Tag Archives: χώρος

Τα ημιτόνια του Δεκέμβρη

Ανασκαλεύοντας την (ατομική και συλλογική) μνήμη αναφορικά με τον Δεκέμβρη του ’08, αναρωτήθηκα κάποια στιγμή για τις μουσικές της εξέγερσης. Σε άσχετο τελείως χρόνο μάζεψα 6 τραγούδια τα οποία νομίζω στοιχειοθετούν το πριν, το τώρα και το μετά του Δεκέμβρη. Επέμεινα σε 3 ζευγάρια για έναν αδιευκρίνιστο λόγο. Κατά κάποιο τρόπο μου αρκούσαν και κατά κάποιο τρόπο συνεχίζουν να μου αρκούν. Οπότε συμπαθάτε με για την μεροληψία. Άλλωστε όπως αποδεικνύει και το πρόσφατο άρθρο του Ριζοσπάστη η μνήμη φτιάχνεται. Οπότε ορίστε και ένα δικό μου φτιάξιμο…

Το πριν

Αν θέλουμε να τοποθετήσουμε πριν το Δεκέμβρη του ’08 ένα μουσικό κομμάτι νομίζω ότι αναμφίβολα το πρώτο που τοποθετείται στο ευρύχωρο αυτό πριν είναι το 38 χιλιοστά από τους Αδιέξοδο… Το 38 χιλιοστά γράφτηκε και κυκλοφόρησε σχεδόν αμέσως μετά την δολοφονία του Μιχάλη Καλτεζά από τον μπάτσο των ΜΑΤ Μελίστα… Μουσικά έτσι και αλλιώς νομίζω ότι στέκεται πολύ επάξια μέσα στην σκηνή του punk της εποχής και κατά κάποιο τρόπο κατά την πολύ άσχετη γνώμη μου αποτέλεσε έναν από τους θεμέλιους λίθους (σε πολλαπλά επίπεδα) για την ανάπτυξη μετέπειτα του ελληνικού hc punk. Ωστόσο εδώ έχει και μια άλλη σημασία. Όλα αυτά τα χρόνια -22 τον αριθμό- το τραγούδι αυτό πάντα συνεχιζόταν να ακούγεται: σε μικροφωνικές, σε πάρτυ, σε συναυλίες αλληλεγγύης, σε καταλήψεις και στέκια. Με αυτή την έννοια μετατράπηκε με τον καιρό σε φορέα μνήμης του εγχώριου κινήματος. Μνήμης όχι ιστορικής, μιας και κανείς νομίζω δεν μπορεί να αγνοεί τον Καλτεζά. Η μνήμη που κουβαλάει αυτό το τραγούδι είναι η κινηματική μνήμη ως βίωμα πρώτα από όλα. Αυτό που κουβαλάει όλα αυτά τα χρόνια το 38 χιλιοστά δεν είναι η ιστορική διαφώτιση (άλλωστε στιχουργικά έτσι και αλλιώς δεν αναφέρεται στο γεγονός με πολύ σαφήνεια και επίσης έχει γραφτεί τόσο κοντά του που είναι αδιανόητο για το τραγούδι να θέλει να διαφωτίσει, να ενημερώσει ή να κάνει αντιπληροφόρηση). Αυτό που κουβαλάει είναι πρώτα από όλα το βίωμα υποκειμένων που έζησαν το γεγονός. Και αυτή η μεταφορά μέσα στο χρόνο έρχεται να τοποθετηθεί δίπλα, παράλληλα, σε αντίθεση με άλλα βιώματα 5, 10, 15, 22 ή 26 ολόκληρα χρόνια μετά. Ταυτόχρονα και εδώ βρίσκεται η εξαιρετικά σημαντική του θέση, το τραγούδι μεταφέρει ένα αίτημα: Αίμα χιλιάδων αθώων (δημοσιγράφοι, δικαστικοί υπάλληλοι, αστυνομικοί, ευυπόληπτοι πολίτες κλπ), θέλω να δώ να βάφει τους δρόμους. Κοινώς και σε απλά λόγια το τραγούδι λέει το μόνο που αναλογεί σε μια δολοφονία πιτσιρικά από ένα μπάτσο είναι να καεί το σύμπαν. Με αυτή την έννοια θέτει ένα ελάχιστο όριο στη βία του κράτους και τη μέγιστη δυνατή απάντηση σε αυτήν. Πράγματα που 22 χρόνια μετά τα τηρήσαμε. Σχεδόν όλα. Τη σημασία που έχει το συγκεκριμένο τραγούδι νομίζω την επιβεβαιώνει και η κυκλοφορία του μοναδικού ελληνόφωνου single των Deus X Machina που περιελάμβανε μια διασκευή στο 38 χιλιοστά και μια διασκευή στο Μπασταρδοκρατία. Τόσα χρόνια στην πιάτσα οι Deus κάποιο λόγο θα είχαν (και δεν εννοώ τον εμπορικό…).

