Category Archives: Pete Seeger

Υφαίνοντας με χορδές εκείνο το τραγούδι

Πόσα τραγούδια άραγε να υπάρχουν; Πόσα τραγούδια άραγε να έχουν γραφτεί, τραγουδηθεί, παιχτεί, χορευτεί στους τόσους αιώνες της γραφής, του τραγουδιού, του παιξίματος και του χορού; Υπάρχουν δύο απαντήσεις. Οι οποίες κάλλιστα είναι και μία απάντηση. Η μία απάντηση είναι η προφανής: άπειρα τραγούδια. Η άλλη απάντηση είναι λιγότερο προφανής (και ίσως αρκετά προβοκατόρικη): όχι πάνω από τέσσερα ή πέντε ή τέλος πάντων ένας αριθμός κοντά στα δάχτυλα των χεριών μας. Αλλά προς τι αυτή η ισοπωδετική ή στην καλύτερη μινιμαλιστική οπτική; Οι περισσότεροι καλλιτέχνες, τραγουδοποιοί, συνθέτες συνήθως δε θα πουν, γράψουν ή ερμηνεύσουν πάνω από 3-4 τραγούδια ακόμα και αν αυτά που έχουνε πει, γράψει ή ερμηνεύσει είναι εκατοντάδες τραγούδια. Και με αυτή την έννοια μάλλον καταλαβαίνει ακόμα και ο πιο ανυποψίαστος αναγνώστης τη διττή σημασία του τραγουδιού, που ένα μπορεί να είναι πολλά και τα πολλά να είναι ένα. Και αυτή τη διττή σημασία αν την πάρουμε και την κάνουμε εκτός απο ποιοτική και ποσοτική θα δει κανείς ότι το ίδιο ισχύει και για τους υπολοίπους τους μη-μουσικούς τους μη-τραγουδιστές τους μη-καλλιτέχνες, μιας και άλλωστε η μουσική είναι -ευτυχώς- και αυτωνών υπόθεση. Πολύ απλά, όλοι και όλες μας σε αυτή τη ζωή έχουμε 4-5 τραγουδια να πούμε. Και με αυτό τον τρόπο, ό,τι λέμε, ό,τι κάνουμε, ό,τι τραγουδάμε δεν είναι παρα συγχορδίες, στίχοι λέξεις και ρίμες κάποιου από αυτά τα 4-5 τραγούδια. Αυτό που κάνει ενδιαφέρουσα την πραγματικότητα (και την ίδια μα την ύπαρξη) είναι όταν κάποιο από αυτά τα τραγούδια ταυτίζεται, συγκλίνει, πλησιάζει, αγγίζει κάποιο από τα τραγούδια κάποιου ή κάποιας άλλης. Και το ενδιαφέρον έγκειται ακριβώς εδώ: αυτό κάνει διττή τη σημασία του τραγουδιού, τη σημασία του ενός (και του δύο και του τρία και του τέσσερα και του πέντε) και με αυτόν τον τρόπο τα τραγούδια είναι τέσσερα και πέντε και άπειρα ταυτόχρονα.

Ο Woody Guthrie έλεγε ότι το τραγούδι είναι κάπου εκεί έξω, και ο καλλιτέχνης μένει να το βρει εκεί έξω που αυτό βρίσκεται. Και το εκεί έξω δεν είναι κάνα αφηρημένο (και μεταφυσικό) μέρος έμπνευσης αλλά το σαφώς ορισμένο γεωγραφικά σημείο όπου τα τραγούδια των ανθρώπων συζητούν, ενώνονται, ενοποιούνται και συνδιαλέγονται. Ένας τέτοιος τόπος, ένα τέτοιο απόλυτα ορισμένο γεωγραφικό σημείο είναι και το τραγούδι που την μικρή του ιστορία θα προσπαθήσουμε να πούμε εδώ, είναι το 500 miles ή 900 miles ή Train 45 ή Rueben’s Train ή I’m 900 Miles Away From Home ή Ruby (Are You Mad) ή Railroaders’ Lament ή Rueben… Ένα τραγούδι που είναι πολλά αλλά είναι και ένα, που είναι και ένα αλλά είναι και πολλά… Και το οποίο γενικώς είναι ένα μικρό μπλέξιμο. Οπότε πως μπορεί ακριβώς να πιάσει να ξετυλίξεις ένα νήμα όπου τα τραγούδια είναι μπλεγμένα μεταξύ τους; Από ποιο σημείο ακριβώς μπορείς να ξεκινήσεις; Ευτυχώς για την πραγματικότητα και δυστυχώς για τους ακαδημαϊσμούς και τις λαικές μουσικές δεν υπάρχει μια τέτοια στιγμή αλλά υπάρχει μια διάρκεια. Ας γίνουμε όμως επιτέλους συγκεκριμένοι.

Πάμε στις απαρχές και τη δεκαετία του ’20 όπου ηχογραφούνται τρεις διαφορετικές εκτελέσεις του ίδιου τραγουδιού. Ή ακόμα καλύτερα τρία τραγούδια που μοιάζουν εξαιρετικά μεταξύ τους, στιχουργικά και μουσικά. Πρόκειται για το 900 Miles Away From Home το 1924 το Ruben Oh Ruben το 1929 και το Train 45 το 1930. Στα αλήθεια κανείς δεν μπορεί να βγάλει άκρη που βρίσκεται το “κανονικό” (ή ακόμα και αν υπάρχει “κανονικό”). Κάποιοι που ξεκινούν απο το Train 45, το οποίο είναι ένα απο το πιο γνωστά railroad songs θεωρούν τα άλλα δύο παραλλαγές του. Άλλοι που είναι πιο κοντά στο bluegrass και έχουν εκκίνηση το Rueben Oh Rueben θεωρούν τα άλλα δύο παραλλαγές του. Και οι τρίτοι της παρέας που εκκινούνται απο το folk revival θεωρούν το 900 Miles το “αυθεντικό”. Με έναν τρόπο αυτά είναι λίγο ακαδημαϊσμοί ή μάλλον εμμονές ενός κόσμου που αναζητεί το πρωτότυπο, το αυθεντικό, τη ρίζα ενώ θα έπρεπε να αναζητεί την ιδιαιτερότητα, την ειλικρίνεια και τις ρίζες.

