Détails sur la fin du monde no. 007

Λοιπόν, ξέρεις τι θα σου κάνω; Θα σε πάω πάνω σε μια βουνίσια λίμνη, εκεί κάτω από ένα δέντρο θα στήσω μία σκηνή, θα ανάψω μια φωτιά όμορφα και ωραία και έτσι γλαφυρά και ειδυλιακά. Θα σου ψήσω λοιπόν, εκεί στη φωτιά λέμε, δίπλα στη λίμνη και λίγο πιο πέρα από τη σκηνή, μπέηκον και αυγά. Κανονικό μπέηκον όμως και κανονικά αυγά, από κότες και γουρούνια. Θα έχω μαζί και ένα μπουκάλι μπέρμπον, έτσι για το φετίχ του πράγματος και για να βοηθήσει για τη βραδινή ψύχρα. Και εκεί λοιπόν, αφου θα έχουμε καθαρίσει τα αυγά και το μπέηκον, εκεί που θα σιγοκαίει η φωτιά και οι πρώτες γουλιές από το αλκοόλ θα γλυκαίνουν το εσώτερον του βασανισμένου μας σαρκίου, εκείνη τη στιγμή λοιπόν, που τα νερά της λίμνης θα σκοτεινιάζουν, οι κορφές των βουνών θα ξερογλείφονται με τις τελευταίες σταγόνες ήλιου και τα σύννεφα θα ροδοκοκκινίζουν σε ένα φθίνον γαλάζιο. Εκείνη τη στιγμή θα ακουστεί τσίτα, από το κρυφό ηχοσύστημα που θα έχω εγκαταστήσει στα βουνα, αυτό εδώ:

Μπας και καταλάβεις κάποτε.

 

Détails sur la fin du monde no. 006

Προχώραγα σε ένα πεζόδρομο, ήταν μεγάλος, είχε ένα κεντρικό ρεύμα στο κέντρο δύο σειρές δέντρα δεξιά και αριστέρα αλλά και χώρο πιο αριστερά και πιο δεξιά. Κατεβαίνω από αριστερά και φτάνω σε ένα σημείο όπου πρέπει να στρίψω δεξιά, μόλις στρίψω από αριστερά έρχονται δύο γυναίκες, αυτή που είναι στα αριστερά μου με κοιτάει και την κοιτώ εγώ. Η δεξιά πλευρά του προσώπου της είναι παραμορφωμένη, κάτι σαν έγκαυμα, κάτι σαν εκ γενετής σημάδι. Δεν αλλοιώνει το σχήμα το προσώπου, αλλάζει μόνο το ανάγλυφο του δέρματος. Μόλις με κοιτάζει και την κοιτάζω αρχίζουμε να ελκόμαστε σαν δύο αστρικά σώματα και με κάθε βήμα μας κάνουμε ένα σπιράλ χορό ο ένας γύρω από την άλλη, η μία γύρω από τον άλλο. Καθώς πλησιάζω προσπαθώ να διακρίνω αν είναι έγκαυμα ή εκ γενετής σημάδι η δεξιά πλευρά του προσώπου της. Αλλά στα πρώτα δύο τρία βήματα το δεξί της μάτι συνειδητοποιώ ότι έχει μια τεράστια μαύρη κόρη χωρίς καθόλου λευκό το μάτι. Που βήμα βήμα, η κόρη συστέλεται αφήνοντας να φανεί το λευκό. Βήμα με το βήμα, στροφή με τη στροφή γίνεται όλο και πιο μικρή και έλκει το δεξί μου μάτι ολοένα και πιο κοντά της. Βήμα με το βήμα, στροφή με τη στροφή. Το μάτι μου βυθίζεται στο δικό της τη στιγμή ακριβώς που η κόρη του ματιού της είναι η πιο μικρή μαύρη κουκίδα που μπορεί να υπάρξει σε άσπρο φόντο. Τη στιγμή ακριβώς που νιώθω ένα χέρι στη μέση μου, τη στιγμή ακριβώς που ο αντίχειρας μου πρωτακουμπά κάποιο τυχαίο πλευρό στην πλάτη της. Την στιγμή ακριβώς που νιώθεις στα χείλη τη ζέστη χειλιών χωρίς να έχεις ακουμπήσει. Τη στιγμή ακριβώς που τελειώνει αυτό εδώ το τραγούδι. Και ο κόσμος.

Γράμματα από μακριά νο. 003

Αγαπητέ μου Bill,

θα αναρωτιέσαι και προφανώς δικαιολογημένα τι μπορεί να με έπιασε μετά από τόσο καιρό να κάτσω να γράψω οτιδήποτε. Και εδω μέσα και ειδικά σε σένα. Κατανοητό. Εδώ αναρωτιέμαι και γω. Μπορεί να έφταιγε η Παρασκεύη μετά το Πάσχα, μπορεί να έφταιγε η Κυριακή που πέρασε, μπορεί να έφταιγε που καθόμουνα και μέτραγα τον πλούτο ενός άλλου, μπορεί να έφταιγε ο Ζ. που ήρθε σαν διάολος να σε αναγκάσει να φυλλομετρήσεις πάλι. Αλλά μεταξύ μας, και πολύ ειλικρινώς, βασικά έφταιγε το χθεσινοβραδυνό μου όνειρο. Πάντα τα όνειρα φταίνε. Το ξέρεις.

Πάλι καλά δηλαδή που, στο λίγο χρόνο, που καταφέρνουμε να κοιμόμαστε, βλέπουμε και κάναν άνθρωπο που μας αγάπησε και τον αγαπήσαμε.

Είναι περίεργο πράγμα η μνήμη αγαπητέ μου Bill, και ώρες ώρες νιώθω σαν ένα δέντρο, που στο κορμό μου κάθε χρόνο θα γράψω και απο μία γραμμή, και που κανείς δεν θα μπορέσει να τις διαβάσει παρά μόνο αν με κόψει στη μέση. Μοβόρικο θα πεις, και θανατηφόρο θα σου επισημάνω εγώ. Ναι, ‘νταξ. Δεν τρέχει. Έτσι και αλλιώς, όλος ο κόσμος είναι γεμάτος πτώματα. Τι πειράζει άλλο ένα; Ίσα-ίσα κιόλας, αν σε κόψει το αλυσοπρίονο με σκοπό κάποιος να σε διαβάσει μπορεί να είσαι και τυχερός άνθρωπος. Από το να σε κόβουν για καυσόξυλα στα τζάκια των εξουσίων ή για πάτωμα στα καλογυαλισμένα σαλόνια των ευγενών καλύτερα. Και είναι το λοιπόν, μάλλον, σήμερα μία τέτοια στιγμή. Μία στιγμή όπου το ξύλο γράφει μια γραμμή και αφήνει χώρο για να γραφτεί μια καινούρια. Νιώθεις τη γραμμή πλήρη μέσα σου.

Τι γράφει αυτή η γραμμή, ίσως ρωτήσεις. Να σου πω όμως εδώ κάτι και μεταξύ μας ναι; Δεν μου αρέσουν οι ερωτήσεις, τις σιχαίνομαι. Είναι τα πιο ύπουλα, τα πιο θανατηφόρα, τα πιο ανατρεπτικά, τα πιο εκνευριστικά, τα πιο επιθετικά σχήματα λόγου. Γιατί μπορείς να κάθεσαι όμορφα και ωραία μία στιγμή σε ενα τραπέζι με μπύρες, να νιώθεις πως εχεις στο μυαλό σου ένα ικανοποιητικό ερμηνευτικό σχήμα ικανό να σου δώσει το επόμενο βήμα και να σε κάνει ψιλοβέβαιο και για το μεθεπόμενο, και εκείνη ακριβώς τη στιγμή να έρχεται μια ερώτηση. Απλή. Λιτή. Συγκεκριμένη. Και συ να νιώθεις απλά ότι δεν έχουν νόημα ένα ένα τα βηματάκια, και ότι εκείνη τη στιγμή το μόνο που έχει νόημα είναι να αρχίζεις να χορεύεις, να βγάζουν φτερά τα πόδια σου και να χοροπηδάς πάνω στα σύννεφα, να τα αγκαλιάζεις και να γυρνοβολάς μαζί τους σε έναν ατέλειωτο χορό της βροχής. Και να γίνεσαι εκείνη η βροχή. Και να βρέχει. Να βρέχει να ξεπλύνει, να ποτίσει, να δροσίσει, να καθαρίσει. Τέτοια πράγματα κάνουν οι ερωτήσεις αγαπητέ μου Bill, και για αυτό τις σιχαίνομαι.

