του στίχοι σε αντίθεση με την πολύ πιασάρικη μελωδία του το κάνουν λίγο άβολο σαν τραγούδι, και αν αναλογιστεί κανείς τα χρόνια του Red Scare μπορεί εύκολα να καταλάβει κανείς γιατί το τραγούδι περιέπεσε σε μια σχετική αφάνεια. Αλλά δεν είναι μόνο αυτοί οι λόγοι. Το τραγούδι είναι μια αυθεντική punk κραυγή 40 χρόνια πριν το punk. Είναι ένα τραγούδι που επιτίθεται στο ακροατήριο του. Ένα τραγούδι το οποίο δεν κανακεύει αυτούς που το ακούνε αλλά αντιθέτως τους καλεί να πάρουνε θέση. Όχι να πουν μια γνώμη, όχι να ταχθούν θετικά ή αρνητικά πάνω σε ένα θέμα, αλλά αντιθέτως λέει: Κοίταξε να δεις, εδώ υπάρχει ένας ολοκληρωτικός ταξικός πόλεμος, πάρε θέση, δεν έχεις περιθώρια. Με αυτή τη σημασία είναι και ένα επιθετικό τραγούδι. Και με αυτή τη σημασία στέκεται στα άκρα. Και με αυτή τη σημασία το αγαπάμε.

Almanac Singers

Οι μόνοι που τις δεκαετίες που ακολούθησαν το τραγουδούσαν ήταν καλλιτέχνες της folk (και ο Seeger φυσικά) αλλά και τα κινήματα… Είναι εντυπωσιακό που σχεδόν μέχρι το ’80 οι μόνες ηχογραφήσεις που υπάρχουν είναι από τον Seeger (είτε με τους Weavers είτε μόνος του) και τους SNCC Freedom Singers η οποίοι ήταν οι vocal band του Student Nonviolent Coordinating Committee από το Albany της Georgia.

Θα πρέπει να περάσουνε οι δεκαετίες, η μουσική βιομηχανία να αναπτυχθεί, να ηττηθούν τα κινήματα του ’60 (ή να νικήσουν χάνοντας, ή να χάσουν νικώντας) προκειμένου το τραγούδι να αποκτήσει μία νέα δυναμική. Υπεύθυνος για αυτό ο αγαπημένος αντιπαθής Billy Bragg οποίος το ηχογραφεί για το EP Between the Wars κατά τη διάρκεια της μεγάλης απεργίας των βρετανών ανθρακωρύχων διασκευάζοντας το προκειμένου να ταιριάζει στην περίπτωση. Την ίδια περίοδο πάλι στην Βρετανία o ο Σκοτσέζος τραγουδιστής της folk Dick Gaughan θα το διασκευάσει πάλι με αφορμή την απεργία αυτή. Απο αυτόν θα το πάρουνε λίγο αργότερα το 1987 οι επίσης Σκοτσέζοι Deacon Blue οι οποίοι θα είναι και οι πρώτοι Βρετανοί που θα πουν σχεδόν τους αυθεντικούς στίχους, και λέω σχεδόν επειδή στο τέλος έχουνε προσθέσει μια τελευταία στροφή δική τους έμπνευσης (όχι κακή πάντως).

Billy Bragg

Η αγγλική άνοιξη του τραγουδιού είχε να κάνει προφανώς με τη συγκυρία και την απεργία των ανθρακωρύχων, αλλά είναι καμιά 15αριά χρόνια αργότερα όπου το τραγούδι ξαναγίνεται επίκαιρο με μια σειρά διασκευών που θα έλεγε κανείς ότι καλύπτει σχεδόν τα πάντα. Την αρχή την έκαναν οι Dropkick Murphys το 2001 στο Sing out loud! Sing out proud! και από κει δύο χρόνια αργότερα η Natalie Merchant στην πλέον απαράδεκτη και ξεψυχισμένη γυναικεία εκτέλεση του τραγουδιού. Η Merchant παρόλο που δεν έχει κακές προθέσεις και παρόλο που μουσικά το κομμάτι είναι εξαίσιο, ωστόσο του αφαιρεί κάθε αιχμή και κάθε ακίδα, παίρνει το ακατέργαστο ξύλο του τραγουδιού, το πλανάρει, το βερνικώνει και το γυαλίζει τρεις φορές το δευτερόλεπτο. Τη δόξα της ζήλεψε μάλλον και ο Tom Morello που καταφέρνει να κάνει, το 2011 μάλιστα, μια ακόμα πιο άνευρη εκτέλεση του τραγουδιού. Σε αυτήν την κατηγορία ανήκει και το δικό μας, συμπαθέστατο κατα τ’ άλλα κορίτσι η Νατάσα Μποφίλιου, η οποία ξεπερνάει σε γυάλισμα την Natalie στη γνωστή live εκτέλεση στο Πάρκο Τρίτση… Και εδώ περίπου είναι και το πρόβλημα. Στην εποχή του ύστερου μεταμοντερνισμού το νόημα, που έτσι και αλλιώς ολισθαίνει, είναι καμένο από χέρι. Στην προσπάθεια της η μηχανή να το δαγκώσει, να το μασήσει και να το καταπιεί προκειμένου να το μετατρέψει σε εμπόρευμα, δεν υπάρχει τίποτα να την εμποδίσει εκτός από την διαλεκτική σχέση μορφής και περιεχομένου. Με αυτή την έννοια ο συνδυασμός επιθετικών μουσικών μορφών ή έστω δύσπεπτων σε ένα τραγούδι με κατεξοχήν επιθετικό χαρακτήρα είναι η γραμμή άμυνας, είναι το αγκάθι στο ψάρι και το κόκκαλο στο κρέας. Μην τα κάνουμε σούπα λοιπόν… Υπό αυτό το πρίσμα προτιμάμε πολύ περισσότερο την ανέμπνευστη street ska punk διασκευή των γερμανών Commandantes του 2006 από τα γυαλισμένα παγάκια της διαφήμισης του Johnie Walker.

