Tag Archives: διασκευές

Από το Harlan στα Λιόσα…

Αυτός ο κόσμος είναι χωρισμένος σε δύο στρατόπεδα το ένα εκ των οποίων επιθυμεί την ολοκληρωτική καταστροφή του άλλου.

Είμαστε στις αρχές της δεκαετίας του ’30. Η κρίση έχει χτυπήσει την Αμερική σε όλα τα μήκη και σε όλα τα πλάτη. Η IWW πρακτικά πλέον δεν υπάρχει μιας και έχει διαλυθεί κάτω από το βάρος της κρατικής καταστολής και των πληρωμένων από τα αφεντικά συμμοριών. Την έχει διαδεχθεί το Κομμουνιστικό Κόμμα των ΗΠΑ, το οποίο αντλεί τη βασική του δύναμη από το όποιο κύρος της νεαρής τότε ΕΣΣΔ. Το New Deal δεν έχει ξεκινήσει ακόμα, ούτε και η άνοδος του αστικού ολοκληρωτισμού (φασισμοί, ναζισμοί κλπ).

Αλλά όλα αυτά μπορεί και να έμοιαζαν ψιλά γράμματα για τους 18.000 ανθρακωρύχους που ζούσαν και έμεναν στην επαρχία Harlan του Kentucky… Στις αρχές του ’31 τα αφεντικά στα ανθρακωρυχεία αποφάσισαν να προχωρήσουν σε μειώσεις στους μισθούς της τάξης του 10%, αμέσως οι ανθρακωρύχοι ξεκίνησαν απεργία βάζοντας και επιπλέον αιτήματα που αφορούσαν τις συνθήκες διαβίωσης και εργασίας. Η πρώτη και ιδιαίτερα έντονη περίοδος της ταξικής αυτής σύγκρουσης με οπλισμένες και τις δύο μεριές κράτησε μέχρι τον Ιούνη του ’31, όταν ο κυβερνήτης του Kentucky έστειλε την εθνοφρουρά να αφοπλίσει και τις δύο πλευρές.

Ο Sam Reece ήταν ένας από τους οργανωτές του συνδικάτου UMWΑ (United Mine Workers of America), τον οποίο ο σερίφης J. H. Blair και οι άντρες του, που είχαν όλοι τους προσληφθεί από τους ιδιοκτήτες, κυνήγησαν προκειμένου να τον “συλλάβουν”. Οι άντρες του σερίφη εισέβαλαν στο σπίτι της οικογένειας Reece, αλλά ο Sam είχε ειδοποιηθεί και κατάφερε να διαφύγει. Ωστόσο, η γυναίκα του Florence και τα παιδιά τους, όπως είναι φυσικό, τρομοκρατήθηκαν από αυτή την επίθεση.

Florence Reece

Εκείνο το βράδυ, η Florence μόνη της στο σπίτι, με τον άντρα της δραπέτη να τον κυνηγάνε οι τραμπούκοι των αφεντικών, να μην γνωρίζει αν είναι ζωντανός ή νεκρός, να μην ξέρει αν θα γυρίσει ή θα εξαφανιστεί για πάντα, εκείνο το βράδυ που η Florence ζώντας σε μια διαρκή αβεβαιότητα με την ίδια και τα παιδιά της φοβισμένα, πήρε ένα ημερολόγιο από το τοίχο της κουζίνας και παίρνοντας μία παραδοσιακή μελωδία της περιοχής (ακούτε απόσπασμα εδώ) γράφει με πολύ απλά λόγια ένα τραγούδι για την πιο βαθιά ρήξη αυτού του κόσμου, για τον πιο κάθετο και απόλυτο διαχωρισμό. Αυτόν των αφεντικών και των εργατών. Το τραγούδι είναι το Which side are you on? Το οποίο μέσα στην απλότητα του στέκεται με απόλυτη σαφήνεια, στέκεται με απόλυτη οργή, στέκεται με απόλυτη συνείδηση, στέκεται με απόλυτη ταξικότητα, στέκεται με την απόλυτη ενότητα της κοινότητας αγώνα απέναντι στην οικονομική, πολιτική και στρατιωτική βία της τάξης των αφεντικών. Και κερδίζει. Όπως κέρδισαν τελικά και οι αγώνες των ανθρακωρύχων της περιοχής έστω και μετά από 8 ολόκληρα χρόνια αγώνα (αυτό για να έχουμε και μια εικόνα του τι σημαίνει “δίνω έναν αγώνα…”).