Λες ψέμματα, σκέφτεσαι τώρα εσύ, φαίνεται στη φωνή σου και στο μαντολίνο σου, μην κρύβεσαι.

Ναι ρε φίλε, λέω ψέμματα. Πιστεύεις ότι μπορώ να σηκώσω πολλές αλήθειες; Πιστεύεις ότι μπορεί γενικώς ο κόσμος να σηκώσει την αλήθεια; Δεν μπορείς να πεις στο θερμαστή την ώρα που πετάει το κάρβουνο στην ατμομηχανή ότι το τραίνο πάει με μεγαλύτερη ταχύτητα απο αυτήν που φτιάχνεται η γραμμή μπροστά του. Αν του το πεις μπορεί να σε πετάξει και μέσα. Ούτε μπορείς να του το πεις όταν θα βγάλει το κεφάλι του έξω να τον χτυπήσει ο αέρας και να καθαρίσει η μυτη του απο την καρβουνίλα. Θα φας μια φτυαριά στο κεφάλι όλη δική σου, και θα σε πετάξει από το τραίνο κάτω σε καμμιά γκρεμίλα.

Και καμιά φορά μπαίνοντας στη θέση του θερμαστή έχω δίκια να του δώσω. Που ξέρεις εσύ στην τελική, περισσότερα πράγματα για το τραίνο του και τη γραμμή που φτιάχνεται μπροστά του; Που ξέρεις εσύ για τις γραμμές που έχει το ορυκτό κάρβουνο επάνω του και πόσες φορές τις έχει ακολουθήσει στο σκοτάδι; Που ξέρεις εσύ ρε φίλε στην τελική, πώς δέθηκε κάθε γραμμή στον κορμό του θερμάστη; Πως στο διάολο ξέρεις, αν εκείνη η μεγάλη τελεία στο κέντρο του κορμού είναι άδεια τελικά, ή αν είναι είναι μια σπείρα που διαρκώς επεκτείνεται, ή αν είναι ένα φωτεινό άστρο, ή αν είναι ένας υπερκαινοφανής αστέρας, ή αν είναι μια μαυρη τρύπα, ή αν απλά στην τελική δεν είναι παρά ένα στόμα ή μια κωλοτρυπίδα που έχει ανάγκες και επιθυμίες;

Που διάολο τα ξέρεις εσύ όλα αυτά και γυρνάς και ενοχλείς τους θερμαστές των τραίνων την ώρα που ιδρώνουν μες στη ζέστη ή την ώρα που βγάζουν το κεφάλι τους λίγο στον δροσερό αερά;

Με μπρίζωσες τώρα. Για τα καλά. Και θα σε πετάξω πολύ απλά απο το τραίνο.

Τέλος πάντων. Ξέρεις ότι δε θα το κάνω αυτό. Έχεις άλλωστε μια καμπίνα όλη δική σου στο τραίνο το οποίο καταφέρνω και γω να κινήσω, πάνω σε μια γραμμή που δεν ξέρω με τι ταχύτητα φτιάχνεται και αν θα πέσει στο γκρεμό ή θα εκτροχιαστεί ή απλά σε κάποια φάση θα παγώσει το τραίνο γιατί θα βρεθώ σε μια ερημιά χωρίς ίχνος ξυλείας και καρφιών.

Και δεν με νοιάζει να μάθω, και αυτό το επιλέγω. Επιλέγω να μην ξέρω. Δε θέλω να ξέρω. Θα έλεγα εδώ και δεν πρέπει αλλά είναι περίεργοπ το πως οι ανάγκες και οι επιθυμίες χορεύουν στο σκοτάδι. (Και ακόμα πιο περίεργο το πως χορεύουν στο φως). Θέλω μόνο απλά το τραίνο να κρατήσει την ταχύτητα που έχει, να περάσει μέσα από τον ελεεινό τούτο τόπο και να βρεθεί κάποια στιγμή σε έναν άλλο που θα είναι απόλυτα ξένο με οτιδήποτε. Απόλυτα ξένο με οτιδήποτε. Από επιλογή, από υπευθυνότητα, από ευγένεια προς στις υποσχέσεις που δώσαμε 15χρονων στους εαυτούς μας, για τους όρκους που πήραμε πάνω σε γυμνιά κορμιά, για τους πόνους μας πάνω από τάφους, για τα σπασμένα να μας νύχια πάνω σε τοίχους, για τα λερωμένα απο τις αρρώστειες στρώματα και για κάθε στιγμή που γροθιές και καρδιές σφίγγονται και απλώνονται κόντρα στο χώρο και κόντρα στο χρόνο.

Άλλωστε στον κόσμο των αφεντικών θα είμαστε όλοι ξένοι. Όχι επειδή το θέλουν αυτοί. Επειδή το θέλουμε εμείς.

Σε φιλώ,

δικός σου.

βα. αλ.

ΥΓ. Να μου προσέχεις το μαντολίνο σου σκατόγερε.

Détails sur la fin du monde no. 005

Ε, σήμερα νομίζω θα μπορούσε να τον δει ο καθένας. Ή τέλος πάντων όσοι και όσες μπορούσαν (ή τολμούσαν) να κοιτάξουν ψηλά και ενάντια σε έναν ουρανό που έριχνε αυτό που είχε να ρίξει. Σε έναν ουρανό που είχε απλά το ύφος ενός ανθρώπου που κάνει απλά τη δουλειά του.

Η δουλειά του ήταν εξαιρετικά απλή. Περπάταγε στις γωνίες των κτηρίων της πόλης, μάζευε όσες σταγόνες δεν έπεφταν στο έδαφος και φρόντιζε να ακολουθήσουν την σωστή τους διαδρομή και όχι να κάνουνε ηλίθιες και άχρηστες λιμνούνες στις ταράτσες. Φόραγε ένα δίασημο αδιάβροχο σκισμένο βέβαια στον ώμο, αλλά έτσι και αλλιώς δεν είχε σημασία γιατί η βροχή δεν έχει σημασία.

Και έτσι κύλησε που λέτε αυτή η δύσκολη μέρα. Αυτός τη δουλειά του και εγώ τη δική μου. Όταν λούφαρα έβγαινα έξω να καπνίσω και κοίταζα ψηλά. Δε μου έδινε σημασία ή έτσι νόμισα.

