Tag Archives: κίνημα

Ο συνδικαλισμός, τα κορίτσια και η μουσική

Ίσως εδώ να ταίριαζε πάρα πολύ ωραία μια εισαγωγή τύπου λυκειακής έκθεσης τύπου “από αρχαιοτάτων χρόνων”, αν τη δούλευα λίγο καλύτερα θα μπορούσα ίσως να σας εντυπωσιάσω από τις πρώτες γραμμές… Αλλά δεν είναι έτσι, γιατί σε ότι ακολουθεί διαπλέκονται, σε ακραίο σημείο είναι αλήθεια πολλά και διάφορα θέματα. Από την απεικόνιση της γυναίκας στην τέχνη και στην κουλτούρα και την πατριαρχία, μέχρι το φεμινισμό τον εργατισμό και του πως μπορείς να απελευθερωθείς και απελευθερώσεις εντός διαδικασιών αγώνα κομμάτια αλλοτρίωσης, καταπίεσης και να άρεις έστω οριακά -αλλά κυρίως- έστω πρακτικά, μερικά σημεία της πατριαρχίας, του σεξισμού, του κοινωνικοοικονομικοπολιτικού διαχωρισμού των δύο φύλων. Και το κυριότερο και βασικότερο ίσως: πώς διάολε θα μπορέσουμε στις πολιτικές και κοινωνικές μας σχέσεις όχι να κατακτήσουμε την ισότητα, αλλά να βάλουμε τις βάσεις για αυτή την ισότητα φτιάχνοντας καινούριες έννοιες για το ανθρώπινο;

Και τι σχέση μπορούν να έχουνε όλα αυτά τα ερωτήματα με τη μουσική; Τι απαντήσεις μπορεί να δώσει αυτή…

Η διασταύρωση όλων αυτών των ζητημάτων είναι δύο τραγούδια εξίσου γνωστά μάλλον και τα δύο του αμερικάνικου εργατικού κινήματος.

The_Rebel_Girl_cover

Το πρώτο είναι το Rebel Girl του Joe Hill. Ο Hill το έγραψε όντας φυλακισμένος περιμένοντας την εκδίκαση της υπόθεσης του για την κατηγορία της δολοφονίας ενός μπακάλη και του γιου του. Κατά τη διάρκεια της φυλάκισης του ξεκίνησε να αλληλογραφεί με την Elizabeth Gurley Flynn, ακτιβίστρια, συνδικαλίστρια, φεμινίστρια και μέλος φυσικά της IWW στην οποία είχε οργανωθεί από τα 16 της το 1906. Είχαν αρκετά συχνή αλληλογραφία και η Flynn τον επισκέφθηκε και μία φορά στο κελί του, όπου έκατσε μια ώρα. Από αυτή τη σχέση ο Hill εμπνεύστηκε το τραγούδι Rebel Girl. Μάλιστα της έστειλε δύο τηλεγραφήματα:

 “Συνέθεσα ένα νέο τραγούδι την προηγούμενη εβδομάδα με μουσική αφιερωμένο στο “περιστέρι της ειρήνης”. Ετοιμάζεται. Και τώρα αντίο, αγαπητή Gurley, έζησα σαν επαναστάτης και θα πεθάνω σαν τέτοιος.”

Και το επόμενο:

Αγαπημένη φίλη Gurley:

Λέω τόσο συχνά αντίο τώρα πια που καταντάει μονότονο αλλά δεν μπορώ να μη σου στείλω μερικές ακόμα γραμμές γιατί ήσουν για μένα κάτι παραπάνω από συνάδελφος. Ήσουν έμπνευση και όταν συνέθεσα το Rebel Girl ήσουν εκεί και με βοηθούσες όλη την ώρα. Καθώς εκλέπτυνες τις ιδέες μου τώρα που θα φύγω θα πρέπει να χρεωθείς αυτό το τραγούδι και να βεβαιωθείς να βρεις και μερικά ακόμα Rebel Girls σαν και εσένα επειδή τα χρειαζόμαστε και τα χρειαζόμαστε πολύ. Με μια εγκάρδια χειραψία πάνω από αυτή την ήπειρο και ένα τελευταίο θερμό αντίο από ότι θα μείνει από μένα. Δικός σου για πάντα.

Joe Hill

Να σημειώσω εδώ ότι αυτό ήταν το ένα από τα δύο τελευταία τηλεγραφήματα που έστειλε ο Hill πριν την εκτέλεση του. To άλλο στάλθηκε στον Big Bill Haywood.

To τραγούδι αυτό το τραγουδήθηκε πάνω από το φέρετρο του Hill στην κηδεία του στο Chicago και εκδόθηκε λίγο αργότερα με την σημείωση: “Αφιερωμένο στις γυναίκες της IWW”.

Η Flynn συνέχισε τη δράση της μέχρι το θάνατο της, παρέμεινε ενεργή στους Wobblies, έφαγε όλη την καταστολή που εξαπολύθηκε εναντίον τους, συμμετείχε ενεργά στους εργατικούς αγώνες και αποτέλεσε μια από τις πρώτες μαχητικές φεμινίστριες της Αμερικής. Το 1936 έγινε μέλος του Κ.Κ. των ΕΠΑ, μετά τον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο συνελήφθη στο δεύτερο κύμα διώξεων μελών του Κ.Κ., εξέτισε δύο χρόνια στη φυλακή, το 1961 γίνεται πρόεδρος του Κ.Κ. και το 1964 πεθαίνει σε μια επίσκεψη της στην Ε.Σ.Σ.Δ. όπου και κηδεύεται δημοσία δαπάνη. Το μνημείο της είναι δίπλα σε αυτά των Big Bill Haywood και των μαρτύρων του Σικάγο.