Την πορεία του του τραγουδιού μέσα στην κοινότητα αγώνα της επαρχίας Harlan δεν μπορούμε να τη γνωρίζουμε. Υποθέτουμε ότι έγινε γνωστό σχετικά γρήγορα μέσα στους κόλπους της αν και μέχρι τότε δεν υπήρχε μάλλον λόγος ή μάλλον τρόπος το τραγούδι να βγει παραέξω. Αυτό που ξέρουμε είναι ότι το 1940 ο Pete Seeger μαζεύοντας εργατικά τραγούδια βρίσκει το Which side are you on? και την επόμενη χρονιά μαζί με τους Almanac Singers που τους αποτελούσαν μαζί με τον Seeger οι Millard Lampell, Lee Hays, και ο Woody Guthrie το ηχογραφούν για πρώτη φορά. Η ηχογράφηση που κυκλοφορεί της Florence Reece δεν είναι η πρώτη ηχογράφηση του τραγουδιού. Χωρίς να είμαι απόλυτα σίγουρος η ηχογράφηση από τη φωνή της Florence έγινε με αφορμή μια νέα απεργία στην επαρχία Harlan το 1974 και το γύρισμα του σχετικού ντοκιμαντέρ της Barbara Kopple Harlan County USA. Ας ξαναγυρίσουμε όμως στο 1941 και την πρώτη ηχογράφηση του τραγουδιού, η οποία έγινε και η αιτία να γίνει το τραγούδι γνωστό σε έναν πιο ευρύ κύκλο ανθρώπων. Οι ίδιοι οι Almanac Singers θα είναι και αυτοί που θα το αλλάξουν για πρώτη φορά με αφορμή μια απεργία ναυτεργατών, όπου και θα προσαρμόσουν τους στίχους ανάλογα. Ύστερα από αυτό το τραγούδι θα παραμείνει για πολλά χρόνια θαμμένο σα σπόρος και σχεδόν αποκλειστικά στους κόλπους της folk μουσικής. Οι εμπρηστικοί του στίχοι σε αντίθεση με την πολύ πιασάρικη μελωδία του το κάνουν λίγο άβολο σαν τραγούδι, και αν αναλογιστεί κανείς τα χρόνια του Red Scare μπορεί εύκολα να καταλάβει κανείς γιατί το τραγούδι περιέπεσε σε μια σχετική αφάνεια. Αλλά δεν είναι μόνο αυτοί οι λόγοι. Το τραγούδι είναι μια αυθεντική punk κραυγή 40 χρόνια πριν το punk. Είναι ένα τραγούδι που επιτίθεται στο ακροατήριο του. Ένα τραγούδι το οποίο δεν κανακεύει αυτούς που το ακούνε αλλά αντιθέτως τους καλεί να πάρουνε θέση. Όχι να πουν μια γνώμη, όχι να ταχθούν θετικά ή αρνητικά πάνω σε ένα θέμα, αλλά αντιθέτως λέει: Κοίταξε να δεις, εδώ υπάρχει ένας ολοκληρωτικός ταξικός πόλεμος, πάρε θέση, δεν έχεις περιθώρια. Με αυτή τη σημασία είναι και ένα επιθετικό τραγούδι. Και με αυτή τη σημασία στέκεται στα άκρα. Και με αυτή τη σημασία το αγαπάμε.

Almanac Singers

Οι μόνοι που τις δεκαετίες που ακολούθησαν το τραγουδούσαν ήταν καλλιτέχνες της folk (και ο Seeger φυσικά) αλλά και τα κινήματα… Είναι εντυπωσιακό που σχεδόν μέχρι το ’80 οι μόνες ηχογραφήσεις που υπάρχουν είναι από τον Seeger (είτε με τους Weavers είτε μόνος του) και τους SNCC Freedom Singers η οποίοι ήταν οι vocal band του Student Nonviolent Coordinating Committee από το Albany της Georgia.

Θα πρέπει να περάσουνε οι δεκαετίες, η μουσική βιομηχανία να αναπτυχθεί, να ηττηθούν τα κινήματα του ’60 (ή να νικήσουν χάνοντας, ή να χάσουν νικώντας) προκειμένου το τραγούδι να αποκτήσει μία νέα δυναμική. Υπεύθυνος για αυτό ο αγαπημένος αντιπαθής Billy Bragg οποίος το ηχογραφεί για το EP Between the Wars κατά τη διάρκεια της μεγάλης απεργίας των βρετανών ανθρακωρύχων διασκευάζοντας το προκειμένου να ταιριάζει στην περίπτωση. Την ίδια περίοδο πάλι στην Βρετανία o ο Σκοτσέζος τραγουδιστής της folk Dick Gaughan θα το διασκευάσει πάλι με αφορμή την απεργία αυτή. Απο αυτόν θα το πάρουνε λίγο αργότερα το 1987 οι επίσης Σκοτσέζοι Deacon Blue οι οποίοι θα είναι και οι πρώτοι Βρετανοί που θα πουν σχεδόν τους αυθεντικούς στίχους, και λέω σχεδόν επειδή στο τέλος έχουνε προσθέσει μια τελευταία στροφή δική τους έμπνευσης (όχι κακή πάντως).