Αλλά όλα τα παραπάνω αφορούν μάλλον ένα ακαθόριστο πριν. Αν θέλουμε να γίνουμε λίγο πιο συγκεκριμένοι νομίζω ότι θα πρέπει να σταθούμε στο Αρκετά των Lost Bodies. To συγκεκριμένο τραγούδι βέβαια είναι αρκετά παλιό –αν δε με απατά η μνήμη μου πρέπει να είναι στο Υποτροπή του 2002- ωστόσο σχεδόν με το ξέσπασμα της εξέγερσης πολύ γρήγορα έκανε τον γύρο του στα ιστολόγια και στις σελίδες κοινωνικής δικτύωσης, σε τέτοιο βαθμό μάλλον ώστε πολύ σύντομα να αποκτήσει μια βαρύτητα εντός της ίδιας της εξέγερσης. Και εδώ ερχόμαστε στο κυρίως θέμα μιας και το Αρκετά έρχεται να λειτουργήσει ως γέφυρα ανάμεσα στο πριν και το τώρα της εξέγερσης. Όλοι οι λόγοι που είχαμε συν ένας… Αφήνω κατά μέρους το προφητικό «έχουνε ανοίξει λάκκους και μας περιμένουνε»… Με αυτό τον τρόπο ο «συν ένας λόγος» – η δολοφονία του Γρηγορόπουλου, έρχεται να συναντήσει όλους τους προηγούμενους και την ίδια στιγμή αυτή η συνάντηση απαιτεί να γίνει ένα βήμα παραπέρα. Δεν αρκούν τα σπασίματα, οι λεηλασίες και τα μπάχαλα, δεν αρκεί το μπάτσοι-γουρούνια-δολοφόνοι… Και έτσι το Αρκετά μετατρέπεται από το «αρκετά με την κονόμα και τις μαλακίες σας» σε δεν αρκούμαστε σε τίποτα. Τίποτα δεν μας φτάνει και τίποτα δεν είναι αρκετό ως απάντηση στη δολοφονία ενός 15χρονου επειδή έπινε μπύρες. Και έτσι πάμε στα κατειλημμένα δημαρχεία και δημοτικά κτήρια, στην κατάληψη της ΓΣΕΕ και της Λυρικής και στην πρώτη διευρυμένη προσπάθεια δημιουργίας λαικών συνελεύσεων. Το Αρκετά είναι το τραγούδι που δείχνει τη συνειδητοποίηση της εξέγερσης.

Το τώρα

Στο τώρα της εξέγερσης δεν χρειάζονται νομίζω πολλά λόγια. Κάνοντας μια μικρή αναδρομή στο ιστολόγιο που διατηρούσα τότε βλέπω ότι έχω κάνει ανάρτηση το συγκεκριμένο τραγούδι στις 10-12. Μέρα Τετάρτη που πάλι αν δεν με απατά η μνήμη μου ήταν το πρωί που μαθητές σε όλη τη χώρα την πέφτανε στα ΑΤ με νεράντζια και πέτρες. Το τραγούδι το είχα αντιγράψει από το ιστολόγιο της Utopia που το χε βάλει σε ανύποπτο χρόνο. Θυμάμαι είχα κάνει την ανάρτηση και μάλλον το ‘χα ξεχάσει, ώσπου ένα βράδυ πηγαίνοντας στην κατειλημμένη ΑΣΟΕΕ –εκεί ανάμεσα σε αγκαλιές και φιλιά με συντρόφους που ‘χα να δω καιρό- ακούγεται το συγκεκριμένο τραγούδι να ξεχύνεται στη μισητή αλλά όμορφη Πατησίων… Το τραγούδι αυτό είναι το La rage της Kenny Arkana. Και όλα τα υπόλοιπα τα ξέρετε… Εγώ εδώ απλά θα θελα να κάνω μια σύνδεση –μία ακόμα υπόγεια σύνδεση- του γαλλικού La rage με το επίσης γαλλικό La Heine αλλά πολύ περισσότερο να σημειώσω την επιθυμία για σύνδεση και αλληλεπίδραση των εκμεταλλευομένων πέρα από σύνορα και εθνικές ή φυλετικές ταυτότητες. Υιοθετώντας –τρόπον τινά- το La rage σαν «ύμνο» της η εξέγερση του Δεκέμβρη εξέφρασε, θέλησε να εκφράσει την παγκοσμιότητα της, την κοινή μοίρα των εκμεταλλευομένων σε όλα τα μήκη και σε όλα τα πλάτη. Και κυρίως να επισημάνει την πολυπολιτισμικότητα και του ίδιου του Δεκέμβρη αλλά και της ίδιας της εκμεταλλευόμενης τάξης.