Elizabeth Gurley Flynn

Elizabeth Gurley Flynn

Το τραγούδι είναι το εξής:

Υπάρχουν διάφορες γυναίκες
σε αυτό τον περίεργο κόσμο όπως όλοι ξέρουν
Μερικές ζούνε σε όμορφες επαύλεις
και φοράνε τα πιο κομψά ρούχα
υπάρχουν γαλαζοαίματες βασίλισσες και πριγκίπισσες
που έχουνε χάρες από διαμάντια και μαργαριτάρια
αλλά η μόνη καθαρόαιμη κυρία
είναι το Επαναστατημένο Κορίτσι

Είναι το Επαναστατημένο Κορίτσι, είναι το Επαναστατημένο Κορίτσι
και για την εργατική τάξη είναι ένα πολύτιμο μαργαριτάρι,

Φέρνει κουράγιο, περηφάνια και χαρά
στο Επαναστατημένο Αγόρι που αγωνίζεται.
Είχαμε κορίτσια πριν αλλά χρειαζόμαστε μερικά ακόμα
στους Βιομηχανικούς Εργάτες του Κόσμου
γιατί είναι θαυμάσιο να αγωνίζεσαι για την ελευθερία
με ένα Επαναστατημένο Κορίτσι

Ναι μπορεί τα χέρια της να είναι σκληρά από τη δουλειά
και το φόρεμα της όχι τόσο καλό
αλλά η καρδιά στο στήθος της χτυπάει
αφοσιωμένη στην τάξη της και στους ανθρώπους της
και οι άρπαγες τρέμουν από το φόβο τους
όταν το πείσμα και την περιφρόνηση θα πετάει
γιατί η μόνη καθαρόαιμη κυρία
είναι το Επαναστατημένο Κορίτσι

Το δεύτερο τραγούδι είναι το Union Maid που είναι γραμμένο -σχεδόν- από τον Woody Guthrie (οι δύο πρώτοι στροφές από αυτόν η τελευταία από τους Almanac Singers), και το έγραψε όταν του ζητήθηκε παραγγελία ένα συνδικαλιστικό τραγούδι από “γυναικεία σκοπιά” το 1940. Και έτσι τόσο απλά -συνήθως ο Guthrie απλά έγραφε τα τραγούδια του- έκατσε και το έγραψε.

Μεταφράζω… (σημ.: maid σημαίνει υπηρέτρια αλλά και νεαρή κοπέλα, δεν ξέρω ακριβώς τη χρήση του στο τραγούδι αλλά έχω την αίσθηση ότι έχει την έννοια της “κοπελιάς” όπως χρησιμοποιείται για να προσφωνήσουμε μια εργαζόμενη σε ένα χώρο δουλειάς ίδια χρήση που έχει και το “νεαρέ” -που βλέπεις να το λένε και σε 40αρηδες σε χώρους δουλειάς- βλ. και το γαλλικό garcon… Εδώ εγώ επιλέγω το κοπελιά…)

Ήταν κάποτε μια κοπελιά του σωματείου που ποτέ δεν φοβόταν
τους μπράβους, τα υποχείρια, τους απεργοσπάστες του αφεντικού και τους βοηθούς του σερίφη που έκαναν επιδρομές
και πήγαινε στα γραφεία του σωματείου όποτε είχε μάζεμα
και όταν έρχονταν οι τραμπούκοι πάντα έμενε στη θέση της

Όχι δεν μπορείς να με φοβίσεις
γιατί είμαι με το σωματείο

Η κοπελιά του σωματείου ήταν έξυπνη και ήξερε τα κόλπα των ρουφιάνων του αφεντικού
δεν μπορούσε να την ξεγελάσει το υποχείριο του αφεντικού και πάντα οργάνωνε τους άντρες
πάντα τα κατάφερνε όταν απεργούσε για έναν καλύτερο μισθό
δείχνει την κάρτα μέλους του σωματείου στην εθνοφρουρά
και να τι τους λέει:

Όχι δεν μπορείς να με φοβίσεις
γιατί είμαι με το σωματείο

(Αυτή η στροφή δεν είναι του Woody Guthrie είναι γραμμένη από τους υπόλοιπους Almanac Singers).

Εσείς κορίτσια που θέλετε να είστε ελεύθερα, ακούστε μια συμβουλή από μένα
πηγαίνετε μαζί με τον άντρα σας που είναι συνδικαλιστής και συμμετέχετε στο τμήμα των γυναικών
ο γάμος δεν είναι δύσκολη υπόθεση αν έχεις την κάρτα του σωματείου
και ο συνδικαλιστής είναι ένας χαρούμενος άντρας όταν η γυναίκα του συνδικαλίζεται.

Τρεις εκδοχές λοιπόν, της γυναίκας μέσα στο κίνημα. Μπορεί, βέβαια και οι εκδοχές να είναι δύο ή τέσσερις και μπορεί να είναι πέντε ή έξι ή και μία. Όλα φυσικά εξαρτώνται από την οπτική. Αλλά ας μείνουμε λίγο στο γράμμα και ας περιοριστούμε στις τρεις εκδοχές, όσες και οι συγγραφείς των στίχων.

Είμαι γενικώς της άποψης ότι ένα καλλιτεχνικό έργο δεν έχει ποτέ αιώνια αξία ή σημασία. Ειδικά σε ότι αφορά την λαϊκή μουσική αυτό θεωρώ ότι ισχύει ακόμα περισσότερο. Ειδικά αυτή η μουσική θέλει και επιδιώκει να είναι εφήμερη και προσωρινή, να καλύψει μια συγκεκριμένη ανάγκη και να εκπληρώσει μια ειδική επιθυμία. Με αυτή τη σημασία οι στίχοι του Hill, δεν μπορούν να σταθούν στην αιωνιότητα σαν ένα καλλιτεχνικό έργο με αιώνια και πανανθρώπινη αξία και άλλα τέτοια κλισέ. Είναι λάθος να το κάνουμε αυτό και ανάμεσα στα άλλα δεν ξέρω αν ο Hill θα ήθελε κάτι τέτοιο. Για την ακρίβεια νομίζω ότι ο Hill είναι απλά ικανοποιημένος που έναν αιώνα μετά, σε ένα μέρος που μπορεί να μην άκουσε ποτέ και σε μια γλώσσα που επίσης δεν άκουσε ποτέ κάποιος γράφει για το τραγούδι του και κάποιοι-ες το διαβάζουν. Είναι αυτές μικρές οι νίκες που αποζητάμε στην τελική αν το καλοσκεφτεί κανείς…

Κάτω από ένα τέτοιο πρίσμα δεν μπορώ να κάτσω να κρίνω πολιτικά και στην οπτική του σήμερα το τραγούδι αυτό. Είναι προφανές ότι το “Φέρνει κουράγιο, περηφάνια και χαρά στο Επαναστατημένο Αγόρι που αγωνίζεται” δεν έχει και πολλά απελευθερωτικά στοιχεία. Από την άλλη βέβαια, αν δούμε το τραγούδι στην ιστορική και πολιτική του συνθήκη ίσως και να μην έχει και πολύ σημασία όλο αυτό.