Billy Bragg

Η αγγλική άνοιξη του τραγουδιού είχε να κάνει προφανώς με τη συγκυρία και την απεργία των ανθρακωρύχων, αλλά είναι καμιά 15αριά χρόνια αργότερα όπου το τραγούδι ξαναγίνεται επίκαιρο με μια σειρά διασκευών που θα έλεγε κανείς ότι καλύπτει σχεδόν τα πάντα. Την αρχή την έκαναν οι Dropkick Murphys το 2001 στο Sing out loud! Sing out proud! και από κει δύο χρόνια αργότερα η Natalie Merchant στην πλέον απαράδεκτη και ξεψυχισμένη γυναικεία εκτέλεση του τραγουδιού. Η Merchant παρόλο που δεν έχει κακές προθέσεις και παρόλο που μουσικά το κομμάτι είναι εξαίσιο, ωστόσο του αφαιρεί κάθε αιχμή και κάθε ακίδα, παίρνει το ακατέργαστο ξύλο του τραγουδιού, το πλανάρει, το βερνικώνει και το γυαλίζει τρεις φορές το δευτερόλεπτο. Τη δόξα της ζήλεψε μάλλον και ο Tom Morello που καταφέρνει να κάνει, το 2011 μάλιστα, μια ακόμα πιο άνευρη εκτέλεση του τραγουδιού. Σε αυτήν την κατηγορία ανήκει και το δικό μας, συμπαθέστατο κατα τ’ άλλα κορίτσι η Νατάσα Μποφίλιου, η οποία ξεπερνάει σε γυάλισμα την Natalie στη γνωστή live εκτέλεση στο Πάρκο Τρίτση… Και εδώ περίπου είναι και το πρόβλημα. Στην εποχή του ύστερου μεταμοντερνισμού το νόημα, που έτσι και αλλιώς ολισθαίνει, είναι καμένο από χέρι. Στην προσπάθεια της η μηχανή να το δαγκώσει, να το μασήσει και να το καταπιεί προκειμένου να το μετατρέψει σε εμπόρευμα, δεν υπάρχει τίποτα να την εμποδίσει εκτός από την διαλεκτική σχέση μορφής και περιεχομένου. Με αυτή την έννοια ο συνδυασμός επιθετικών μουσικών μορφών ή έστω δύσπεπτων σε ένα τραγούδι με κατεξοχήν επιθετικό χαρακτήρα είναι η γραμμή άμυνας, είναι το αγκάθι στο ψάρι και το κόκκαλο στο κρέας. Μην τα κάνουμε σούπα λοιπόν… Υπό αυτό το πρίσμα προτιμάμε πολύ περισσότερο την ανέμπνευστη street ska punk διασκευή των γερμανών Commandantes του 2006 από τα γυαλισμένα παγάκια της διαφήμισης του Johnie Walker.

Και ενώ το 2000 ξεκίνησε με την άγρια διασκευή των Dropkick Murphys και έμοιαζε ευοίωνο αλλά μας ξενέρωσε μετά θα έπρεπε να μπούμε στα 10’s για να ακούσουμε κάποια σοβαρή διασκευή. Έτσι μόνο μέσα στο 2012 έπαιξαν 3 διασκευές του τραγουδιού. Η πρώτη από την πολύ αγαπητή Ani DiFranco η οποία παρ’ όλες τις πολιτικές διαφωνίες με τους στίχους -κλείνει στην ψύχρα το μάτι στον φιλοτσιπρικό Obama- έχει κάνει την πιο αιχμηρή διασκευή του τραγουδιού μαζί με τους Dropkick Murphys και τον Billy Bragg. Ωστόσο μια από τις καλύτερες διασκευές του τραγουδιού όχι μόνο για το 2012 αλλά γενικώς είναι αυτή των Panopticon από το Louisville του Kentucky (όπου στις γύρω πολιτείες γενικώς ανθεί η σημερινή folk punk σκηνή), μια one man band ατμοσφαιρικού heavy metal αναρχικών πεποιθήσεων με αναφορές στο crust, στη folk και σε κάποια άλλα μεταλλικά πράγματα που εγώ δεν τα καταλαβαίνω.

B. Dolan

Και για το τέλος θα κλείσουμε με το hip hop με δύο αναφορές. Η πρώτη είναι οι Rebel Diaz χιλιανοί μετανάστες στο Σικάγο με ενεργή δράση στην κοινότητα τους που το 2008 σάμπλαραν την ηχογράφηση των SNCC Freedom Singers και μας έδωσαν μια σπινταριστή εκδοχή του τραγουδιού που αγαπήσαμε. Ο δεύτερος είναι η πολύ πρόσφατη ανακάλυψη μου και η αιτία αυτής εδώ της ανάρτησης. Είναι ο B. Dolan που με ένα bluegrass hip hop χτυπάει στεγνά την macho αρρενοπώτητα, το μισογυνισμό και την ομοφοβία στο hip hop και φτιάχνει μια συγκλονιστική εκτέλεση, που τραβάει και ενώνει γραμμές, που συνδυάζει αγώνες, αιτήματα και κινήματα που κρατάει ολοζώντανη όλη την μεγάλη παράδοση (και) μουσικής αμφισβήτησης των κινημάτων των ΗΠΑ.

Και έτσι ερχόμαστε στο τέλος αυτού που δεν τελειώνει ποτέ, παρά μόνο για να αφήσει στην άκρη του να σταθεί ένα σημείο στίξης… θαυμαστικό, τελεία, κόμμα, άνω τελεία ή ερωτηματικό. Κυρίως ερωτηματικό θα έλεγα…

Όλα συνεχίζονται. Αλλά αυτό το ξέρετε ήδη.

The Preacher and the Wage

O Arthur Boose ηγετικό στέλεχος της IWW μιλάει στο πλήθος στην άκρη του δρόμου.

O Arthur Boose ηγετικό στέλεχος της IWW μιλάει στο πλήθος στην άκρη του δρόμου.

Το The Preacher And The Slave είναι ίσως το πιο γνωστό τραγούδι του Joe Hill μένοντας ζωντανό σε πολλές γενιές πολιτικοποιημένων καλλιτεχνών… Από τον Pete Seeger στην Joan Baez, και απο τον Utah Phillips στους Mischief Brew… Και συνεχίζει εδώ και έναν αιώνα να παραμένει επίκαιρο.