Το Bad Kids των Black Lips μάλλον δεν είναι καθόλου γνωστό αναφορικά με εκείνη την περίοδο. Αλλά είπαμε τη μνήμη τη φτιάχνουμε εμείς τα υποκείμενα. Το συγκεκριμένο τραγούδι αναρτήθηκε στο ιστολόγιο των Lost Bodies (πάλι!!!;;;) στις 7-12, και αν με την δουλειά τους έχαιραν της εκτίμησης μου (όχι ότι έχει και πολύ σημασία) με την συγκεκριμένη ανάρτηση κέρδισαν την αγάπη μου. Για πολλούς λόγους. Πρώτον, γιατί έχει πολύ μεγάλη σημασία να πεις τις σωστές λέξεις τη σωστή στιγμή. Δεύτερον, γιατί φανέρωσαν και έκαναν μουσικά ορατή την τρυφερή καρδιά της άγριας νεολαίας. Τρίτον γιατί δήλωσαν κομμάτι αυτού που συνέβαινε και τέταρτον τελευταίο και κυριότερο αναζήτησαν –ή έτσι φάνηκε σε μένα- τα κοινά, τις κοινότητες και τα σημεία επαφής. Εν συντομία, αυτό το τραγούδι ήταν το δικό μου προσωπικό soundtrack στους δρόμους εκείνης της άγριας πόλης.