Εκείνη την εποχή οι γυναίκες δεν είχαν ακόμα δικαίωμα ψήφου, επίσης με εξαίρεση κάποιες ελάχιστες κατηγορίες εξειδικευμένων εργατριών κανένα από τα σωματεία δεν δεχόταν να τις εγγράψει ως μέλη του. Ακόμα μόλις σχεδόν είχαν ξεκινήσει να ανακινούνται τα ζητήματα της ισότητας, της αυτοδιάθεσης του σώματος και γενικότερα να μπαίνουν επί τάπητος μια σειρά ζητημάτων που ίσως ακόμα και σήμερα να μην έχουνε επιλυθεί. Ειδικότερα η I.W.W. ήταν μπροστά στους αγώνες για το γυναικείο ζήτημα σε όλους τους τομείς με εξαίρεση το θέμα της ψήφου, με το οποίο δεν ασχολούνταν αλλά ταυτόχρονα ασκούσε και κριτική στο τότε φεμινινιστικό κίνημα λέγοντας ότι η γυναίκα της εργατικής τάξης έχει περισσότερα κοινά με τον άντρα της εργατικής τάξης παρά με γυναίκες των ανώτερων τάξεων.

Οπότε σε μια εποχή που η γυναίκα οριακά λογίζεται ως ανθρώπινο ον και σε καμία περίπτωση ίση με τον άνδρα πως μπορεί να ακούγονται οι στίχοι του Hill; Ειδικότερα, σε μια εποχή που ακόμα και μέσα στο επαναστατικό κίνημα η γυναίκα μπορεί να περιοριζόταν σε δεύτερους ρόλους είτε βοηθητικούς είτε υποστηρικτικούς πως μπορούν να ηχούν και κυρίως πως να γίνονται αντιληπτοί οι στίχοι του Hill; Ακόμα παραπέρα, σε μια εποχή που η γυναίκα γενικώς είναι υπηρέτρια (του άντρα αφέντη, του άντρα εργάτη, του άντρα επαναστάτη) τι σημασία μπορεί να έχει ένα τραγούδι που την τοποθετεί τόσο ψηλά; Που την μετατρέπει στο κόσμημα της εργατικής τάξης; Που θέλει να δει τη γυναίκα και θεωρεί ότι η γυναίκα πρέπει να είναι αναπόσπαστο κομμάτι του κινήματος; Που παίρνει τα ταλαιπωρημένα από τη δουλειά χέρια της και τα κάνει σύμβολο περηφάνιας και στοιχείο ομορφιάς; Που δε δίνει σημασία στα όμορφα φορέματα αλλά στο πως στέκεται η γυναίκα απέναντι στην πραγματικότητα; Και κυρίως: Που παίρνει μια υποτιμημένη διπλά ανθρώπινη ύπαρξη (και γυναίκα και εργάτρια) και την αναδεικνύει, την εξυψώνει και την επανατοποθετεί εκεί που πρέπει να είναι: πλάι πλάι με τις γυναίκες και τους άντρες της τάξης της;

Σε αυτά τα ερωτήματα βρίσκεται κατά τη γνώμη μου και η ομορφιά αυτού του τραγουδιού αλλά ταυτόχρονα και η πολιτική του αξία και σημασία. Την ίδια στιγμή όμως, ακριβώς εκεί έγκειται και η αδυναμία του. Και δεν είναι η εφήμερη αδυναμία του ίδιου του τραγουδιού αλλά η χρήση που του γίνεται. Ας το δώσουμε σχηματικά: η γυναίκα βρίσκεται στο 0 και ο Hill θέλει να την πάει στο 10 όπου είναι ο άντρας, το “λάθος” βρίσκεται στο ότι στο τραγούδι την πάει στο 15, ελπίζοντας κατά κάποιο τρόπο να κάτσει κάπου κοντά στο 10. Όμως η ζωή δεν είναι τραγούδι, οι απελευθερωτικές διαδικασίες δεν αρκούνται στην ποίηση (με την λογοτεχνική της σημασία) και κυρίως ο καπιταλισμός και το σύστημα κυριαρχίας και εκμετάλλευσης δεν θα νικηθεί μόνο με τους στίχους -δυστυχώς. Έτσι, το βασικό πρόβλημα με αυτό το τραγούδι, καθώς τα χρόνια περνούσαν και καθώς η θέση της γυναίκας ελάχιστα καλυτέρευε, για να μην πούμε ότι για πολλές δεκαετίες παρέμενε ίδια, ήταν ότι χρησίμευσε και σαν ευχολόγιο. Ήταν ότι χρησίμευσε και σαν άλλοθι για να μην ασχοληθούμε με τον ρόλο των γυναικών μέσα στο κίνημα. Ήταν, ή τέλος πάντων, έτσι λειτούργησε για κάποιους -συγγνώμη  αλλά ποτέ δεν είναι όλοι- ως η αιτία να θάβονται τα ζητήματα.

Αλλά αυτή είναι η ουσία της τέχνης: είναι στο χέρι του υποκειμένου αν θα το απελευθερώσει ή αν θα το σκλαβώσει.