Ας πάμε όμως λίγο πίσω στο χρόνο.

Ο Στρατός της Σωτηρίας (Salvation Army) είναι μία από τις πιο παλιές φιλανθρωπικές-θρησκευτικές οργανώσεις του πλανήτη. Ιδρύθηκε το 1865 στην Αγγλία, έχει στρατιωτική δομή και ο στόχος της είναι να κάνει φιλανθρωπίες στους φτωχούς. Σήμερα έχει παραρτήματα σε 125 χώρες και αρκετές χιλιάδες εργαζόμενους και μέλη. Για τον Στρατό της Σωτηρίας ήταν συνηθισμένη πρακτική να στέκεται στην άκρη του δρόμου ή σε κάποια πλατεία και η μπάντα να παίζει ύμνους πριν και μετά από τα κηρύγματα και έτσι να μαζεύει δωρεές. Κάνοντας φυσικά και την ανάλογη θρησκευτική προπαγάνδα… (Εδώ ένα βίντεο του Στρατού της Σωτηρίας από το 1956 στην California.)

Ο δημόσιος χώρος όμως εκτός από χώρος κυκλοφορίας ανθρώπων και εμπορευμάτων είναι και πεδίο αντιφάσεων αλλά φυσικά και αναγκαστικά και πεδίο συγκρούσεων έτσι και αλλιώς. Η IWW φυσικά και αυτονόητα προπαγάνδιζε το λόγο της και στη δημόσια σφαίρα, στους δρόμους και τις πλατείες. Ένα δικαίωμα και ένας χώρος που τον διεκδίκησε και τον κέρδισε παρόλη την άγρια καταστολή που δέχτηκε και η οποία πυροδότησε τους αγώνες για την ελευθερία του λόγου. (Θα αναφερθώ σε αυτούς ελπίζω στο μέλλον.) Ωστόσο, πριν από την αστυνομική καταστολή οι wobblies στο San Pedro της California αντιμετώπιζαν ένα άλλο πρόβλημα: τον Στρατό της Σωτηρίας, ο οποίος όπως είπαμε είχε ολόκληρες ορχήστρες που παίζανε ύμνους και τραγούδια. Αυτή η κατάσταση είχε σαν αποτέλεσμα οι ομιλητές της IWW να μην ακούγονται… χώρια βέβαια το γεγονός της θρησκευτικής προπαγάνδας που τους έβρισκε σχεδόν εκ θέσεως αντίθετους.

Πάνω σε αυτό το πολιτικό και πρακτικό πρόβλημα ο Joe Hill και οι σύντροφοι του μηχανεύονται το εξής: σκαρώνουν ένα τραγούδι πάνω στη μελωδία που έπαιζε η ορχήστρα του Στρατού της Σωτηρίας (και η οποία ειναι ο ύμνος In the Sweet By-And-By) και με αυτόν τον τρόπο χρησιμοποιούν τη μουσική των απέναντι και για να περάσουν το δικό τους μήνυμα αλλά και για να πραγματοποιήσουν τις ομιλίες τους.

Εκεί λοιπόν γύρω στα 1910 στους δρόμους του San Pedro όπου ζούσε και ήταν δραστήριος o Joe Hill, μαζί με τους συντρόφους και συντρόφισσες του στέκεται στο απέναντι πεζοδρόμιο από την ορχήστρα του Στρατού της Σωτηρίας και τραγουδάνε όλοι μαζί:

Παπάδες με μακριά μαλλιά βγαίνουν κάθε βράδυ
για να σου πουν τι είναι λάθος και τι σωστό
αλλά όταν τους ρωτάς τι θα φας
σου απαντάνε με γλυκές φωνές

Ρεφρέν

Θα φας αργότερα*
Σε αυτή την ένδοξη χώρα στον ουρανό
δουλειά και προσευχή, ζήσε με σανό
θα φας την πίτα στον ουρανό όταν πεθάνεις.

Ο στρατός της πείνας (λογοπαίγνιο Starvation army στα αγγλικά) παίζει
τραγουδούν, χειροκροτούν και προσεύχονται
μέχρι να σου πάρουν όλα τα λεφτά στην τσέπη τους
και όταν μείνεις άφραγκος θα σου πουν:

Τσαρλατάνοι και γελωτοποιοί
ουρλιάζουν πηδάνε και κραυγάζουν
δώσε τα λεφτά σου στον Ιησού σου λένε
και θα γιατρέψει όλες τις αρρώστιες σήμερα

Αν παλεύεις σκληρά για τα παιδιά και τη γυναίκα σου
προσπαθώντας για κάτι καλό σε αυτή τη ζωή
είσαι αμαρτωλός και κακός άνθρωπος
και όταν πεθάνεις σίγουρα θα πας στην κόλαση.

Εργάτες όλου του κόσμου ενωθείτε
και πολεμήστε πλάι πλάι για την ελευθερία
και όταν κερδίσουμε τον κόσμο και τον πλούτο του
θα τραγουδήσουμε στους ύπουλους κερδοσκόπους αυτό το ρεφρέν

(Τελευταίο ρεφρέν)

Θα φας αργότερα
όταν μάθεις να ψήνεις και να τηγανίζεις
κόψε κάνα ξύλο καλό θα σου κάνει
και θα φας κάποια στιγμή στο γλυκό μέλλον.