Και ενώ το 2000 ξεκίνησε με την άγρια διασκευή των Dropkick Murphys και έμοιαζε ευοίωνο αλλά μας ξενέρωσε μετά θα έπρεπε να μπούμε στα 10’s για να ακούσουμε κάποια σοβαρή διασκευή. Έτσι μόνο μέσα στο 2012 έπαιξαν 3 διασκευές του τραγουδιού. Η πρώτη από την πολύ αγαπητή Ani DiFranco η οποία παρ’ όλες τις πολιτικές διαφωνίες με τους στίχους -κλείνει στην ψύχρα το μάτι στον φιλοτσιπρικό Obama- έχει κάνει την πιο αιχμηρή διασκευή του τραγουδιού μαζί με τους Dropkick Murphys και τον Billy Bragg. Ωστόσο μια από τις καλύτερες διασκευές του τραγουδιού όχι μόνο για το 2012 αλλά γενικώς είναι αυτή των Panopticon από το Louisville του Kentucky (όπου στις γύρω πολιτείες γενικώς ανθεί η σημερινή folk punk σκηνή), μια one man band ατμοσφαιρικού heavy metal αναρχικών πεποιθήσεων με αναφορές στο crust, στη folk και σε κάποια άλλα μεταλλικά πράγματα που εγώ δεν τα καταλαβαίνω.

B. Dolan

Και για το τέλος θα κλείσουμε με το hip hop με δύο αναφορές. Η πρώτη είναι οι Rebel Diaz χιλιανοί μετανάστες στο Σικάγο με ενεργή δράση στην κοινότητα τους που το 2008 σάμπλαραν την ηχογράφηση των SNCC Freedom Singers και μας έδωσαν μια σπινταριστή εκδοχή του τραγουδιού που αγαπήσαμε. Ο δεύτερος είναι η πολύ πρόσφατη ανακάλυψη μου και η αιτία αυτής εδώ της ανάρτησης. Είναι ο B. Dolan που με ένα bluegrass hip hop χτυπάει στεγνά την macho αρρενοπώτητα, το μισογυνισμό και την ομοφοβία στο hip hop και φτιάχνει μια συγκλονιστική εκτέλεση, που τραβάει και ενώνει γραμμές, που συνδυάζει αγώνες, αιτήματα και κινήματα που κρατάει ολοζώντανη όλη την μεγάλη παράδοση (και) μουσικής αμφισβήτησης των κινημάτων των ΗΠΑ.

Και έτσι ερχόμαστε στο τέλος αυτού που δεν τελειώνει ποτέ, παρά μόνο για να αφήσει στην άκρη του να σταθεί ένα σημείο στίξης… θαυμαστικό, τελεία, κόμμα, άνω τελεία ή ερωτηματικό. Κυρίως ερωτηματικό θα έλεγα…

Όλα συνεχίζονται. Αλλά αυτό το ξέρετε ήδη.