Ας περάσουμε όμως στο Union Maid, το οποίο με πολλές σημασίες νομίζω (με εξαίρεση πάντα το τελευταίο τετράστιχο) έχει μια σωστή οπτική. Σωστή με την έννοια του πρακτικού. Άλλωστε ο Guthrie λαϊκός άνθρωπος ήταν, και οι λαϊκοί άνθρωποι γενικώς φημίζονται για την πρακτικότητα τους. Έτσι και αλλιώς, βέβαια, η παραγγελία που δόθηκε στον Guthrie δεν θα μπορούσε να υλοποιηθεί. Πως να γράψει ένας άντρας ένα τραγούδι από γυναικεία σκοπιά; Αλλά από την άλλη θα αποφύγει τους υψηλούς τόνους και τις ακρότητες του Hill. Η γυναίκα του Guthrie, είναι υλική, είναι βρώμικη, είναι προσγειωμένη, είναι πρακτική και μαχητική, δεν είναι όμορφη γιατί δεν τον ενδιαφέρει η ομορφιά, αλλά στέκεται με ισότητα μέσα στους αγώνες. Η γυναίκα του Guthrie είναι ανώνυμη και ταυτόχρονα επώνυμη, είναι κομμάτι του κινήματος. Δεν καλεί να την σεβαστούμε ή να την εξυψώσουμε, καθότι δεν υπάρχει λόγος. Την έχουμε αποδεχτεί ήδη. Είναι κομμάτι μας, είμαστε κομμάτι της και όλοι μαζί δίνουμε αγώνα προκειμένου να είμαστε ένα. Ένα ενιαίο υποκείμενο χωρίς διαχωρισμούς. Η γυναίκα του Guthrie συμμετέχει εξίσου στο κίνημα. Πάει στις συνελεύσεις και στέκεται στην περιφρούρηση. Η γυναίκα του Guthrie έχει απολέσει το επικό στοιχείο της θηλυκότητας (με την αρνητική σημασία) και έχει κατακτήσει την ανθρωπινότητα της συμμετοχής στους αγώνες.

Φυσικά ούτε εδώ μπορούμε να γνωρίζουμε με ακρίβεια την πραγματική κατάσταση και θέση της γυναίκας μέσα στα κινήματα εκείνη την περίοδο (μην αγχώνεστε, και σήμερα εδώ στην Ελλάδα με το ζόρι γνωρίζουμε κάποια πράγματα και μάλιστα ελάχιστα κατά τη γνώμη μου, στο βαθμό που τα ίδια τα υποκείμενα δεν παίρνουν το λόγο), ώστε να μπορούμε με βεβαιότητα να πούμε κατά πόσο το τραγούδι αυτό είναι ένα ευχολόγιο ή είναι μια καταγραφή. Νομίζω ότι η αλήθεια είναι κάπου ανάμεσα. Με μια έννοια είναι και ευχολόγιο αλλά ταυτόχρονα αντικατοπτρίζει και μια κατάσταση, ή τέλος πάντων κάποιες τάσεις μέσα στην κατάσταση του κινήματος.

Παρόλα αυτά την αδυναμία του Hill το τραγούδι δεν την έχει. Δεν μπορεί να λειτουργήσει πολύ ως άλλοθι μιας πατριαρχικής συμπεριφοράς και ως κρύψιμο κάτω από το χαλί συμπεριφορών βασισμένων στον διαχωρισμό των φύλων. Ας επαναλάβω εδώ όμως το εξής: η αδυναμία αυτή δεν είναι αδυναμία του δημιουργού, είτε του Hill είτε του Guthrie, είναι και πάντα είναι αδυναμία του ίδιου του κινήματος. Εσένα, εμένα, αυτουνού και αυτηνής…

Πάμε και στο τελευταίο τετράστιχο, αυτό που προστέθηκε μετά από τους υπόλοιπους Almanac Singers και το οποίο κατά τη γνώμη μου φανερώνει ότι πιο οπισθοδρομικό έχει να επιδείξει γενικώς και ειδικώς το ευρύτερο κίνημα…

Εσείς κορίτσια που θέλετε να είστε ελεύθερα, ακούστε μια συμβουλή από μένα…

Η παλιά καλή λούμπα της λογικής των πρωτοποριών, εγώ συμβουλεύω εσάς, το οποίο προσοχή εδώ, δεν είναι μια συμβουλή όπως στα blues που απευθύνεται από ισότιμα μέλη της κοινότητας σε άλλα ισότιμα μέλη της κοινότητας. Εδώ είναι μια συμβουλή άντρα προς γυναίκα, πολιτικοποιημένου προς μη πολιτικοποιημένο, αυτού που έχει “συνείδηση” και αυτού που δεν έχει. Και ως εκ τούτου, άχρηστη και κατευθυνόμενη.

Πηγαίνετε μαζί με τον άντρα σας που είναι συνδικαλιστής και συμμετέχετε στο τμήμα των γυναικών

Πόσο πια να αναπαράγει κανείς την πατριαρχία; Πόσο πια να επιτείνεις το διαχωρισμό μεταξύ των φύλων; Πραγματικά δεν ξέρω αν έχει περισσότερο. Σε αυτό το στίχο πάντως νομίζω βρίσκεται και η τερατώδης διαφορά του τι είναι αυτό που πολεμάει τους διαχωρισμούς και τι είναι αυτό που τους αναπαράγει. Αυτό που τους πολεμάει είναι η ρήξη με τα πλαίσια που θέτει το σύστημα κυριαρχίας και εκμετάλλευσης, αυτό που τους αναπαράγει είναι η διατήρηση εντός αυτών των πλαισίων της πρακτικής μας, της δράσης μας και της θεωρίας μας.

Ο γάμος δεν είναι δύσκολη υπόθεση αν έχεις την κάρτα του σωματείου
και ο συνδικαλιστής είναι ένας χαρούμενος άντρας όταν η γυναίκα του συνδικαλίζεται.