Το μετά

Στο μετά της εξέγερσης του Δεκέμβρη επιστρέφουμε σε δύο δικούς μας. Οι πρώτοι είναι τα Μεθυσμένα Ξωτικά που με την δική τους διασκευή στο La rage πέραν του ότι γράφουν μια χρυσή σελίδα στο πονεμένο και αγαπημένο καλτ υποείδος των διασκευών ξένων τραγουδιών με ελληνικό στίχο καταφέρνουν να κάνουν στα αλήθεια ένα υπέροχο τραγούδι. Μια μικρή παρένθεση: εδώ έχουμε ένα τραγούδι που αναφέρεται σε ένα ιστορικό γεγονός. Τα τραγούδια αυτά συνήθως έχουνε δύο δρόμους να ακολουθήσουν. Από τη μια υπάρχει η εξιστόρηση του γεγονότος, η οποία άσχετα αν τα καταφέρνει ή όχι να είναι αντικειμενική φροντίζει να εκπαιδεύει τον ακροατή, από την άλλη υπάρχει αυτό που θα λέγαμε η πολιτική τοποθέτηση επί του γεγονότος. Η προσωπική ματιά του καλλιτέχνη και άλλες τέτοιες αηδίες κοινώς (αηδίες στο βαθμό που η προσωπική ματιά του καλλιτέχνη είναι προιόν παρθενογέννεσης ή πτώσης μετεωρίτη). Με αυτή την έννοια η διασκευή από τα Μεθυσμένα Ξωτικά είναι στο ίδιο πνεύμα με το 38 χιλιοστά. Το γεγονός το γνωρίζουν όλοι. Αυτό που δεν γνωρίζουν όλοι είναι το πως βιώθηκε το ιστορικό γεγονός από κάποια υποκείμενα. Αυτό προσφέρει το Οργή. Μια κατεξοχήν πολιτική τοποθέτηση επί ενός γεγονότος. Εδώ, ίσως κάποιος να δει μια προφανή αδυναμία. Είναι ένα τραγούδι σαφώς αντιεξουσιαστικό για να μην πούμε ξεκάθαρα “χωρικό” και σε αυτό το πλαίσιο και άρα στρατευμένο. Το τραγούδι σε έναν Κνίτη δε λέει τίποτα: Πολλά σπασμένα τζάμια.Σε έναν αριστεριστή πάλι είναι κάπως βαρύ: στουπιά, μπουκάλια, πέτρες… άστο τώρα. Το τραγούδι φέρει αδυναμίες -αν θέλουμε να το δούμε ξεκάθαρα πολιτικά- αλλά είναι τελείως διαφορετικές από αυτές που νομίζουν οι δύο άνωθεν κατηγορίες ακροατών. Και στο κάτω κάτω της γραφής είναι νομίζω ηλίθιο να μιλάνε οι αριστεροί για στρατευμένη τέχνη ως κάτι κακό. Τέλος πάντων όμως το τραγούδι διαθέτει και μπόλικα δυνατά σημεία. Παρ’όλη την στράτευση του νομίζω δεν μιλάει πουθενά ή δεν υπονοεί με πολύ έντονο τρόπο τα στενά όρια μιας πολιτικής ταυτότητας. Έτσι προσπαθεί να ανασυστήσει τη διευρυμένη κοινότητα αγώνα της εξέγερσης του Δεκέμβρη. Δεν βάζει διαχωρισμούς και δε θέλει κατα κάποιο τρόπο να βάλει ακόμα και σε σχέση με την αριστερά -παρόλη την δεδομένη “χωρική” τοποθέτηση του “καλλιτέχνη”. Ένα ακόμα δυνατό σημείο του Οργή έχει να κάνει με αυτό που είπαμε στην αρχή: το ίδιο το βίωμα, οπότε δεν επιχειρηματολογώ άλλο επ’ αυτού. Τέλος, και νομίζω ότι εδώ βρίσκεται η όλη ιστορική αξία του Οργή, θεωρώ ότι δείχνει τα όρια μας σαν ιστορικοκοινωνικοπολιτικά υποκείμενα: δείχνει σχεδόν με χειρουργική ακρίβεια μέχρι που μπορούμε -ή ορθότερα μπορέσαμε- να φτάσουμε. Το Οργή είναι όλες οι απαντήσεις που δώσαμε το Δεκέμβρη. Και έτσι η κυριότερη δύναμη του τραγουδιού μετατρέπεται σε αδυναμία. Μιας και ως γνωστόν, ο Δεκέμβρης εκτός του να είναι μια απάντηση ήταν βασικά και μια ερώτηση.

Και με αυτό το ερώτημα περνάμε στο δεύτερο τραγούδι του μετά. Πρόκειται για το Απ’ τη σκόνη του Νόσφι. Τι έχει αυτό το τραγούδι και που μπορεί να διαφέρει με το Οργή; Εκ πρώτης όψεως ελάχιστα και εκ πρώτης όψεως ισχύουν όλα όσα έγραψα πιο πάνω. Ωστόσο το Απ’ τη σκόνη πηγαίνει ένα βήμα παραπέρα, ενδεικτικό των θεμάτων και των ζητημάτων που έβαλε και η ίδια η εξέγερση.