Δύο-τρία πράγματα που ξέρω για αυτήν

Αυτό εδώ το ιστολόγιο θέλει να είναι ένα μουσικό ημερολόγιο. Ημερολόγιο το οποίο θα καταγράφει και θα μοιράζεται σκέψεις και μουσικές, σημειώσεις και απόψεις, αγάπες και πάθη γύρω από την πιο λαϊκή μορφή καλλιτεχνικής έκφρασης του ανθρώπινου είδους, τη μουσική. Σε όλο αυτό κεντρικό ρόλο θα παίξει κάτι παράδοξο –μάλλον- για τα δεδομένα των περισσότερων από εμάς: αυτό το παράδοξο είναι η αμερικάνικη folk μουσική. Τι με οδήγησε σε αυτόν τον παράδοξο δρόμο; Και κάνω αυτή την ερώτηση, διότι η απάντηση φανερώνει και την οπτική μου πάνω στο θέμα. Λίγο τα blues και το punk, λίγο το λάγνο αναρχοκομμουνιστικό μου παρελθόν και οι wobblies με την IWW, λίγο κάποιες ταινίες και λίγο η αγάπη μου για την κρυμμένη αμερική (ή μάλλον για τις κρυμμένες αμερικές), λίγο οι εργατικοί αγώνες και λίγο η εμμονή μου ότι εργατική τάξη παράγει (ή τέλος πάντων πρέπει να παράγει) τον δικό της πολιτισμό με οδήγησαν εδώ και μια πενταετία στον σκονισμένο δρόμο της folk μουσικής. Ωστόσο, δε θα περιοριστώ εκεί πέρα. Αναγκαστικά σχεδόν, κάτι τέτοιο αποκλείεται. Αλλά επίσης αναγκαστικά όλα θα τείνουν προς τα εκεί.

Τέλος για να τελειώνουμε με τους άβολους προλόγους, μην περιμένετε καμία «συστηματική» ή «επιστημονική» ή «κοινωνιολογική» ή ακόμα «δημοσιογραφική» προσέγγιση, αν εμμένετε σε τέτοιες ταμπέλες μπορείτε να πάρετε την εξής και να την κοτσάρετε: προσπαθώ να δω την μουσική δημιουργία υπό το πρίσμα της «διεαυτήν δημιουργικότητας της εργατικής τάξης» και της πάλης αυτής της δημιουργικότητας με την καπιταλιστική συνθήκη (ακριβώς δηλαδή αυτό που γίνεται και με τη μισθωτή εργασία, μην μου αγχώνεστε). Με απλά λόγια, η προσέγγιση μου θα είναι κομμουνιστική. Και ότι καταλάβατε, καταλάβατε, τι άλλο να κάνω;

 Καλώς ήρθατε.

***

Δύο-τρία πράγματα που ξέρω για αυτήν

«Όπου μαζεύοταν τρεις κομμουνιστές, ο τέταρτος θα έπρεπε να έπαιζε κιθάρα».

Woody Guthrie

Τι μπορεί να σπρώξει έναν άνθρωπο να ασχοληθεί με ένα τέτοιο ζήτημα στους καιρούς που ζούμε; Φαινομενικά η μελέτη μιας τέτοιας θεματικής μοιάζει εκτός τόπου και χρόνου, αλλά θέλω να πιστεύω ότι αν έχει κανείς μια χρήσιμη οπτική για το τι ήταν, είναι και θα είναι η folk μουσική και ειδικά η αμερικάνικη, αυτή η χρησιμότητα εφαρμόζεται και στο δικό μας παρόν, στα δικά μας ζητήματα, στις δικές μας ανάγκες, επιθυμίες και αγώνες. Τόσο απλά.

Καταρχήν νομίζω ότι θα πρέπει να διαλύσουμε μερικούς μύθους σε σχέση με την folk. Μύθοι που προέρχονται κυρίως από τη μουσική βιομηχανία και τα media.

Ο πιο διαδεδομένος μύθος είναι ότι η folk αποτελεί μουσική διαμαρτυρίας τουλάχιστον για να μην πούμε ότι στα μυαλά ορισμένων αποτελεί και στρατευμένη τέχνη. Αυτή η εικόνα προφανώς προέρχεται από την κύρια αντανάκλαση της folk στα δικά μας από τα 60’s και τα αντιπολεμικά κινήματα. Αλλά ήδη από τότε η folk είχε πίσω της μια ιστορία μισού αιώνα –ανάμεσα στα άλλα θα προσπαθήσουμε να πούμε και αυτή την ιστορία. Εν ολίγοις, η folk μπορεί στην τάδε ή στην δείνα περίπτωση να γινόταν μουσική διαμαρτυρίας ή ακόμα και στρατευμένη αλλά αυτό γινόταν μόνο και μόνο επειδή εκείνη τη στιγμή, ο συνθέτης, ο στιχουργός, ο τραγουδιστής διαμαρτύροταν για κάτι. Με αυτή την έννοια η folk είναι ένα επίπεδο πάνω από τη μερικότητα του πολιτικού ή του στρατευμένου τραγουδιού. H folk είναι μουσική με κοινωνική συνείδηση. Ακόμα πιο πέρα, η folk αποτελεί το όχημα της κοινωνικής συνείδησης των κοινοτήτων, αποτελεί ένα από τα συστατικά στοιχεία της έννοιας κοινότητα[i] στις ΕΠΑ των αρχών του 20ου αιώνα. Χωρίς όμως –και το τονίζουμε αυτό- να αποτελεί ποτέ, τουλάχιστον μέχρι το ’60 κεντρικό συστατικό στοιχείο αυτών των κοινοτήτων. Αυτές, δηλ., οι κοινότητες δεν είχαν σαν θεμέλιο λίθο τους τη folk. Αν ήταν ανθρώπινο σώμα, δεν ήταν ο σκελετός αλλά ο αέρας στα πνευμόνια. Και ναι ήταν το ίδιο σημαντική για τις κοινότητες αυτή η ανάσα.