Και έτσι πολύ όμορφα κλείνει αυτό το τραγούδι και ταυτόχρονα μπαίνει και η ταφόπλακα σε ότι απελευθερωτικό πρότειναν ο Hill και ο Guthrie. Πάει το κορίτσι με τα σκληρά χέρια από τη δουλειά που είναι όμορφα και είναι και αυτή όμορφη, πάει το κορίτσι που οργανώνει τους άντρες και μας μένει η γυναίκα που παντρεύεται τον συνδικαλιστή για να έχει έναν αρμονικό έγγαμο βίο…

Γενικότερα οι Almanac Singers και όσοι τους αποτελούσαν, πέραν της αδιαμφισβήτητης αξίας της δουλειάς τους σε όλα σχεδόν τα επίπεδα, είχαν και είναι λογικό να είχαν διάφορα προβλήματα. Και όλη εκείνη η ευρύτερη κίνηση των τελών των 30’s στην Νέα Υόρκη (Πατήρ και υιός Lomax, πατήρ και υιός Seeger και όλοι οι υπόλοιποι σοσιαλιστές και αριστεροί), είχε μία βασική αδυναμία: δεν ήταν κομμάτι της λαϊκής μουσικής και των εργατικών κοινοτήτων. Ερχόταν σαν εξωτερικοί διανοούμενοι προκειμένου να την αναδείξουν. Αλλά σε σχέση με αυτό περισσότερα κάποια άλλη φορά.

Και τι μένει; Τι κάνουμε εμείς; Τι γίνεται με τους άλλους; Τι γίνεται με τους άλλες;

Δεν ξέρω.

Ξέρω όμως ότι θα πρέπει να το παλέψουμε. Ξέρω όμως ότι τους διαχωρισμούς τους πολεμάμε.  Από κοινού. Μαζί. Ξέρω ακόμα ότι μπορεί να προκύπτουν διαχωρισμοί μέσα στον καταμερισμό εργασιών του κινήματος (με βάση τις ανάγκες, τις ικανότητες και τις επιθυμίες) αλλά αυτός ο καταμερισμός δεν πρέπει να δίνει την κοινωνική υπεραξία που δίνει ο αντίστοιχος καπιταλιστικός, επειδή για το κίνημα κάθε εργασία, κάθε δέσμευση, κάθε πράξη είναι ισότιμη με κάθε άλλη επειδή μέσα στο κίνημα είμαστε όλοι μας ισότιμοι. Δυστυχώς όμως δεν είναι έτσι. Αλλά οφείλουμε, σε μας, στους άλλους και στις άλλες να το παλέψουμε να είναι έτσι.

Επειδή όταν ένα χέρι πιάνει ένα άλλο, είτε είναι σε μια διαδήλωση, είτε είναι στο σκοτάδι, είτε είναι από ανάγκη, είτε είναι από επιθυμία, είτε είναι φόβος, είτε είναι χαρά…

Είναι πάντα δύο χέρια που πιάνονται…

Εν τέλει όμως, πέρα από αυτές τις τρεις γυναίκες, θα υπάρχει πάντα και εκείνο το κορίτσι με το οποίο είμαστε μονίμως ερωτευμένοι…

ΥΓ. Ο τίτλος είναι παράφραση του τίτλου του κειμένου «Η δικαιοσύνη τα κορίτσια και η αιωνιότητα» του Υβ Λε Μανάκ

Advertisements

Τα ημιτόνια του Δεκέμβρη

Ανασκαλεύοντας την (ατομική και συλλογική) μνήμη αναφορικά με τον Δεκέμβρη του ’08, αναρωτήθηκα κάποια στιγμή για τις μουσικές της εξέγερσης. Σε άσχετο τελείως χρόνο μάζεψα 6 τραγούδια τα οποία νομίζω στοιχειοθετούν το πριν, το τώρα και το μετά του Δεκέμβρη. Επέμεινα σε 3 ζευγάρια για έναν αδιευκρίνιστο λόγο. Κατά κάποιο τρόπο μου αρκούσαν και κατά κάποιο τρόπο συνεχίζουν να μου αρκούν. Οπότε συμπαθάτε με για την μεροληψία. Άλλωστε όπως αποδεικνύει και το πρόσφατο άρθρο του Ριζοσπάστη η μνήμη φτιάχνεται. Οπότε ορίστε και ένα δικό μου φτιάξιμο…

Το πριν

Αν θέλουμε να τοποθετήσουμε πριν το Δεκέμβρη του ’08 ένα μουσικό κομμάτι νομίζω ότι αναμφίβολα το πρώτο που τοποθετείται στο ευρύχωρο αυτό πριν είναι το 38 χιλιοστά από τους Αδιέξοδο… Το 38 χιλιοστά γράφτηκε και κυκλοφόρησε σχεδόν αμέσως μετά την δολοφονία του Μιχάλη Καλτεζά από τον μπάτσο των ΜΑΤ Μελίστα… Μουσικά έτσι και αλλιώς νομίζω ότι στέκεται πολύ επάξια μέσα στην σκηνή του punk της εποχής και κατά κάποιο τρόπο κατά την πολύ άσχετη γνώμη μου αποτέλεσε έναν από τους θεμέλιους λίθους (σε πολλαπλά επίπεδα) για την ανάπτυξη μετέπειτα του ελληνικού hc punk. Ωστόσο εδώ έχει και μια άλλη σημασία. Όλα αυτά τα χρόνια -22 τον αριθμό- το τραγούδι αυτό πάντα συνεχιζόταν να ακούγεται: σε μικροφωνικές, σε πάρτυ, σε συναυλίες αλληλεγγύης, σε καταλήψεις και στέκια. Με αυτή την έννοια μετατράπηκε με τον καιρό σε φορέα μνήμης του εγχώριου κινήματος. Μνήμης όχι ιστορικής, μιας και κανείς νομίζω δεν μπορεί να αγνοεί τον Καλτεζά. Η μνήμη που κουβαλάει αυτό το τραγούδι είναι η κινηματική μνήμη ως βίωμα πρώτα από όλα. Αυτό που κουβαλάει όλα αυτά τα χρόνια το 38 χιλιοστά δεν είναι η ιστορική διαφώτιση (άλλωστε στιχουργικά έτσι και αλλιώς δεν αναφέρεται στο γεγονός με πολύ σαφήνεια και επίσης έχει γραφτεί τόσο κοντά του που είναι αδιανόητο για το τραγούδι να θέλει να διαφωτίσει, να ενημερώσει ή να κάνει αντιπληροφόρηση). Αυτό που κουβαλάει είναι πρώτα από όλα το βίωμα υποκειμένων που έζησαν το γεγονός. Και αυτή η μεταφορά μέσα στο χρόνο έρχεται να τοποθετηθεί δίπλα, παράλληλα, σε αντίθεση με άλλα βιώματα 5, 10, 15, 22 ή 26 ολόκληρα χρόνια μετά. Ταυτόχρονα και εδώ βρίσκεται η εξαιρετικά σημαντική του θέση, το τραγούδι μεταφέρει ένα αίτημα: Αίμα χιλιάδων αθώων (δημοσιγράφοι, δικαστικοί υπάλληλοι, αστυνομικοί, ευυπόληπτοι πολίτες κλπ), θέλω να δώ να βάφει τους δρόμους. Κοινώς και σε απλά λόγια το τραγούδι λέει το μόνο που αναλογεί σε μια δολοφονία πιτσιρικά από ένα μπάτσο είναι να καεί το σύμπαν. Με αυτή την έννοια θέτει ένα ελάχιστο όριο στη βία του κράτους και τη μέγιστη δυνατή απάντηση σε αυτήν. Πράγματα που 22 χρόνια μετά τα τηρήσαμε. Σχεδόν όλα. Τη σημασία που έχει το συγκεκριμένο τραγούδι νομίζω την επιβεβαιώνει και η κυκλοφορία του μοναδικού ελληνόφωνου single των Deus X Machina που περιελάμβανε μια διασκευή στο 38 χιλιοστά και μια διασκευή στο Μπασταρδοκρατία. Τόσα χρόνια στην πιάτσα οι Deus κάποιο λόγο θα είχαν (και δεν εννοώ τον εμπορικό…).