* εδώ γίνεται λογοπαίγνιο. Βy-and-by που είναι στο πρωτότυπο θα πει σύντομα στο μέλλον, οσονούπω αλλά ο Hill το γράφει bye-and-bye το οποίο παίζει με το αντίο και που θα μπορούσε να αποδοθεί με φράσεις που μεταφέρουν κάτι σε ένα απίθανο μέλλον… Κάπως έτσι τέλος πάντων και με κάθε επιφύλαξη.

Το τραγούδι καταρχήν έρχεται να συναντηθεί, όπως πολύ εύκολα καταλαβαίνει κανείς, με την μεγάλη αντικληρική παράδοση των επαναστατικών κινημάτων. Αλλά αυτό είναι μόνο το πρώτο επίπεδο. Άλλωστε εδώ εξετάζουμε πολύ περισσότερο το τραγούδι σαν κίνηση, σαν διαδικασία, σαν χειρονομία παρά σαν καλλιτεχνικό δημιούργημα. Σχεδόν αναγκαστικά θα πρέπει να αναφερθούμε και πάλι στους καταστασιακούς και να προσπαθήσουμε να φανταστούμε τη στιγμή που ξεκινά η μπάντα του Στρατού της Σωτηρίας να παίζει ενώ την ίδια στιγμή οι wobblies πιάνουν το τραγούδι σαν δημιουργία μιας κατάστασης (με τους όρους της Καταστασιακής Διεθνούς η λέξη). Αλήθεια άραγε τι συναισθήματα γέννησε αυτή η κατάσταση στα δύο αντίπαλα στρατόπεδα; Σίγουρα αφάνταστη χαρά στους wobblies που οι γκαρίδες τους επιτέλους ακούγονταν πάνω από τους θρησκευτικούς ύμνους. Και προφανώς αμηχανία και ίσως οργή στους στρατιώτες της Σωτηρίας. Το μεγάλο όμως ζητούμενο είναι τι προκάλεσε σε αυτούς που άκουγαν εκείνη τη στιγμή το Στρατό της Σωτηρίας να παίζει και τους wobblies να τραγουδάνε. Αυτό δε θα το μάθουμε ίσως ποτέ. Και εκεί είναι το ενδιαφέρον και εκεί το ζητούμενο.

Το The Preacher and the Slave είναι η επιτομή της προλεταριακής εφευρετικότητας, ταλέντου, ευφυίας και ταξικού μίσους. Μέσα σε μια δυσχερή αντικειμενική συνθήκη επινοεί όχι μόνο έναν άλλο τρόπο να μιλήσει αλλά και έναν νέο τρόπο να μιλήσει. Νέο τρόπο και στο περιεχόμενο του και στη μορφή του. Ακόμα πιο πέρα χρησιμοποιεί το εμπόδιο που της μπαίνει ως εργαλείο. Το χρησιμοποιεί και κερδίζει με συντριπτικά κατάγματα την αντίπαλη φωνή. Και αυτή η χρήση δεν είναι απλά χρηστική, όπως ας πούμε θα πάρεις το όπλο από έναν μπάτσο και θα του το κοπανήσεις στην κεφαλή. Είναι απαλλοτρίωση. Η μουσική γίνεται μέσο αναπαραγωγής του λόγου μας που απαλλοτριώνεται. Δική μας για να την δουλεύουμε και να μας ανήκει. Δε θα το ανοίξω άλλο το θέμα προς το παρόν όπτε σταματάω εδώ.

Δεν μπορώ να αποφύγω μία αναγωγή στο σήμερα. Ας πούμε δε θα ήταν πολύ χρήσιμη μια παρωδία του εθνικού μας ύμνου; Δε θα είχε και πολύ ενδιαφέρον να γράφαμε άλλους στίχους για το “Περνάει ο στρατός της Ελλάδας φρουρός;” Δε θα διασκεδάζαμε και λίγο αν λεηλατούσαμε και σε αυτό το πεδίο τα ιερά τους λάβαρα;

Κλείνουμε με μια αφιέρωση. Είναι οι Mischief Brew στο Preacher and the Slave και είναι αφιερωμένο εξαιρετικά στο Στρατό της Σωτηρίας της χώρας.