Ένας άλλος μύθος λιγότερο διαδεδομένος αλλά το ίδιο μύθος είναι ότι η folk είναι η μουσική των λευκών «μαύρων». Των χαμηλών στρωμάτων, δηλ. της αμερικάνικης λευκής κοινωνίας. Αυτό είναι εν μέρει αλήθεια. Η διαστρέβλωση μάλλον προέρχεται από μία σχετική μάλλον εμμονή διάφορων να διαχωρίζουν τις μουσικές μεταξύ τους πολύ περισσότερο από όσο είναι οι άνθρωποι ήδη χωρισμένοι.  Είναι τυχαίο ότι ο όρος genre που χρησιμοποιείται και στη μουσική προέρχεται κατευθείαν από τη βιολογία; Με αυτή την έννοια θα τολμήσουμε να πούμε ότι ο χωρισμός της μουσικής σε είδη ή γένη είναι εξίσου ρατσιστικός με τον χωρισμό των ανθρώπων. Δεν «υπάρχει» μαύρη μουσική, όπως δεν υπάρχει και «λευκή» μουσική. Υπάρχουνε μουσικές κοινοτήτων, νέτα σκέτα. Το τι φυλετικά, πολιτισμικά, γεωγραφικά, ταξικά ή πολιτικά χαρακτηριστικά  έχουνε αυτές οι κοινότητες δεν αποδίδει αυτομάτως αυτά τα χαρακτηριστικά καθολικά στην πρακτική της κοινότητας. Οι προσμείξεις και το μπαστάρδεμα των μουσικών ειδών είναι πολύ μεγαλύτερο από το αντίστοιχο γενετικό έτσι και αλλιώς. Αυτό το οποίο θα κάνουμε εδώ και το οποίο δεν κάνουν πολλοί από όσους καταπιάνονται με τα μουσικά είδη είναι να λοξοκοιτάμε συνεχώς και προς άλλα είδη αλλά και προς άλλα πεδία. Εν κατακλείδι η folk είναι μία μουσική με στενότατη αλληλεπίδραση με τα blues, σχεδόν όσο και τα blues αλληλεπέδρασαν μαζί της.

Αυτά σε σχέση με ένα βασικό πλαίσιο το οποίο νομίζω θα πρέπει να έχει κανείς προκειμένου να δει την ιστορία της συγκεκριμένης μουσικής. Ιστορία που θα αφηγηθούμε εδώ πέρα. Ιστορία όμως που δεν θα την αφηγηθούμε ούτε ως ιστορικοί, ούτε ως μουσικολόγοι, ούτε ως μουσικοί δημοσιογράφοι, ούτε ως κοινωνιολόγοι… Αυτή την ιστορία θα την αφηγηθούμε όπως βιώθηκε, μέσα από τις μουσικές και τους στίχους, μέσα από τις ζωές και τα ζόρια κάποιων πρωταγωνιστών αλλά κυρίως και βασικά μέσα από τις πορείες, τις διαδρομές, τους αγώνες, τους καυμούς, τον πόνο και την χαρά των κοινοτήτων των οποίων η folk αποτέλεσε βασική καλλιτεχνική έκφραση…

Η δομή που θα προσπαθήσω να ακολουθήσω είναι να πιάσω κάποια σημεία και κάποια σταυροδρόμια, πιο πολύ υπομορφή σημειώσεων και μικρών ενοτήτων πάνω στο θέμα μας, παρά μια δομημένη αφήγηση. Με αυτή την έννοια πιθανά να υπάρξουν πολλά πισωγυρίσματα. Και αυτό είναι λογικό, τη στιγμή που αυτή την ιστορία με τον έναν ή τον άλλο τρόπο την έχω συνθέσει εκ των υστέρων και αποσπασματικά και γω ο ίδιος στο κεφάλι μου.


[i] Με τον όρο κοινότητα εδώ εννοούμε εκείνο το πλαίσιο στοιχείων που άνθρωποι αναγνωρίζουν ως κοινά μεταξύ τους και δρουν και σκέφτονται εντός αυτού του πλαισίου. Με αυτή την έννοια οι κοινότητες για τις οποίες μιλάμε μπορεί να είναι φυλετικές, γεωγραφικές, ταξικές, επαγγελματικές, θρησκευτικές κλπ.