Αλλά όλα τα παραπάνω αφορούν μάλλον ένα ακαθόριστο πριν. Αν θέλουμε να γίνουμε λίγο πιο συγκεκριμένοι νομίζω ότι θα πρέπει να σταθούμε στο Αρκετά των Lost Bodies. To συγκεκριμένο τραγούδι βέβαια είναι αρκετά παλιό –αν δε με απατά η μνήμη μου πρέπει να είναι στο Υποτροπή του 2002- ωστόσο σχεδόν με το ξέσπασμα της εξέγερσης πολύ γρήγορα έκανε τον γύρο του στα ιστολόγια και στις σελίδες κοινωνικής δικτύωσης, σε τέτοιο βαθμό μάλλον ώστε πολύ σύντομα να αποκτήσει μια βαρύτητα εντός της ίδιας της εξέγερσης. Και εδώ ερχόμαστε στο κυρίως θέμα μιας και το Αρκετά έρχεται να λειτουργήσει ως γέφυρα ανάμεσα στο πριν και το τώρα της εξέγερσης. Όλοι οι λόγοι που είχαμε συν ένας… Αφήνω κατά μέρους το προφητικό «έχουνε ανοίξει λάκκους και μας περιμένουνε»… Με αυτό τον τρόπο ο «συν ένας λόγος» – η δολοφονία του Γρηγορόπουλου, έρχεται να συναντήσει όλους τους προηγούμενους και την ίδια στιγμή αυτή η συνάντηση απαιτεί να γίνει ένα βήμα παραπέρα. Δεν αρκούν τα σπασίματα, οι λεηλασίες και τα μπάχαλα, δεν αρκεί το μπάτσοι-γουρούνια-δολοφόνοι… Και έτσι το Αρκετά μετατρέπεται από το «αρκετά με την κονόμα και τις μαλακίες σας» σε δεν αρκούμαστε σε τίποτα. Τίποτα δεν μας φτάνει και τίποτα δεν είναι αρκετό ως απάντηση στη δολοφονία ενός 15χρονου επειδή έπινε μπύρες. Και έτσι πάμε στα κατειλημμένα δημαρχεία και δημοτικά κτήρια, στην κατάληψη της ΓΣΕΕ και της Λυρικής και στην πρώτη διευρυμένη προσπάθεια δημιουργίας λαικών συνελεύσεων. Το Αρκετά είναι το τραγούδι που δείχνει τη συνειδητοποίηση της εξέγερσης.

Το τώρα

Στο τώρα της εξέγερσης δεν χρειάζονται νομίζω πολλά λόγια. Κάνοντας μια μικρή αναδρομή στο ιστολόγιο που διατηρούσα τότε βλέπω ότι έχω κάνει ανάρτηση το συγκεκριμένο τραγούδι στις 10-12. Μέρα Τετάρτη που πάλι αν δεν με απατά η μνήμη μου ήταν το πρωί που μαθητές σε όλη τη χώρα την πέφτανε στα ΑΤ με νεράντζια και πέτρες. Το τραγούδι το είχα αντιγράψει από το ιστολόγιο της Utopia που το χε βάλει σε ανύποπτο χρόνο. Θυμάμαι είχα κάνει την ανάρτηση και μάλλον το ‘χα ξεχάσει, ώσπου ένα βράδυ πηγαίνοντας στην κατειλημμένη ΑΣΟΕΕ –εκεί ανάμεσα σε αγκαλιές και φιλιά με συντρόφους που ‘χα να δω καιρό- ακούγεται το συγκεκριμένο τραγούδι να ξεχύνεται στη μισητή αλλά όμορφη Πατησίων… Το τραγούδι αυτό είναι το La rage της Kenny Arkana. Και όλα τα υπόλοιπα τα ξέρετε… Εγώ εδώ απλά θα θελα να κάνω μια σύνδεση –μία ακόμα υπόγεια σύνδεση- του γαλλικού La rage με το επίσης γαλλικό La Heine αλλά πολύ περισσότερο να σημειώσω την επιθυμία για σύνδεση και αλληλεπίδραση των εκμεταλλευομένων πέρα από σύνορα και εθνικές ή φυλετικές ταυτότητες. Υιοθετώντας –τρόπον τινά- το La rage σαν «ύμνο» της η εξέγερση του Δεκέμβρη εξέφρασε, θέλησε να εκφράσει την παγκοσμιότητα της, την κοινή μοίρα των εκμεταλλευομένων σε όλα τα μήκη και σε όλα τα πλάτη. Και κυρίως να επισημάνει την πολυπολιτισμικότητα και του ίδιου του Δεκέμβρη αλλά και της ίδιας της εκμεταλλευόμενης τάξης.