Casey Jones – Μια ιστορία απεργοσπασίας

Υπάρχει μια πολύ βασική παράδοση στην λαϊκή μουσική γενικότερα αλλά και στη folk ειδικότερα. Η παράδοση αυτή συνίσταται στο ότι για πολλά χρόνια γράφονταν τραγούδια που τα “φορούσαν” πάνω σε προϋπάρχουσες μελωδίες. Στα χρόνια πριν την εφεύρεση του γραμμοφώνου ο μόνος τρόπος κυκλοφορίας των λαϊκών τραγουδιών ήταν η προφορική τους διάδοση και η τυπογραφία. Τα καινούρια τραγούδια ήταν τυπωμένοι στίχοι με μια σημείωση αναφορικά με το πάνω σε ποια γνωστή μελωδία τραγουδιέται. Ως εκ τούτου δε λείπουν οι περιπτώσεις να υπάρχουν πάμπολλες εκτελέσεις και εκδοχές κάθε τραγουδιού. Σε πολλές περιπτώσεις χάνεσαι σε ένα, όμορφο είναι αλήθεια, μουσικό λαβύρινθο του τι υπήρχε πρώτα, τι ακολούθησε μετά και στο ποια τελικά εκδοχή έχει επικρατήσει, αλλά αφού διαμορφώσεις λίγο αυτή τη διαδρομή φτιάχνονται μερικές όμορφες ιστορίες. Ιστορίες ταξιδιών ανθρώπων και μελωδιών, στίχων και νοημάτων, αναγκών και επιθυμιών, διαμαρτυρίας και ονείρων. Η αλήθεια είναι ότι έχω αποκτήσει τη συνήθεια να προσπαθώ να ανασυνθέτω αυτές τις ιστορίες. Αυτή η καταγραφή έχει γίνει μια συνήθεια την οποία θα μοιραστώ και εδώ και η οποία προσπάθεια κατά κάποιο τρόπο θα αποτελεί μια ενότητα από μόνη της, μέσα σε αυτό το ιστολόγιο.

Θα ξεκινήσουμε αυτό το ταξίδι με το «Casey Jones.» Ο Casey Jones αποτελεί στις ΕΠΑ μια από τις θρυλικές φιγούρες της λαϊκής κουλτούρας (που μαζί με τον John Henry είναι η κατεξοχήν εργατικές φιγούρες). Ο μύθος του βασίζεται σε πραγματικά γεγονότα αλλά γρήγορα τραγουδήθηκε, εξωραΐστηκε και κυκλοφόρησε. Αλλά ας ξεκινήσουμε από την αρχή.

Ο Casey Jones ήταν ένας μηχανικός τραίνων από το Jackson του Mississipi γεννημένος το 1863. Οι μαρτυρίες αναφέρουν ότι ήταν εξαιρετικός στη δουλειά του όπου μαζί με τον μαύρο βοηθό του Wallace Saunders είχαν φτιάξει ένα αμίμητο δίδυμο για τους κύκλους των μηχανικών τραίνων. Υποτίθεται ότι o Casey Jones ήταν τόσο ακριβής στις ώρες αναχώρησης και άφιξης των τραίνων που οι υπόλοιποι συντόνιζαν την ώρα τους με σημείο αναφοράς αυτόν.

Στις 29 Απριλίου του 1900, αναλαμβάνει να πραγματοποιήσει το δρομολόγιο από το Canton στο Memphis, το οποίο όμως θα φύγει με μιάμιση ώρα καθυστέρηση. Έτσι προσπαθεί να φτάσει στον προορισμό του στις 4 τα ξημερώματα έχοντας ξεκινήσει στις 12.50 από τις 11:15 που ήταν κανονική αναχώρηση. Σε όλο το δρομολόγιο τα κατάφερνε αρκετά καλά. Αλλά σε ένα σταθμό μετά από λάθος συνεννόηση ήταν παρκαρισμένη μία άλλη αμαξοστοιχία πάνω στη γραμμή που ήταν το τραίνο του Jones. Όταν το πήρε χαμπάρι το τραίνο του πήγαινε με 120 χλμ. την ώρα και απείχε μόλις 100 με 150 μέτρα από το σημείο της σύγκρουσης. Αντί να πηδήξει, παρέμεινε στη μηχανή και προσπάθησε να σταματήσει το τραίνο, τη στιγμή της σύγκρουσης είχε καταφέρει να κατεβάσει την ταχύτητα στο μισό. Ήταν ο μόνος που σκοτώθηκε από την σύγκρουση. O Wallace Saunders, ο βοηθός του, μετά το ατύχημα θα κάτσει και θα γράψει ένα τραγούδι βασισμένο στο δημοφιλές εκείνη την εποχή Jimmy Jones, που εξιστορεί την ηρωική του προσπάθεια να σώσει τους επιβάτες και να αποφύγει τη σύγκρουση, και σύντομα θα γίνει εξαιρετικά δημοφιλές. Αρχικά, o Saunders το τραγούδαγε γύρω γύρω στην περιοχή που ζούσε για να τιμήσει τον συνάδελφο του. Σύντομα όμως, το τραγούδι άρχισε να κυκλοφορεί κατά μήκος της σιδηροδρομικής γραμμής που συνδέει το Chicago με την New Orleans. Εκεί ένας άλλος μηχανικός, ο William Leighton το πήρε και το έδωσε στους αδερφούς του Frank και Bert οι οποίοι ήταν καλλιτέχνες του vaudeville οι οποίοι και άρχιζαν να το παίζουν στις παραστάσεις τους. Όμως ούτε ο Saunders, ούτε οι αδερφοί Leighton θα κατοχυρώσουν τα πνευματικά δικαιώματα και έτσι δεν ξέρουμε με ακρίβεια πως ήταν η αρχική εκδοχή ακριβώς. Ο Saunders υποτίθεται ότι πληρώθηκε με ένα μπουκάλι τζιν για να παραχωρήσει το τραγούδι. Τελικά άλλοι καλλιτέχνες του vaudeville ο T. Lawrence Seibert και ο Eddie Newton θα κατοχυρώσουν τα πνευματικά δικαιώματα για το τραγούδι το 1909 με τίτλο «Casey Jones, The Brave Engineer». Το οποίο προωθούταν ως το μοναδικό κωμικό τραγούδι για τους σιδηροδρόμους. Έτσι θα χτιστεί ο λαϊκός μύθος του Casey Jones.