Κάπου κει λοιπόν, σε ένα από τα μάλλον τελευταία τσιγάρα λούφας και ενώ κουρασμένος απο την αδιαφορία και τη μέρα, αδιαφορώ πλήρως για την ύπαρξη του, προσγειώνεται δίπλα μου, ακριβώς όπως κάνουνε οι υπερήρωες στις ταινίες και πριν καν τον πάρω χαμπάρι αρχίζει να ψιθυρίζει ακριβώς μέσα στο αυτί μου:

«Ξέρεις από πρώτο χέρι νέε μου ότι το χάος και η τάξη δεν είναι παρά ακριβώς το ίδιο νόμισμα, το οποίο παρόλο που δεν έχει κορώνα ή γράμματα εσύ επιμένεις ενόσω αυτό στριφογυρνά να διαλέγεις πότε τη μια και πότε την άλλη του πλευρά. Νομίζεις ότι το πρόβλημα είναι ότι δεν αποφασίζεις, νομίζεις ότι το πρόβλημα είναι ότι δεν σταματά να γύρίζει, και τώρα που σου αποκάλυψα και αυτή την αλήθεια νομίζεις ότι το πρόβλημα είναι ότι δεν υπάρχει διαφορά ανάμεσα στις δύο όψεις ενός νομίσματος που στριφογυρνά συνεχώς ακριβώς όπως και το στοίχημα σου. Αλλά φυσικά κάνεις λάθος.»

«Οπ, ρε φίλε… για διαφώτισε μας λοιπόν.» Ανταπάντησα εγώ όλο υφάκι…

«Αρχηγέ, η απάντηση είναι ότι κάθε σταγόνα που έπεσε σήμερα σε αυτή την πόλη, είχε έναν σαφή και ξεκάθαρο σκοπό.»

Détails sur la fin du monde no. 004

Άκου δω τώρα ρε φίλε, επειδή εγώ όταν πεθάνω θα πάω στον παράδεισο των εμποροϋπαλλήλων πως θα είναι η φάση, λοιπόν καταρχήν θα είμαι στην είσοδο ενός τεράστιου κτηρίου με δεκάδες ορόφους κάτι σαν 99 ας πούμε ή 66 ή 69, κάτι τέτοιο φροϋδικό βρε παιδί μου, λοιπόν εκεί στην είσοδο θα έχει ένα τεράστιο πάγκο, πολύ πολύ μεγάλο όμως κάτι σαν 36 ή 33 ή 39 μέτρα ας πούμε, κάτι τέτοιο επαναστατικό βρε παιδί μου, το λοιπόν θα είμαι εγώ εκεί πάνω σε αυτό τον πάγκο και θα κάθομαι πάνω του σα να κάθομαι σε ένα πολύ μεγάλο παγκάκι, και θα έχω μονίμως ένα καφέ και ένα τσιγάρο να καπνίζω, και θα γίνεται το εξής, κάθε πρωί και μέχρι το μεσημέρι θα έρχεστε εσείς οι πελάτες μου, θα αλληλοκαλημεριζόμαστε ευγενικά και θα ξεκινάτε να μου λέτε τι όνειρο είδατε χτες το βράδυ ή αν είστε άϋπνοι τι όνειρο θα θέλατε να δείτε, λοιπόν εγώ θα ακούω προσεκτικά τα όνειρα σας και αφού καπνίσω δύο τζούρες και σας κοιτάξω στα μάτια μες στη σιωπή θα πιάσω στα χερια μου το τηλεκοντρόλ, το οποίο ελέγχει όλο το κτήριο το οποίο κτήριο είναι μια πλήρως ρομποτοποιημένη αποθήκη, και εγώ θα ξέρω που είναι το καθετί και θα βρίσκω εκείνην ακριβώς τη μαλακία που θα ανταποκρίνεται στις πιο μύχιες πτυχές του ασυνείδητου σας, θα πατάω τσουπ τσουπ τα κουμπιά και το ρομποτοποιημένο κτήριο θα σας δίνει στα χέρια τη μαλακία που εγώ ο σοφός πιστεύω ότι σας ταιριάζει, το λοιπόν αφού γίνει αυτή η δουλειά μέχρι το μεσημερι θα πάρετε όλοι από μια τέτοια βλακεία και θα περάσετε κάποιες στιγμές μαζί της ή και όλη την υπόλοιπη μέρα.

Έτσι θα είστε ευτυχισμένοι.

Αλλά για να είμαι και γω ευτυχισμένος ξέρετε τι θα κάνουμε; Κάθε βράδυ, πριν το βραδινό, θα μαζεύουμε σε ένα τεράστιο σωρό όλες τις μαλακίες που εγώ σας έδινα και θα τους βάζουμε μια τεράστια, μεγάλη και υπερφίαλη φωτιά.

Έτσι θα είμαι και γω ευτυχισμένος.

Détails sur la fin du monde no. 003

Όχι.

Εμείς θα έχουμε αγκαλιές ακόμα και στα τελευταία ψυχορραγήματα μας. Στο Κερατσίνι, στην Ομόνοια, στα Εξάρχεια, στο Περιστέρι, στο Ηράκλειο, στη Ρόδο, στην Άνω Πόλη, στην Τούμπα, στο Μαντούκι, στην Πάτρα, στα Γιάννενα, στο Βόλο, στο Παρίσι, στην Μασσαλία, στη Βαρκελώνη, στη Μαδρίτη, στο Λονδίνο, στο Εδιμβούργο, στο Αμστερνταμ, στο Βερολίνο, στο Ελσίνκι, στην Κοπεγχάγη, στη Βαρσοβία, στο Βουκουρέστι, στη Μόσχα, στην Ισταμπούλ, στο Σεράγεβο, στη Ρώμη, στο Κάιρο, στο Κεηπ Τάουν, στη Μελβούρνη, στη Σαγκάη, στο Τόκιο, στο Οκλαντ, στο Σηάτλ, στο Ντητρόιτ, στο Μέξικο Σίτι, στο Ρίο ντε Τζανέιρο, στο Μπουένος Άιρες και στο Μοντεβίδεο.

Εσείς δε θα έχετε πουθενά τέτοιες αγκαλιές. Ούτε ζωντανοί, ούτε ετοιμοθάνατοι, ούτε νεκροί.

Δεν υπάρχει πουθενά μία/ένας/πολλοί Bobby Mc Gee στο δικό σας άκρο.

Détails sur la fin du monde no. 002

Καμιά φορά θυμάμαι τα λόγια ενός τύπου που είχα πετύχει σε ένα μπαρ κάπου στην Οκλαχόμα. Συγγνώμη για την ασάφεια αλλά πολλά πράγματα πια τα έχει σκεπάσει ομίχλη στο μυαλό μου. Ήταν ένα περίεργο βράδυ, μέσα Φλεβάρη και ενώ όλα ήταν κρύα, ο αέρας ήταν ζεστός και έτσι κρύωνες και ζεσταινόσουν ταυτόχρονα. Τράβαγα, γενικώς, και άλλα άγχη και τα δύο ουίσκια δεν είχαν βοηθήσει καθόλου την κατάσταση. Εκεί, λοιπόν, στο μπαρ που βρισκόμουν και ανάβοντας τσιγάρο μεταξύ του δεύτερου και του τρίτου ποτηριού, γυρνάει ο διπλανός μου που μόνο τότε τον πρόσεξα, ήταν ένας ατημέλητος κοκκινομάλλης με ακούρευτα γένια και μαλλιά και κάτι ξεβαμμένα και τριμμένα ρούχα, και μου λέει:

-Στεναχώριες;

-Ε ναι.

-Στενός ο χώρος;

-Σαν τάφος.

-Κάπου, υπάρχει ένα τραγούδι, που σε κάποιο στίχο λέει: Είδα ένα τεράστιο τοίχο να προσπαθεί να με εμποδίσει και είχε μία πινακίδα του έλεγε Ιδιωτική Περιουσία αλλά από την πίσω του πλευρά δεν έγραφε τίποτα, αυτή η χώρα φτιάχτηκε για σένα και για μένα.

Ήρθε το τρίτο ουίσκι. Άναψα το επόμενο τσιγάρο. Και ακόμα ψάχνω εκείνο το τραγούδι.