Το Bad Kids των Black Lips μάλλον δεν είναι καθόλου γνωστό αναφορικά με εκείνη την περίοδο. Αλλά είπαμε τη μνήμη τη φτιάχνουμε εμείς τα υποκείμενα. Το συγκεκριμένο τραγούδι αναρτήθηκε στο ιστολόγιο των Lost Bodies (πάλι!!!;;;) στις 7-12, και αν με την δουλειά τους έχαιραν της εκτίμησης μου (όχι ότι έχει και πολύ σημασία) με την συγκεκριμένη ανάρτηση κέρδισαν την αγάπη μου. Για πολλούς λόγους. Πρώτον, γιατί έχει πολύ μεγάλη σημασία να πεις τις σωστές λέξεις τη σωστή στιγμή. Δεύτερον, γιατί φανέρωσαν και έκαναν μουσικά ορατή την τρυφερή καρδιά της άγριας νεολαίας. Τρίτον γιατί δήλωσαν κομμάτι αυτού που συνέβαινε και τέταρτον τελευταίο και κυριότερο αναζήτησαν –ή έτσι φάνηκε σε μένα- τα κοινά, τις κοινότητες και τα σημεία επαφής. Εν συντομία, αυτό το τραγούδι ήταν το δικό μου προσωπικό soundtrack στους δρόμους εκείνης της άγριας πόλης.

Το μετά

Στο μετά της εξέγερσης του Δεκέμβρη επιστρέφουμε σε δύο δικούς μας. Οι πρώτοι είναι τα Μεθυσμένα Ξωτικά που με την δική τους διασκευή στο La rage πέραν του ότι γράφουν μια χρυσή σελίδα στο πονεμένο και αγαπημένο καλτ υποείδος των διασκευών ξένων τραγουδιών με ελληνικό στίχο καταφέρνουν να κάνουν στα αλήθεια ένα υπέροχο τραγούδι. Μια μικρή παρένθεση: εδώ έχουμε ένα τραγούδι που αναφέρεται σε ένα ιστορικό γεγονός. Τα τραγούδια αυτά συνήθως έχουνε δύο δρόμους να ακολουθήσουν. Από τη μια υπάρχει η εξιστόρηση του γεγονότος, η οποία άσχετα αν τα καταφέρνει ή όχι να είναι αντικειμενική φροντίζει να εκπαιδεύει τον ακροατή, από την άλλη υπάρχει αυτό που θα λέγαμε η πολιτική τοποθέτηση επί του γεγονότος. Η προσωπική ματιά του καλλιτέχνη και άλλες τέτοιες αηδίες κοινώς (αηδίες στο βαθμό που η προσωπική ματιά του καλλιτέχνη είναι προιόν παρθενογέννεσης ή πτώσης μετεωρίτη). Με αυτή την έννοια η διασκευή από τα Μεθυσμένα Ξωτικά είναι στο ίδιο πνεύμα με το 38 χιλιοστά. Το γεγονός το γνωρίζουν όλοι. Αυτό που δεν γνωρίζουν όλοι είναι το πως βιώθηκε το ιστορικό γεγονός από κάποια υποκείμενα. Αυτό προσφέρει το Οργή. Μια κατεξοχήν πολιτική τοποθέτηση επί ενός γεγονότος. Εδώ, ίσως κάποιος να δει μια προφανή αδυναμία. Είναι ένα τραγούδι σαφώς αντιεξουσιαστικό για να μην πούμε ξεκάθαρα “χωρικό” και σε αυτό το πλαίσιο και άρα στρατευμένο. Το τραγούδι σε έναν Κνίτη δε λέει τίποτα: Πολλά σπασμένα τζάμια.Σε έναν αριστεριστή πάλι είναι κάπως βαρύ: στουπιά, μπουκάλια, πέτρες… άστο τώρα. Το τραγούδι φέρει αδυναμίες -αν θέλουμε να το δούμε ξεκάθαρα πολιτικά- αλλά είναι τελείως διαφορετικές από αυτές που νομίζουν οι δύο άνωθεν κατηγορίες ακροατών. Και στο κάτω κάτω της γραφής είναι νομίζω ηλίθιο να μιλάνε οι αριστεροί για στρατευμένη τέχνη ως κάτι κακό. Τέλος πάντων όμως το τραγούδι διαθέτει και μπόλικα δυνατά σημεία. Παρ’όλη την στράτευση του νομίζω δεν μιλάει πουθενά ή δεν υπονοεί με πολύ έντονο τρόπο τα στενά όρια μιας πολιτικής ταυτότητας. Έτσι προσπαθεί να ανασυστήσει τη διευρυμένη κοινότητα αγώνα της εξέγερσης του Δεκέμβρη. Δεν βάζει διαχωρισμούς και δε θέλει κατα κάποιο τρόπο να βάλει ακόμα και σε σχέση με την αριστερά -παρόλη την δεδομένη “χωρική” τοποθέτηση του “καλλιτέχνη”. Ένα ακόμα δυνατό σημείο του Οργή έχει να κάνει με αυτό που είπαμε στην αρχή: το ίδιο το βίωμα, οπότε δεν επιχειρηματολογώ άλλο επ’ αυτού. Τέλος, και νομίζω ότι εδώ βρίσκεται η όλη ιστορική αξία του Οργή, θεωρώ ότι δείχνει τα όρια μας σαν ιστορικοκοινωνικοπολιτικά υποκείμενα: δείχνει σχεδόν με χειρουργική ακρίβεια μέχρι που μπορούμε -ή ορθότερα μπορέσαμε- να φτάσουμε. Το Οργή είναι όλες οι απαντήσεις που δώσαμε το Δεκέμβρη. Και έτσι η κυριότερη δύναμη του τραγουδιού μετατρέπεται σε αδυναμία. Μιας και ως γνωστόν, ο Δεκέμβρης εκτός του να είναι μια απάντηση ήταν βασικά και μια ερώτηση.