Παρακάτω ακολουθούν οι στίχοι του τραγουδιού όπως αυτό έχει καθιερωθεί μέχρι σήμερα.

Ελάτε όλοι από τριγύρω αν θέλετε να ακούσετε την ιστορία ενός γενναίου μηχανικού
Casey Jones ήταν το όνομα του και σε ένα δρομολόγιο με τραίνο κέρδισε τη φήμη του
Τον κάλεσαν στις τέσσερις και μισή και αφού φίλησε τη γυναίκα του στην πόρτα του σταθμού

Σκαρφάλωσε στην καμπίνα με τις οδηγίες στα χέρια του
Και είπε αυτό είναι το ταξίδι μου για τη γη της επαγγελίας
O Casey Jones σκαρφάλωσε στην καμπίνα του, ο Casey Jones με τις οδηγίες στα χέρια του
Ο Casey Jones κοιτάει έξω από το παράθυρο του καθώς πάει ταξίδι στη γη της Επαγγελίας

Μέσα από το Νότιο Memphis η βροχή έπεφτε δυνατά και το νερό ήταν ψηλά
Όλοι όμως γνώριζαν από το μουγκρητό της μηχανής ότι την οδηγούσε ο Casey Jones
Λοιπόν ο Jones είπε στο θερμαστή, ”Μη στεναχωριέσαι Sam Webb δε θα τα παρατήσουμε ακόμα
Είμαστε με 8 ώρες καθυστέρηση και ταχυδρομείο για το Νότο
Θα είμαστε στην ώρα μας ή αλλιώς να τα παρατήσουμε τελείως.”

Νεκρό στις γραμμές ήταν το επιβατηγό τραίνο και το αίμα έβραζε στο κεφάλι του Casey
O Casey φώναξε “Κοίτα μπροστά και πήδηξε έξω Sam αλλιώς θα είμαστε όλοι νεκροί”
Με το ένα χέρι στην σφυρίχτρα και το άλλο στο φρένο ξύπνησε όλο το βόρειο Mississipi
Και το στέλεχος της σιδηροδρομικής εταιρείας είπε “Είναι καλός μηχανικός για να πεθάνει”
Πονοκέφαλος και μαράζι και κάθε είδος πόνου είναι μέρος του σιδηροδρόμου
Ιδρώτας και κόπος το καλό και το σπουδαίο είναι μέρος της ζωής του σιδηροδρομικού

Έτσι ο Casey Jones γίνεται ταυτόχρονα το σύμβολο του συνεπούς, αποδοτικού και όλο αυτοθυσία για το καλό της δουλειάς εργαζόμενου αλλά μέσα σε αυτό ο εμπεριέχεται και ένας συμβολισμός της πάλης του ανθρώπου με τη μηχανή και το χρόνο από την οποία όμως βγαίνει ηττημένος.

Το 1911 θα ξεσπάσει μια πανεθνική απεργία 40.000 σιδηροδρομικών. Ο Joe Hill προκειμένου να την υποστηρίξει θα εμπνευστεί απο το “Casey Jones” και θα γράψει το “Casey Jones, The Union Scab”, το οποίο και θα τυπωθεί στην έκδοση του 1912 του Little Red Songbook. Φαινομενικά δεν κάνει ούτε κάτι σπουδαίο, ούτε κάτι πρωτότυπο, αν το δούμε με μουσικούς, καλλιτεχνικούς ή στο πλαίσιο της μουσικής λαϊκής παράδοσης των ΕΠΑ. Αν όμως δούμε το θέμα με ιστορικούς και πολιτικούς όρους μιλάμε πρακτικά για την δημιουργία ενός νέου πεδίου προπαγάνδας, μιλάμε για την επέκταση της κοινωνικοπολιτικής αλλαγής που ευαγγελίζονται τα επαναστατικά υποκείμενα σε νέα πεδία. Μιλάμε για την κοινωνικοιστορική εκείνη τομή που η εργατική τάξη χτίζει το νέο κόσμο μέσα στο κέλυφος του παλιού και στον τομέα της κουλτούρας.

Μισόν αιώνα αργότερα οι καταστασιακοί μέσα στα πλαίσια του καλλιτεχνικού τους πειραματισμού, θα επινοήσουν την μεταστροφή (détournement) ως ένα μέσο για την δημιουργία ανώτερων μορφών βιώματος από αυτές που παράγει η καπιταλιστική συνθήκη. Δε θα ήθελα να υπερβάλλω αλλά μισόν αιώνα πριν, ο Joe Hill και οι wobblies κάνανε ακριβώς αυτό το πράγμα όχι όμως με όρους καλλιτεχνικής πρωτοπορίας αλλά με όρους λαϊκού τραγουδιού και πολιτικής προπαγάνδας. Ας πάμε όμως στο τραγούδι.

Οι εργάτες της S.P. (Southern Pacific) κάλεσαν σε απεργία
Αλλά ο Casey Jones ο μηχανικός δεν θα απεργήσει καθόλου,
Ο βραστήρας είχε διαρροή και το τιμόνι τα χε φτύσει,
η μηχανή του και τα ρουλεμάν
τα χαν παίξει τελείως.