Détails sur la fin du monde no. 001

Η κουκουβάγια υποτίθεται ότι είναι το πουλί της Σοφίας. Όλοι νομίζουν κάτι τέτοιο απλούστατα, επειδή οι κουκουβάγιες έχουν στυλ. Βασικά, αυτό που κάνουν είναι να σνομπάρουν ένα σύμπαν που έχει στολίσει τα πουλιά με χίλια δυο χρώματα ενώ αυτές μόνο με παραλλαγές του χρώματος του κορμού των δέντρων. Και έτσι στέκονται ψαρωτικά και κοιτάνε γύρω γύρω. Που και που πεινάνε. Που και που βγάζουν έναν μονότονο ήχο που μόνο ένα εξασκημένο αυτί μπορεί να πιάσει τα χίλια ηχοχρώματα του. Που και που βαριούνται ακόμα και να σνομπάρουν το όμορφο τούτο σύμπαν. Αλλά δεν μπορούν να αλλάξουν ύφος. Η κουκουβάγια απλά στέκεται. Με στυλ. Και γελά όταν λέει κάτι σοβαρό και κλαίει όταν λέει κάτι αστείο.

A rose is a rose is a rose is a rose?

Αν δεν μπορούν να χορέψουν πάνω στο τραπέζι μου τριαντάφυλλα, τότε δεν είναι η επανάσταση μου.

Αιμιλία Χρυσοπούλου

Στη βόρεια άκρη της πολιτείας της Μασσαχουσέτης βρίσκεται απλωμένη, δίπλα στις όχθες του ποταμού Merrimack το Lawrence. Η περιοχή, που αργότερα θα χτιστεί η πόλη, αγοράστηκε το 1845, από την λεγόμενη Essex Company η οποία δεν ήταν κάτι άλλο από ένα συνεταιρισμό βιομηχάνων της περιοχής.  Ο συνεταιρισμός αυτός σκοπό είχε να φτιάξει ένα σταθμό παροχής νερού και ενέργειας δίπλα στο ποτάμι. Φτιάχτηκαν κάποιες πρώτες εγκαταστάσεις, οικοδομήθηκαν κάποια εργοστάσια υφαντουργίας (στα οποία είναι απαραίτητο το νερό) και έτσι, σιγά σιγά, άρχισε να αναπτύσσεται η υφαντουργία στην περιοχή. Αλλά για να αναπτυχθεί η βιομηχανία, χρειάζεται φυσικά και εργάτες οι οποίοι από τα μέσα προς τα τέλη του 19ου αιώνα, θα εισρεύσουν κατά χιλιάδες, κυρίως μετανάστες από άλλες χώρες αλλά και αμερικανοί της υπαίθρου. Αυτό θα έχει σαν αποτέλεσμα  η πόλη να γνωρίσει γιγαντιαία ανάπτυξη… Μάλιστα, ήταν τόση η εισροή μεταναστών και από τόσα πολλά μέρη του πλανήτη όπου η πόλη είχε κατοίκους από τα περισσότερα έθνη από κάθε άλλη πόλη του κόσμου, αποκτώντας το προσωνύμιο immigrant town. Οι συνθήκες στα υφαντουργεία ήταν πραγματικά άθλιες, όπως και οι μισθοί όπως και οι κατοικίες που ήταν άλλωστε ιδιοκτησία των βιομηχάνων. Ενδεικτικά να αναφέρουμε ότι το 1860 κατέρρευσε ένα ολόκληρο κτήριο μάλιστα σκοτώνοντας 146 εργάτες.

Στις αρχές του 20ου αιώνα το Lawrence είχε γίνει ένα τεράστιο πυκνοκατοικημένο (έκταση μόλις 6 τετραγωνικά μίλια) συγκρότημα αποτελούμενο από υφαντουργεία και άθλιες κατοικίες  για τις οποίες οι εργάτες έδιναν εώς και το 30% του μηνιαίου τους μισθού στους βιομηχάνους στους οποίους ανήκαν. Στο Lawrence εκείνη την περίοδο υπήρχαν 51 εθνότητες, η συντριπτική πλειοψηφία των εργατών στα υφαντουργεία ήταν ανειδίκευτες γυναίκες και παιδιά, στη μεγαλύτερη εταιρεία μάλιστα σχεδόν το 50% του εργατικού δυναμικού ήταν παιδιά ηλικίας 14 εώς 18 ετών. Συνολικά ο αριθμός των εργαζομένων στα υφαντουργεία έφτανε τις 40.000 από τους οποίους περίπου οι 1.000 ήταν ειδικευμένοι και οργανωμένοι στο παραδοσιακό και συντηρητικό συνδικάτο της AFL (American Federation of Labour). Οι συνθήκες εργασίας ίδιες και απαράλλαχτες σχεδόν εδώ και 50 χρόνια με την μόνη διαφορά ότι η εκμηχάνιση είχε επιταχύνει τους ρυθμούς εργασίας, είχε απωθήσει σχεδόν οποιαδήποτε ειδικευμένη εργασία στην άκρη και είχε καταντήσει την εργασία ένα συνεχές και μονότονο μεροκάματο.

Στις αρχές του 1912 εφαρμόζεται νόμος για την μείωση των ωρών εργασίας από 56 σε 54. Στο πρώτο βδομαδιάτικο στις 11 Γενάρη του ’12, δύο εργάτριες από την Πολωνία διαπιστώνουν ότι ο μισθός είναι λειψός κατά 32 cents. Αμέσως κλείνουν τα μηχανήματα και φωνάζοντας καλούν σε απεργία. Μέσα σε μια βδομάδα, οι απεργοί θα φτάσουν τις 20.000. Σχεδόν αμέσως, η IWW στέλνει δύο στελέχη της, τους τον Joseph Ettor και τον Arturo Giovanitti δύο ιταλούς μετανάστες, προκειμένου να οργανώσουν τους απεργούς.

breadandroses1

Η οργάνωση της απεργίας έχει πολλές δυσκολίες. Ανειδίκευτοι, σχεδόν όλοι χωρισμένοι σε δεκάδες διαφορετικές εθνότητες και ταυτόχρονα εργαζόμενοι σε διαφορετικές τυπικά επιχειρήσεις. Σύντομα, η απεργία θα απαντηθεί με καταστολή. Ο δήμαρχος της πόλης για πρώτη φορά στην ιστορία της χτυπά την καμπάνα του γενικού συναγερμού και η πολιτoφυλακή αναλαμβάνει να περιπολεί στους δρόμους του Lawrence. Σε απάντηση των περιπολίων δημιουργούνται για πρώτη φορά οι περιφρουρήσεις έξω από τους εργασιακούς χώρους: το picket line. Οι περιφρουρήσεις απαντήθηκαν με ρίψη νερού από τους εργοστασιάρχες μέσα στη βαρυχειμωνιά. Ωστόσο, η απεργία συνέχισε την ανάπτυξη της. Στήθηκαν απεργιακές επιτροπές ανά εθνότητα, δημιουργήθηκαν απεργιακά ταμεία από τα οποία ενισχύονταν οικονομικά οι εργάτριες και οι εργάτες, στήθηκαν απεργιακά συσσίτια, υπήρξε φροντίδα ώστε πολλά παιδιά να μεταφερθούν στη Νέα Υόρκη και να φιλοξενηθούν εκεί σε σπίτια αλληλέγγυων. Οι συγκρούσεις απεργών, πολιτοφυλακής, αστυνομίας και μπράβων των εργοστασιαρχών ήταν συχνά πολύ βίαιες και είχαν το αποτέλεσμα το θάνατο δύο απεργών. Στη μία περίπτωση μάλιστα, δόθηκε και η αφορμή ώστε να συλληφθούν οι Ettor και Giovanitti, οι οποίοι έμειναν φυλακισμένοι για 8 μήνες (και οι οποίοι αντικαταστάθηκαν από την Elizabeth Garley Flynn και τον Bill Haywood).