Το τραγούδι θέλει να πει την ιστορία των ερωτημάτων της εξέγερσης του Δεκέμβρη. Ο “παλιάτσος” του τραγουδιού στην πρώτη αναφορά μοιάζει να είναι ο παλιός κόσμος, η προηγούμενη κατάσταση, η προηγούμενη κοσμοθεώρηση άλλωστε “έχει ταλέντο κυρίως στις οφθαλμαπάτες”. Μέσα εκεί το υποκείμενο βιώνει την εξέγερση, αλλά τη βιώνει με έναν περίεργο τρόπο μιας και εξαναγκάζεται να “χωρέσει στην πρέπουσα φορεσιά”, είναι τρόπον τινά υποχρεωμένο να δράσει έτσι. Έχει πλήρη επίγνωση “για τις φωτιές που του ‘ταζε θα κέρναγε”. Στάση εδώ. Εδώ είναι οι απαντήσεις μας. Τις απαντήσεις που υποχρεωθήκαμε να δώσουμε στο ερώτημα που έθεσε η σφαίρα του Κορκονέα: Μπορεί ένας μπάτσος να σκοτώνει πιτσιρικάδες; Σε δεύτερη φάση πηγαίνουμε εκείνο το “ένα βήμα παραπέρα”  όπου κάνει την εμφάνιση του για δεύτερη φορά ο παλιάτσος, ο οποίος τώρα “βλέπει τις συνθήκες να τον έχουν ξεπεράσει αφού η δράση μας ήταν από κοινού και μία και μόνο εκεί υπάρχει επικοινωνία”. Στάση πάλι εδώ να το δώσουμε λίγο σχηματικά: ένα τυχαίο γεγονός, οι πρώτες αντιδράσεις εντός των πλαισίων που ξέρουμε, οι αντιδράσεις συνεχίζονται και δημιουργούνται οι πρώτες κοινότητες αγώνα με πιο σαφή χαρακτηριστικά, ο παλιός κόσμος μοιάζει ήδη τραγικά ξεπερασμένος. Να το θέσουμε αλλιώς: είναι ακριβώς εκείνο το χρονικό σημείο όπου η εξέγερση δεν αρκείται στις απαντήσεις που δίνει και αρχίζει να θέτει ερωτήματα. Ας επιστρέψουμε όμως στο τραγούδι το οποίο και περιγράφει αυτήν ακριβώς την κοινότητα. Αυτά ακριβώς τα κοινά. Ερωτήματα και ζητήματα. Μέσα σε αυτή τη συνθήκη ο παλιάτσος έχει εξαφανιστεί. Το ίδιο το υποκείμενο αναρωτιέται για το που είναι… Και εδώ πέφτεις στην παγίδα: “Δεν ήθελα να σκέφτομαι πως είχε γίνει μπάτσος”. Άρα εδώ ο παλιάτσος δεν είναι ο παλιός κόσμος νέτος σκέτος, γενικά και αόριστα αλλά ακόμα πιο συγκεκριμένα και πιο σαφώς κάτι άλλο. Τι; Εγώ θα έλεγα ότι είναι το δικό μας κομμάτι του παλιού κόσμου. Η δικιά μας συμμετοχή στον παλιό κόσμο. Η αλλοτρίωση μας, που όσο και να καμωνόμαστε ότι την έχουμε υπό περιορισμό όσο και να πιστεύουμε ότι την έχουμε πολεμήσει αυτή επιστρέφει ή μάλλον ή μπορεί να επιστρέφει σαν μπάτσος. Σαν περιορισμός. Σαν κάθειρξη σε αυτά που ξέραμε. Σαν φυλάκιση στις συνηθισμένες διαδρομές σκέψης και δράσης. Και ενώ τον αναζητά ο παλιάτσος εμφανίζεται μόνος του. Σε άθλια κατάσταση. Να καίγεται εγκαταλελειμμένος από όλους. Να ηττάται και να χάνει. Και τελικά να πεθαίνει απάνω στα οδοφράγματα τα οποία τελικά απέβησαν μοιραία και για την ίδια του την ύπαρξη.

Ο παλιάτσος είμαστε εμείς. Όλοι μας. Που είμαστε και ο παλιός κόσμος και ο φορέας του καινούριου. Με αυτή την έννοια το τραγούδι περιγράφει την εσωτερική αντίφαση του κινήματος και την πάλη ενάντια στον παλιό κόσμο του οποίου κόσμου όμως είναι και αυτό το ίδιο μέρος. Να το πάμε παραπέρα; Η εξέγερση του Δεκέμβρη επιθύμησε να αυτοκαταργηθεί διαμέσου του ίδιου της του ξεπεράσματος της, διαμέσου της γενίκευσης της… Δεν τα καταφέρε. Αλλά αυτό δε συνιστά ήττα. Ίσα ίσα, η μεγαλύτερη της ακριβώς νίκη είναι η προσπάθεια ξεπεράσματος της. Σημασία δεν έχει αν μια δεδομένη στιγμή δεν καταφέρεις να πηδήξεις τον τοίχο. Σημασία έχει να τον βρεις και να ξέρεις ότι θα πρέπει να περάσεις από πάνω του.

Άλλωστε κάτω από το Δεκέμβρη υπάρχει ο Ιούνης…