Και με αυτό το ερώτημα περνάμε στο δεύτερο τραγούδι του μετά. Πρόκειται για το Απ’ τη σκόνη του Νόσφι. Τι έχει αυτό το τραγούδι και που μπορεί να διαφέρει με το Οργή; Εκ πρώτης όψεως ελάχιστα και εκ πρώτης όψεως ισχύουν όλα όσα έγραψα πιο πάνω. Ωστόσο το Απ’ τη σκόνη πηγαίνει ένα βήμα παραπέρα, ενδεικτικό των θεμάτων και των ζητημάτων που έβαλε και η ίδια η εξέγερση.

Το τραγούδι θέλει να πει την ιστορία των ερωτημάτων της εξέγερσης του Δεκέμβρη. Ο “παλιάτσος” του τραγουδιού στην πρώτη αναφορά μοιάζει να είναι ο παλιός κόσμος, η προηγούμενη κατάσταση, η προηγούμενη κοσμοθεώρηση άλλωστε “έχει ταλέντο κυρίως στις οφθαλμαπάτες”. Μέσα εκεί το υποκείμενο βιώνει την εξέγερση, αλλά τη βιώνει με έναν περίεργο τρόπο μιας και εξαναγκάζεται να “χωρέσει στην πρέπουσα φορεσιά”, είναι τρόπον τινά υποχρεωμένο να δράσει έτσι. Έχει πλήρη επίγνωση “για τις φωτιές που του ‘ταζε θα κέρναγε”. Στάση εδώ. Εδώ είναι οι απαντήσεις μας. Τις απαντήσεις που υποχρεωθήκαμε να δώσουμε στο ερώτημα που έθεσε η σφαίρα του Κορκονέα: Μπορεί ένας μπάτσος να σκοτώνει πιτσιρικάδες; Σε δεύτερη φάση πηγαίνουμε εκείνο το “ένα βήμα παραπέρα”  όπου κάνει την εμφάνιση του για δεύτερη φορά ο παλιάτσος, ο οποίος τώρα “βλέπει τις συνθήκες να τον έχουν ξεπεράσει αφού η δράση μας ήταν από κοινού και μία και μόνο εκεί υπάρχει επικοινωνία”. Στάση πάλι εδώ να το δώσουμε λίγο σχηματικά: ένα τυχαίο γεγονός, οι πρώτες αντιδράσεις εντός των πλαισίων που ξέρουμε, οι αντιδράσεις συνεχίζονται και δημιουργούνται οι πρώτες κοινότητες αγώνα με πιο σαφή χαρακτηριστικά, ο παλιός κόσμος μοιάζει ήδη τραγικά ξεπερασμένος. Να το θέσουμε αλλιώς: είναι ακριβώς εκείνο το χρονικό σημείο όπου η εξέγερση δεν αρκείται στις απαντήσεις που δίνει και αρχίζει να θέτει ερωτήματα. Ας επιστρέψουμε όμως στο τραγούδι το οποίο και περιγράφει αυτήν ακριβώς την κοινότητα. Αυτά ακριβώς τα κοινά. Ερωτήματα και ζητήματα. Μέσα σε αυτή τη συνθήκη ο παλιάτσος έχει εξαφανιστεί. Το ίδιο το υποκείμενο αναρωτιέται για το που είναι… Και εδώ πέφτεις στην παγίδα: “Δεν ήθελα να σκέφτομαι πως είχε γίνει μπάτσος”. Άρα εδώ ο παλιάτσος δεν είναι ο παλιός κόσμος νέτος σκέτος, γενικά και αόριστα αλλά ακόμα πιο συγκεκριμένα και πιο σαφώς κάτι άλλο. Τι; Εγώ θα έλεγα ότι είναι το δικό μας κομμάτι του παλιού κόσμου. Η δικιά μας συμμετοχή στον παλιό κόσμο. Η αλλοτρίωση μας, που όσο και να καμωνόμαστε ότι την έχουμε υπό περιορισμό όσο και να πιστεύουμε ότι την έχουμε πολεμήσει αυτή επιστρέφει ή μάλλον ή μπορεί να επιστρέφει σαν μπάτσος. Σαν περιορισμός. Σαν κάθειρξη σε αυτά που ξέραμε. Σαν φυλάκιση στις συνηθισμένες διαδρομές σκέψης και δράσης. Και ενώ τον αναζητά ο παλιάτσος εμφανίζεται μόνος του. Σε άθλια κατάσταση. Να καίγεται εγκαταλελειμμένος από όλους. Να ηττάται και να χάνει. Και τελικά να πεθαίνει απάνω στα οδοφράγματα τα οποία τελικά απέβησαν μοιραία και για την ίδια του την ύπαρξη.

Ο παλιάτσος είμαστε εμείς. Όλοι μας. Που είμαστε και ο παλιός κόσμος και ο φορέας του καινούριου. Με αυτή την έννοια το τραγούδι περιγράφει την εσωτερική αντίφαση του κινήματος και την πάλη ενάντια στον παλιό κόσμο του οποίου κόσμου όμως είναι και αυτό το ίδιο μέρος. Να το πάμε παραπέρα; Η εξέγερση του Δεκέμβρη επιθύμησε να αυτοκαταργηθεί διαμέσου του ίδιου της του ξεπεράσματος της, διαμέσου της γενίκευσης της… Δεν τα καταφέρε. Αλλά αυτό δε συνιστά ήττα. Ίσα ίσα, η μεγαλύτερη της ακριβώς νίκη είναι η προσπάθεια ξεπεράσματος της. Σημασία δεν έχει αν μια δεδομένη στιγμή δεν καταφέρεις να πηδήξεις τον τοίχο. Σημασία έχει να τον βρεις και να ξέρεις ότι θα πρέπει να περάσεις από πάνω του.

Άλλωστε κάτω από το Δεκέμβρη υπάρχει ο Ιούνης…