Η απεργία κράτησε δύο ολόκληρους μήνες μέσα σε έναν πολύ δύσκολο και βαρύ χειμώνα και οδήγησε σε νίκη των απεργών, των οποίων όλα σχεδόν τα αιτήματα ικανοποίησαν οι εργοστασιάρχες. Γρήγορα, σε όλη σχεδόν την ανατολική ακτή εφαρμόστηκαν οι συμφωνίες και οι μισθοί του Lawrence. Με τον καιρό βέβαια, και καθώς η οικονομία βυθίστηκε σε ύφεση λόγω του πολέμου, πολλά από όσα κερδήθηκαν στο Lawrence ξαναχάθηκαν για πολλές εργάτριες και εργάτες.

Η σημασία της απεργίας του Lawrence είναι τεράστια, παρόλο που δεν ήταν η πρώτη φορά που εργάτριες στο συγκεκριμένο κλάδο είχαν απεργήσει με τέτοιους μαζικούς όρους ήταν όμως η πρώτη φορά που η μεγάλη πολυεθνική μάζα οργανώνεται, αποκτά πρόσωπο, χέρια και στόμα. Συγκροτείται, απεργεί και κυρίως νικάει. Ειδικά, σε μια στιγμή, ειδικά σε μια περίοδο που για τον επίσημο συνδικαλισμό ήταν αδύνατο να γίνει κάτι τέτοιο. Σημασία άλλωστε ποτέ δεν είχαν οι αντικειμενικές συνθήκες καθαυτές, σημασία είχαν οι κοινότητες των επιθυμιών ως διαμορφωτές των αντικειμενικών συνθηκών.

Οι εμπειρίες, τα συμπεράσματα, οι γνώσεις, η αυτοπεποίθηση, οι πολιτικές σημασίες, οι αξίες που δημιουργήθηκαν μέσα από αυτόν τον αγώνα υπήρξαν καταλυτικά μέσα στην περαιτέρω ανάπτυξη των αγώνων στις ΕΠΑ τα επόμενα χρόνια.

breadandroses2

Από αυτή την απεργία ξεπήδησε το σύνθημα “Bread and Roses”. Η λαϊκή μυθολογία θέλει τις εργάτριες και τους εργάτες που απεργούσαν να γράφουν σε πλακάτ “Θέλουμε ψωμί αλλά θέλουμε και τριαντάφυλλα επίσης”. Κάτι τέτοιο ωστόσο, δεν επιβεβαιώνεται. Η φράση παρόλα αυτά είχε ειπωθεί εκείνη την περίοδο από την Rose (σύμπτωση;) Schneiderman. Η Schneiderman γεννήθηκε σε μια εβραϊκή οικογένεια στην υπό Ρώσικη κατοχή Πολωνία και μετανάστευσε στις ΕΠΑ στα τέλη του 19ου, γρήγορα άρχισε να είναι δραστήρια συνδικαλιστικά. Υπήρξε από τις πρώτες που οργάνωσε συνδικαλιστικά γυναίκες σε μια εποχή που τα περισσότερα σωματεία δεν τις δεχόταν καν ως μέλη τους. Ήταν από τις πιο ενεργές αγωνίστριες στην “Εξέγερση των 20.000” –όπως έμεινε γνωστή αργότερα η απεργία. H απεργία αυτή έλαβε χώρα το 1909 στη Νέα Υόρκη, όπου 20.000 εργάτριες και εργάτες στα υφαντουργεία, κυρίως εβραϊκής καταγωγής, κατάφεραν να κερδίσουν υψηλότερους μισθούς, καλύτερες συνθήκες εργασίας και λιγότερες ώρες δουλειάς. Το 1912 σε ένα λόγο της η Schneiderman λέει –πολύ λιτά και απλά- τα εξής: “Αυτό που θέλει μια εργάτρια είναι το δικαίωμα της να ζει, όχι απλά να υπάρχει – το δικαίωμα στη ζωή όπως έχει και μία πλούσια γυναίκα δικαίωμα στη ζωή, στον ήλιο, στη μουσική και την τέχνη. Δεν έχετε τίποτα στο οποίο να μην έχει δικαίωμα και η τελευταία εργάτρια. Η εργάτρια πρέπει να έχει ψωμί, αλλά πρέπει να έχει και τριαντάφυλλα, επίσης.”

Η φράση για πρώτη φορά αποδίδεται στις εργάτριες του Lawrence to 1915 σε μία συλλογή με ποιήματα που επιμελήθηκε ο Upton Sinclair, ένας εξαιρετικά δημοφιλής σοσιαλιστής συγγραφέας. Η πρώτη όμως εμφάνιση της φράσης έγινε τρία χρόνια πιο πριν στο ομώνυμο ποίημα του James Oppenheim, αν και εκεί το ποίημα αφιερώνεται στις γυναίκες συνδικαλίστριες του Σικάγο.

Το ποίημα είναι αυτό εδώ:

As we come marching, marching in the beauty of the day,
A million darkened kitchens, a thousand mill lofts gray,
Are touched with all the radiance that a sudden sun discloses,
For the people hear us singing: «Bread and roses! Bread and roses!»
As we come marching, marching, we battle too for men,
For they are women’s children, and we mother them again.
Our lives shall not be sweated from birth until life closes;
Hearts starve as well as bodies; give us bread, but give us roses!
As we come marching, marching, unnumbered women dead
Go crying through our singing their ancient cry for bread.
Small art and love and beauty their drudging spirits knew.
Yes, it is bread we fight for — but we fight for roses, too!
As we come marching, marching, we bring the greater days.
The rising of the women means the rising of the race.
No more the drudge and idler — ten that toil where one reposes,
But a sharing of life’s glories: Bread and roses! Bread and roses!

Πολωνοεβραία λοιπόν, η Scneiderman, συνδικαλίστρια στην υφαντουργία, πολωνοεβραίες και εκείνες οι πρώτες δύο γυναίκες στο Lawrence, που πρώτες έκλεισαν τις κλωστικές μηχανές. Ψωμί και τριαντάφυλλα, δύο έννοιες διατυπωμένες διαφορετικά, σε ένα λόγο, σε ένα πλακάτ, σε ένα ποίημα, σε ένα τραγούδι.

Μία άγρια απεργία για 37 cents. Για μερικές φραντζόλες ψωμί. Ένα κείμενο για την αναγκαιότητα αυτού ακριβώς του ψωμιού. Ένα σύνθημα -μπορεί και όχι, έχει σημασία;- που ζητά από αυτόν τον κόσμο, από αυτή τη ζωή και ψωμί και τριαντάφυλλα. Ένα σύνθημα που γίνεται τραγούδι. Ένα σύνθημα-ψωμί που το μετατρέπουμε εμείς σε ένα τραγούδι-τριαντάφυλλο. Και εδώ είναι η δύναμη μας. Εδώ είναι εκείνη η δύναμη “που δεν υπάρχει μεγαλύτερη της κάτω από τον ήλιο” σε έναν κόσμο που αδυνατεί να προσφέρει τραγούδια, φτιάχνει τα τραγούδια μόνη της. Εδώ είναι εκείνη η συλλογική ευφυΐα που μετατρέπει το ίδιο το ψωμί σε τριαντάφυλλο. Εδώ είναι εκείνη η συλλογική ευφυΐα που μετατρέπει τον ίδιο τον αγώνα σε ομορφιά, σε παρηγορητικό, σε επουλωτική αλοιφή, σε ένα κομμένο τριαντάφυλλο ενός κήπου σε ένα γκρίζο προάστιο που κάποιος χαρίζει σε κάποιον, κάποια σε κάποια, κάποιος σε κάποιαν και κάποια σε κάποιον.