(Chorus)
Ο Casey Jones έκανε τη σακαράκα του να κινείται,
O Casey Jones δούλευε υπερωρίες
Ο Casey Jones πήρε ένα ξύλινο μετάλλιο
επειδή ήταν καλός και πιστός στην Southern Pasific

Οι εργάτες είπαν στον Casey “Γιατί δε μας βοηθάς με την απεργία;”
Αλλά ο Casey είπε “Παρατήστε με και αδειάστε μου τη γωνιά”
Και τότε η ζαλισμένη μηχανή του Casey εκτροχιάστηκε απο το χαλασμένες ράγες
Και ο Casey έπεσε στο ποτάμι με έναν απαίσιο θόρυβο.

(Chorus)
Ο Casey Jones έπεσε στο ποτάμι
Ο Casey Jones έσπασε την γερή του πλάτη
Ο Casey Jones έγινε άγγελος
και πήγε ταξίδι στον παράδεισο με την S.P.

Όταν ο Casey Jones πήγε στον παραδεισο
είπε: “Είμαι ο Casey Jones, ο τύπος που οδηγούσε τα τραίνα της S.P”
“Είσαι ο άνθρωπος μας” είπε ο Πέτρος, “Οι μουσικοί μας απεργούν,
και μπορείς πάντα να βρεις δουλειά σαν απεργοσπάστης”.

(Chorus)
O Casey Jones βρήκε δουλειά στον παράδεισο.
Ο Casey Jones τα κατάφερνε μια χαρά,
Ο Casey Jones έγινε απεργοσπάστης των αγγέλων,
όπως ακριβώς ήταν και για τους εργάτες στην S.P.

Οι άγγελοι μαζεύτηκαν και είπαν ότι δεν είναι δίκαιο
ο Casey Jones να γυρνάει και να σπάει απεργίες παντού.
Το σωματείο των αγγέλων Νο. 23, συμφώνησε και
με προθυμία πέταξαν τον Casey Jones έξω από τον παράδεισο.

(Chorus)
Ο Casey Jones πήγε πετώντας στην κόλαση,
“Casey Jones,” είπε ο Διάβολος, “Α, τέλεια.
Casey Jones, άντε κουνήσου και φτυάριζε θειάφι,
αυτή είναι η ανταμοιβή σου για να σπάς τις απεργίες στην S.P.

To τραγούδι φαινομενικά μοιάζει απλό, η ιστορία “του Casey Jones του απεργοσπάστη που πάει στην κόλαση” αλλά τα σχήματα που χρησιμοποιεί προχωράνε πολύ παραπέρα. Πρώτον, αν δεν διεκδικήσεις καλύτερες συνθήκες εργασίας θα βρεθείς σε κάνα ποτάμι με το τραίνο αγκαλιά. Δεύτερον, ο παράδεισος είναι και αυτός πεδίο ταξικής πάλης: ο Άγιος Πέτρος-αφεντικό, οι άγγελοι-μουσικοί εργάτες, οι οποίοι είναι ήδη οργανωμένοι σε σωματείο. (Παρένθεση εδώ μιας και εισάγει χωρίς να το προσέχει κανείς μιαν αμφισβήτηση στην αστική θέση του καλλιτέχνη ως “πνευματικού ανθρώπου”). Τρίτον, μόνον η κοινή δράση των εργατών (και όχι ο Θεός ή μοίρα ή οι αμαρτίες που θα τιμωρηθούν αντιλήψεις που υποθέτω διακατείχαν πολλούς εργάτες τότε όπως και τώρα) θα στείλει στην κόλαση τους απεργοσπάστες να φτυαρίζουνε θειάφι. Πόσο πιο απλά, αποτελεσματικά και δημιουργικά να την πέσεις στα αφεντικά, στους απεργασπάστες και στη θρησκεία;

Το τραγούδι είναι απλό: με την πρώτη το θυμάσαι. Είναι διασκεδαστικό: σου φτιάχνει το κέφι και μπορείς να το τραγουδάς με άλλους στην περιφρούρηση, σε ένα μάζεμα, σε ένα γλέντι. Θίγει τρία απλά καθημερινά ζητήματα και προωθεί νέες αντιλήψεις στους αγωνιζόμενους εργάτες. Δημιουργεί: νέες ιδέες, νέους τρόπους για να δράσεις, νέες αντιλήψεις, νέους τρόπους να αγωνίζεσαι.

Το «Casey Jones The Union Scab» είναι μια από τις άρρητες τομές στην ιστορία της εργατικής τάξης για να φτιάξει τον εαυτό της σαν τάξη. Μία από τις πολλές. Και κάθεμια τους εξίσου σημαντική.

Σημειώσεις: Η ιστορία του Casey Jones έχει πλείστες όσες αναφορές στη μουσική. Αν τις πιάναμε όλες θα πρεπε να γράψω βιβλίο. Οι μεταφράσεις των τραγουδιών έχουν γίνει λίγο πρόχειρα από εμένα. Τέλος, αφήνω κάποια γενικότερα συμπεράσματα σε σχέση με τη μουσική και την πολιτική αφού έχει κάπως σχηματοποιηθεί μια εικονά στο μυαλό του αναγνώστη.