Και είναι το τριαντάφυλλο αυτό το ίδιο ο φορέας αυτής της κίνησης. Είναι το τριαντάφυλλο διεαυτόν που κυκλοφορεί. Όπως ακριβώς και η τάξη μας πρέπει να υπάρχει διεαυτήν. Ταυτόχρονα όμως είναι και το ψωμί εκείνο ακριβώς το οποίο δίνει μορφή και περιεχόμενο στο τριαντάφυλλο. Διαλεκτική συνήθως το λένε. Ένα μπουκέτο τριαντάφυλλα δίπλα σε μια αχνιστή φραντζόλα έχει άλλη γεύση, ακριβώς όπως η φραντζόλα έχει άλλο άρωμα.

Και εδώ είναι το σημείο που η κυρία Gertrude Stein θα έρθει να διαφωνήσει κάθετα δηλώνοντας: “Ένα τριαντάφυλλο είναι ένα τριαντάφυλλο είναι ένα τριαντάφυλλο είναι ένα τριαντάφυλλο.” Ας μας επιτραπεί να της δώσουμε την απάντηση ότι ένα τριαντάφυλλο δεν είναι ποτέ ένα τριαντάφυλλο. Κάτι συνοδεύει, από κάτι συνοδεύεται. Κάτι πάντα θα τονίζει, σε μία λέξη σε μία πρόταση, σε μια παράγραφο, σε ένα βιβλίο που χαρίζεται. Πάντα. Νυν και αεί.

Και εις τους αιώνας των αιώνων, πιο συγκεκριμένα βέβαια στον 19ο αιώνα όπου το 1867 γεννιέται στο Λονδίνο ο Ernest Dowson. Υπήρξε λογοτέχνης ο οποίος συνδέθηκε με το ρεύμα των Decadents και φίλος του Oscar Wilde. Δεν έγραψε πάρα πολλά πράγματα και πέθανε σχετικά νέος το 1900… Ανάμεσα στα πιο γνωστά του ποιήματα είναι και αυτό εδώ (φυσικά το αφήνω αμετάφραστο):

They are not long, the weeping and the laughter,
Love and desire and hate;
I think they have no portion in us after
We pass the gate.

They are not long, the days of wine and roses:
Out of a misty dream
Our path emerges for a while, then closes
Within a dream.

To οποίο ποίημα αυτό μας χάρισε τη φράση “The days of wine and roses” (ο ίδιος ποιητής παρεμπιπτόντως μας έχει χαρίσει και την έκφραση “gone with the wind”), η οποία φράση αποτελεί έναν συμβολισμό μιας εποχής όπου κάπου ανήκες και κάτι σου άνηκε. Όπου σου άνηκαν οι μέρες, ο οίνος και τα ρόδα. Η έκφραση έχει χρησιμοποιηθεί σε μία νουβέλα, που αργότερα έγινε ταινία του Blake Edwards σε soundtrack του Henry Mancini με ένα ομώνυμο μάλιστα τραγούδι, και έχει τέλος πάντων πλείστες όσες αναφορές σε διάφορα πολιτιστικά σημεία, σταυροδρόμια και κρυφές γωνίες.

breadandroses3

Μία από αυτές τις γωνίες βρίσκεται στο Los Angeles της California, όπου θα μαζευτούν η Kendra Smith, o Steve Wynn, o Karl Precoda και ο Dennis Duck, για να σχηματίσουν τους Dream Syndicate, να ηχογραφήσουν το The Days Of Wine And Roses, και να σηματοδοτήσουν την συμβολή της ανατολικής ακτής των ΕΠΑ στην άρρητη, σκοτεινή αλλά ταυτόχρονα σαφέστατη και ολοφώτιστη μυστική υπόγεια σκηνή των 80’s. Δεν είμαι αυτός που θα γράψει εδώ τους επαίνους για αυτόν τον αριστουργηματικό δίσκο και τα αστραφτερά κομμάτια ακατέργαστου κάρβουνου που τον αποτελούν. Ούτε είμαι αυτός που θα κάτσει να μιλήσει για το πορτραίτο του καλλιτέχνη σε νεαρή ηλικία. Δεν τα χρειάζονται, άλλωστε μια χαρά μπορεί να σας τα πει αυτά ένας μουσικός δημοσιογράφος.

Και εδώ είναι η στιγμή αγαπητέ μου αναγνώστη, όπου ο συγγραφέας συνειδητοποιεί την αδυναμία του ως συγγραφέας. Και αποφασίζει να σταματήσει να είναι συγγραφέας. Στρίβει ένα τσιγάρο, γεμίζει με κρύα μπύρα το ποτήρι όσο ακόμα είναι ακόμα ζεστός ο καιρός. Και βάζει να ακούσει την ζωντανή εκτέλεση, από το δίσκο Live At Raji’s, το τελευταίο live των Dream Syndicate, του τραγουδιού The days of wine and roses. Ακούει την οκτάλεπτη εκτέλεση μέχρι το 6ο περίπου λεπτό. Εκεί που ο Wynn σταματά το τζαμάρισμα. Εκεί που λέει “Stop!”. Εκεί που κρέμεσαι για δύο δεύτερα. Εκεί ακριβώς, πριν ακουστεί μια κραυγή από το πλήθος που θα μπορούσε να είναι δική του. Σταματά και αυτός εκεί την ακρόαση. Αλλά όχι για δύο δεύτερα.

The days of wine and roses λοιπόν. Στέκεται και κοιτά αυτό το εκκρεμές. Όπου η κλωστή του είναι το τριαντάφυλλο και τα ακραία σημεία των ταλαντώσεων είναι το ψωμί και το κρασί. Ψωμί, κρασί και τριαντάφυλλα. Ψωμί για να μπορούμε να κινηθούμε, κρασί για να μπορούμε να σταθούμε λίγο. Και τριαντάφυλλα για να μπορούμε να χαρακτηρίζουμε όλες τις ενδιάμεσες κινήσεις μας, όλα τα ενδιάμεσα κινήματα, όλες τις ενδιάμεσες πράξεις μας και θεωρίες μας ως όμορφες. Τι είναι όμορφο; Τι είναι η ομορφιά; Έχει σημασία; Έχει νόημα να πω οτιδήποτε εγώ για ένα θέμα που έχει συζητηθεί εδώ και 3000 χρόνια; Όχι δεν έχει. Το μόνο που ίσως έχει μια κάποια σημασία είναι να σας πει είναι τι θέλει να κάνει όμορφο. Πού βρίσκει αυτός τις μικρές του ομορφιές.

Στον Ernest Dowson που οι όμορφες του μέρες χάνονται μέσα σε ένα όνειρο.

Στην Rose Schneiderman που οι μέρες της δεν έχουνε ούτε ψωμί και βγαίνει και από πάνω ζητώντας και τριαντάφυλλα.

Στις δύο ανώνυμες πολωνοεβραίες εργάτριες που έκαναν αυτό το τόσο απλό πραγματάκι που λέγεται απεργία αλλά και τόσο δύσκολο συνάμα.

Στους 20.000 απεργούς της Νέας Υόρκης και του Lawrence, γυναίκες, αγόρια, κορίτσια, άντρες.

Στο παρεάκι του Los Angeles που εκεί την εποχή του τέλους των ιδεολογιών, την εποχή του τέλους των μεγάλων αφηγήσεων, την εποχή που έμοιαζε να μην έχει τίποτα νόημα στο τέλμα του θεάματος, την εποχή όπου όλα είχαν τελειώσει μόνο και μόνο για να ξαναρχίσουν, την εποχή που όλα ήταν μετέωρα χωρίς καμία αναφορά, που όλα κενά νοήματος περιστρέφονταν σαν ζαλισμένα από το φως των λαμπτήρων του νέον έντομα, εκείνη την εποχή λοιπόν στις 31 Ιανουαρίου του 1988. Ο Steve σταμάτησε την μπάντα. Πήραν όλοι μια ανάσα. Αλλά μία ανάσα. Και ούρλιαξαν, ο καθένας όπως μπορούσε την αρχή του τέλους ενός επικείμενου χωρισμού. Την αρχή της αποξένωσης. Της αλλοτρίωσης μας. Από τον άλλον και από εμάς τους ίδιους. Ουρλιάζουν τη χαμένη οικειότητα προσπαθώντας να ανασύρουν την ανάμνηση της.

I’m just trying to remember the days of wine and roses…

Θα ήθελε, ο συγγραφέας που ποτέ δεν υπήρξε συγγραφέας και ούτε τώρα είναι, να υπήρχε μια Rose Schneiderman σήμερα για να έρθει και να προσθέσει στο ψωμί και τριαντάφυλλα και το κρασί. Και όλοι μαζί να μιλήσουμε για μέρες ψωμιού, κρασιού και τριανταφύλλων.

 Ως τότε ουρλιάζοντας με όλη του την ψυχή το καταιγιστικό τέλος εκείνης της ζωντανής εκτέλεσης δε θα προσπαθεί να θυμηθεί τις μέρες του οίνου και των ρόδων ενός παρελθόντος, αλλά θα προσπαθεί να παλεύω για τις μέρες του οίνου και των ρόδων ενός μέλλοντος.

Για μια μέρα που δε θα είναι μέρα αλλά η πιο μαύρη νύχτα που θα κοιμηθώ δίπλα της αλλά εγώ δε θα είμαι εγώ και αυτή δε θα είναι αυτή, όπου εγώ θα είμαι εμείς, και αυτή θα είναι πάλι εμείς.

Είναι απλό οι μέρες του ψωμιού, του κρασιού και των τριανταφύλλων είναι οι μέρες, όπου εμείς θα είμαστε εμείς θα είμαστε εμείς θα είμαστε εμείς.

Ουδείς άλλος μπορεί να ομορφύνει αυτόν τον κόσμο.

Γράμματα από μακριά νο. 002

Αδερφέ και φίλε Χρήστο,

(έλα σου ‘χω τραγουδάκι για το ξεκίνημα, άκου κολασμένη μπασογραμμή ρε συ…).

Σου γράφω λίγο γρήγορα και κάτω από την πιέση της αυπνίας και της κούρασης αλλά μόνο εσύ μπορείς να μου πεις μια γνώμη σχετικά με ένα πρόβλημα που από ότι φαίνεται με ταλανίζει εδώ και αρκετό καιρό. Θα μου πεις απο που και ως που θα δώσεις εσύ λύση στο δικό μου πρόβλημα και με πιο ταλέντο σου από όλα. Κοίτα, χωρίς να είμαι συγγραφέας απευθύνομαι σε κάποιον που είναι συγγραφέας για να μου λύσει ένα συγγραφικό πρόβλημα, περίπου με τον ίδιο τρόπο που κάποιος χωρίς να είναι ξυλουργός απευθύνεται σε έναν φίλο του ξυλουργό να του πει τι να κάνει για ένα θέμα που έχει με τις πόρτες ή με τα ντουλάπια ή με τις κάσες. Και η αλήθεια είναι ότι μοιάζει πολύ και με ξυλουργικό το πρόβλημα μου εκτός από συγγραφικό μιας και σχετίζεται και με κάποιου είδους κάσες. Άβολος ρόλος για σένα να μιλάω για κάσες το καταλαβαίνω, αλλά το έχεις ξεπεράσει μετά απο τόσα χρόνια εεε;

Τωρα φαντάζομαι για λόγους προοικονομίας θα πρέπει να συνοψίσω το ερώτημα μου, δυστυχώς όμως δε μπορώ. Θα προσπαθήσω να το περιγράψω. Με δικά μου λόγια.

Καταρχήν ξέρεις πολύ καλά ότι σιχαίνομαι το καλοκαίρι. Όχι ότι το σιχαίνομαι ακριβώς, αλλα ότι το μισώ. Τυφλά, μανιασμένα, εμμονικά. Επίσης φυσικά μισώ και ότι έχει να κάνει με αυτό: τα γυαλιά ηλίου, τον ήλιο, τη ζέστη, τα αντιηλιακά, την άμμο, τα τουριστικά λεωφορεία και τους τουρίστες, τις αφίσες του ΕΟΤ, τα κουκούτσια απο τα ροδάκινα, τις σαγιονάρες, το μαύρισμα, τις πετσέτες θαλάσσης με τα κιτς χρώματα τους και ότι άλλο μπορεί κανείς να συνδυάσει με το καλοκαίρι. Επίσης, μισώ τον Ιούνη, τον Ιούλη, τον Αύγουστο και όλους τους Ρωμαίους αυτοκράτορες καθώς και τα στιχάκια του τραγουδιού “δώδεκα μήνες στη σειράάάά…” της Λιλιπούπολης που αναφέρονται στους συγκεκριμένους μήνες.

Τώρα θα μου πείς και θα ζητήσεις να μάθεις ποιες είναι οι αιτίες όλου αυτού του μίσους μου για το καλοκαίρι… Θα μπορούσα να σου απαντήσω μαρξιστικά και να σου πω ότι από τα δεκαπέντε μου λόγο της τουριστικής βιομηχανίας του νησιού τα καλοκαίρια τα πέρναγα δουλεύοντας. Επίσης, θα μπορούσα να σου πω πάλι με μαρξιστικούς όρους και ολίγη καταστασιακή εσάνς ότι είναι η βαθιά μου απέχθεια προς το τουριστικό προιόν greek summer η οποία τροφοδοτεί με ευφλεκτα υλικά τη φωτιά του μίσους μου. Για πολλά χρόνια ήταν αυτός ο λόγος. Τι σκατά μαρξιστής είμαι άλλωστε αν όλα δεν ανάγονται στις κοινωνικές συνθήκες εεε; Το θέμα με το μίσος αυτό όμως, είναι ότι τώρα ήρθε κι έδεσε και με κάτι άλλο.

Ξέρεις πολυ καλά ότι γράφω. Οτι γενικώς γράφω πάρα πολύ. Εντάξει, δε θέλω εδώ να σου αναλύσω την ψυχολυτρωτική σχέση που έχω με τη γραφή. Αλλά αυτό που δεν ξέρεις και μάλλον ήρθε η ώρα να στο πω με κίνδυνο να γράψω κάτι για αυτό και να αυτοαναιρεθώ εν ριπή οφθαλμού είναι το ότι υπάρχει ένα τεράστιο κομμάτι για το οποίο αρνούμαι συνειδητά να γράψω. Αυτό το κομμάτι είναι τα παιδικά μου χρόνια. Αρνητισμός τελείως όμως… Δε θέλω να πω τίποτα για αυτά στην δημόσια σφαίρα, παρα μόνο ίσως σαν αναφορά. Ξέρεις σαν ένα όνειρο που δεν μπορεί να περιγραφεί.

Ξέρεις όμως ρε φίλε ποιος γαμημένος συνδυασμός έρχεται και κάθεται; Είναι αυτό το γαμημένο εμπόρευμα του greek summer που όλα τείνουν να δένονται πάνω του. Να αποικιοποιούνται οι ζωές μας και οι αναμνήσεις μας απο αυτό το εμπόρευμα. Να μας τις πουλάνε πίσω και μεις να τρέχουμε σα μαλάκες να τις αγοράσουμε. Ξέρεις, όπως η διαφήμιση με την απεριόριστη επικοινωνία των 1500 λεπτών, που τότε που είμασταν μικρά παίρναμε τα ποδήλατα και πηγαίναμε στου διαόλου τη μάνα. Οπότε λέω από τη μια, να κάτσω να γράψω. Να κάτσω να γράψω για την παιδική μου ηλικία. Να κάτσω να γράψω για τα καλοκαίρια μου. Να κάτσω να γράψω για τις λιαστές ντομάτες τις νόνας. Να κάτσω να γράψω για τον πάπου. Να κάτσω να γράψω που δεν φόραγα ποτέ παπούτσια και το Σεπτέμβρη δεν μπορούσα να τα συνηθίσω με τίποτα. Να κάτσω να γράψω για το μπάνιο με το λάστιχο στο χώμα της αυλής. Να κάτσω να γράψω για τα ήσυχα μεσημέρια που άκουγα τα ξύλα στο ταβάνι να τρίζουν. Να κάτσω να γράψω που κυνήγαγα κεντρίνες και σαύρες και έφτιαχνα μικρά τελετουργικά τοτέμ. Να κάτσω να γράψω για τις παρέες μου, τους πετροπόλεμους, τους πρώτους έρωτες και όλα αυτά. Να κάτσω να γράψω για τα μπάνια. Ντάξει στο κάτω κάτω της γράφης, όλα τα παιδιά της ηλικίας μου τα ίδια πράγματα βίωσαν, δεν είναι θέμα πρωτοτυπίας, είναι θέμα προσωπικής ανάμνησης, που όσο κοινές αναφορές να έχει είναι κάτι απόλυτα δικό σου. Ξέρεις όμως τι γίνεται ρε Χρήστο μου; Τρέφονται από μας. Τρέφονται απο τις σάρκες μας. Άθελα μας. Το βγάζουμε έξω μας και αυτοί το αρπάζουν και το κατακρεουργούν. Και συσκευάζουν το κρέας σε ειδική συσκευασία φρεσκάδας. Και πάμε εμείς με κάτι πείνες και σαλιώνουμε τις βιτρίνες και τα τζάμια τους…

Αλλά απέναντι και σε αυτό θα πω εντάξει. Είναι και αυτό μέρος του παιχνδιού του δημόσιου λόγου. Είναι μέρος της ταξικής πάλης. Είναι υπόθεση μας, να μην τους το αφήνουμε να το παίρνουν. Είναι συλλογική υπόθεση να το ξαναπαίρνουμε με τη σειρά μας πίσω και να το μοιράζουμε όπου υπάρχει ανάγκη. Γιατί οι άνθρωποι εκτός από ψωμί θέλουν και κάνα τριαντάφυλλο. Το ξέρεις. Καλά.

Δε σταματά εδώ όμως σε μένα ρε Χρηστάρα. Και εδώ είναι που χοντραίνει το παιχνίδι. Τα δικά μου παιδικά χρόνια, τα δικά μου παιδικά καλοκαίρια, όσο όμορφα και αν ήταν έχουνε μείνει πια πολύ άγρια λειψά. Η μικρή μας συμμορία με τους απόβλητους, τους ανάπηρους και μένα τους αρχηγό και προστάτη έχει αποδεκατιστεί. Ο Σπύρος, που είχε μεσογειακή αναιμία πέθανε εδώ και 15 χρόνια από λευχαιμία. Δεν την πάλεψα ποτέ να πάω στην κηδεία. Πήγα στην κρυψώνα μας και έκλαιγα με τις ώρες. Πήρα τα στενά του χωριού. Κλείστηκα. Και όσο περνούσαν τα χρόνια, έγραφα και ξανάγραφα στο μυαλό μου, τις μικρές μας ασήμαντες ιστορίες. Τα ευτελή μας άπαντα. Κράτησα μια ζώσα μνήμη στο κεφάλι μου.

Η τρίτη της παρέας ήταν η Ζωή. Η αδερφή μου, της οποίας αποτυχημένος κηδεμόνας υπήρξα πάντοτε. Όταν είχαμε μεγαλώσει πια εγώ και η αδερφή μου, μιας και βρισκόμασταν πάντα τα καλοκαίρια στο νησί, πάντα κάποιο βράδυ θα λέγαμε τις μικρές μας παιδικές καφρίλες. Θα γελάγαμε. Θα μιλάγαμε για το Σπύρο στον Ενεστώτα (έτσι με κεφαλαιό αυτοί οι Ενεστώτες). Θα μας έμενε μια θλίψη. Θα πίναμε μια μπύρα. Θα κρατούσαμε ζωντανή την κοινή μας ανάμνηση.

Αλλά όπως ξέρεις, η Ζωή την έκανε. Και είναι το δεύτερο καλοκαίρι που συνειδητοποιώ ότι δεν υπάρχει κανείς πια να μοιραστώ την μνήμη μου, να την διασταυρώσω, να την εμπλουτίσω, να την ομορφύνω. Και οι μνήμες οι δικές μου ρε συ είναι μόνο συλλογικές. Γιατί έτσι γουστάρω να είναι. Γιατί δεν εχει γιατί… ξέρω γω…

Και έτσι μένω με το βάρος μιας μνήμης που δεν μπορώ να την κάνω τίποτα. Δεν μπορώ να τη μοιραστώ, δε θέλω να τη βγάλω προς τα έξω, δεν μπορώ να τη σβήσω.

Δεν μπορώ να τη μοιραστώ γιατί δεν έμεινε κανείς να τη μοιραστώ, δεν θέλω να την βγάλω προς τα έξω γιατί φοβάμαι μην γίνει μέρος του εμπορεύματος greek summer, και δεν μπορώ να τη σβήσω γιατί δεν είμαι ανδροειδές στο Blade Runner, όσο και να ήθελα να πάρω τη Rachel  και να φύγω μακριά.

Το μόνο το οποίο ίσως μπορούσε να βοηθήσει ήταν να πάω σε μια παραλία. Να κάτσω απο το πρωί μέχρι όσο χρειαστεί γυμνός κάτω από τον ήλιο. Να ανοίξει μια τεράστια χαραμάδα στο στήθος μου και σιγά σιγά να βγει από μέσα του μια γυναίκα. Να σκύψει από πάνω μου, να μου πει ότι την λένε Ρέα, να μου αφήσει λίγο αίμα στο πρόσωπο που γρήγορα θα ξεράθει και να περπατήσει προς τη θάλασσα. Να σταματήσει εκεί για λίγο. Να γυρίσει μία προς το μέρος μου και να μου χαμογελάσει. Να χαθώ στο χαμόγελο της και να κοιτάξω το εφηβαίο της. Να γυρίσει και να παρακολουθήσω τις σύντομες σκιές που θα κάνουν τα χέρια στην πλάτη της. Να προσέξω τα μαλλιά της που θα τα κολλάει στο λαιμό της ο αέρας και να χαμογελάω όταν θα βάλει τους αστραγάλους της στο νερό. Και να αρχίσει να κολυμπάει. Με αργές κινήσεις, ενώ εγώ θα χαζεύω ένα μελαχρινό κεφάλι που θα χάνεται σιγά σιγά σε εκείνη τη λεπτή γραμμή όπου το γαλάζιο συγκρούεται με το γαλάζιο.

Δεν μπορώ να σκεφτώ κάτι άλλο, δεν μπορώ να σκεφτώ κάποια λύσις άλλου τύπου… Αυτή η βαρβαρότητα είναι μια κάποια λύσις…

Απλά κουράστηκα να μισώ πια τα καλοκαίρια μου.

Και ρε γαμώτο μου, μάλλον δεν μπορείς πια να προσθέσεις τίποτα…

Σε φιλώ.

βα. αλ.

(έλα και τούτο δω για κλείσιμο, δε θα σου φτιάξει το κέφι ακριβώς αλλά ξορκίζει το κακό, θα συμφωνήσεις μαζί μου ότι οι Triffids είναι η πιο σκοτεινή καλοκαιρινή μπάντα φαντάζομαι)