Fiddlin' John Carson

Fiddlin’ John Carson

Όλες οι ιστορίες μας ξεκινάνε τη δεκαετία του ’20, αναγκαστικά, μιας και τότε η μουσική βιομηχανία άρχισε να υπάρχει ως τέτοια. Από αυτά τα τρία τραγούδια το πιο παλιό ηχογραφημένο είναι το 900 Miles Away From Home από τον Fiddlin’ John Carson. O Carson γεννημένος στη Georgia το 1868 ήταν ένας απο τους βιρτουόζους του βιολιού των αρχών του προηγούμενου αιώνα και μάλιστα σε πολιτειακούς διαγωνισμούς δεξιοτεχνίας έβγαινε πρώτος επί επτά συναπτά έτη. Ο Carson ήταν αυτοδίδακτος λαϊκός μουσικός μεγαλωμένος σε οικογένεια με μουσική παράδοση. Η ιστορία λέει ότι τον ανακάλυψε ένας ατζέντης της Okeh Records το 1922 όταν τον είδε σε βουβή ταινία επικαίρων που έδειχνε τον ετήσιο διαγωνισμό βιολιού της Virginia. Έτσι το 1923 ο Carson ξεκινά τις ηχογραφήσεις και την επόμενη χρονιά θα ηχογραφήσει και το 900 Miles Away From Home. Ηχογράφηση που είναι η πιο παλιά και από τα τρία τραγούδια που αποτελούν την αφετηρία μας. Ωστόσο, το τραγούδι δεν είναι δικό του και είναι κατοχυρωμένο ως παραδοσιακό και ανιχνεύεται καμιά δεκαπενταετία πιο πριν το 1909.

Το επόμενο βήμα έρχεται μια πενταετία μετά όπου ο G.B. Grayson παίρνει μια μελωδία για banjo, το Ruben, το ενοποιεί με τη μελωδία του 900 Miles Away From Home, παίρνει και δύο στίχους απο το τραγούδι και γράφει το Train 45. To Train 45 από τότε θα διαγράψει τη δική του πορεία μεσα στο χρόνο, θα γίνει ένα απο τα standards του bluegrass και της country, και θα γίνει μια αυθύπαρκτη οντότητα, στο βαθμό που βέβαια διατηρεί πάντα τη στενή συγγένεια με το 900 Miles Away From Home. Ο G.B. Grayson είναι μία ακόμα από εκείνες τις φιγούρες της αμερικάνικης μουσικής που συνέβαλε στη διαμόρφωση της. Γεννήθηκε το 1887 στη Βόρεια Carolina, έμεινε τυφλός από βρέφος και έμαθε να παίζει το βιολί, με έναν τελείως αρχαικό τρόπο μάλλον. Το 1927 συνεργάζεται με τον κιθαρίστα Whitter και μαζί θα βγάλουν μια σειρά επιτυχιών για τα δεδομένα της εποχής. Στον G.B. Grayson χρωστάμε ένα πολύ γνωστό τραγούδι το Tom Dooley το οποίο έκαναν νο.1 επιτυχία οι Kingston Trio, και το οποίο βασίζεται σε μια πραγματική ιστορία όπου ο Tom Dula, ενός πρώην στρατιώτη που σκότωσε την αρραβωνιαστικιά του και έγινε φυγάς για να πιαστεί τελικά, να δικαστεί, να καταδικαστεί και να κρεμαστεί. Η ιστορία του Tom Dula (Dooley είναι η προφορά στο τοπικό ιδιώμα) πήρε μεγάλες διαστάσεις στην εποχή της αλλά ο Grayson τη γνώριζε απο πρώτο χέρι μιας και ενας θείος του συμμετείχε στο στρατιωτικό σώμα που καταδίωξε τον Dula. O Grayson θα σκοτωθεί σε τροχαίο το 1930 αλλά θα προλάβει να γράψει μπόλικα τραγούδια που θα γίνουν αργότερα πολύ γνωστά από πολλους και διάφορους, ανάμεσα τους ο Bob Dylan και οι Rolling Stones.

Ένα χρόνο αργότερα ένας άλλος μουσικός, ο Emry Arthur, θα ηχογραφήσει τη δική του προσέγγιση στο συγκεκριμένο μοτίβο. Ο Emry Arthur, γεννημένος στο Kentucky από μουσική οικογένεια, ο πατέρας του μάλιστα ήταν συλλέκτης παραδοσιακών τραγουδιών, θα ξεκινήσει από μικρή ηλικία σχετικά να παίζει. Αποκτά μάλιστα και ένα ιδιαίτερο στυλ στο παίξιμο της κιθάρας μιας και είχε χάσει το ένα δαχτυλό του σε ένα ατύχημα. Η πιο γνωστή του επιτυχία είναι το Man Of Constant Sorrow. Το 1930, λοιπόν, ο Emry Arthur θα διασκευάσει/επανεκτελέσει/αναπροσαρμάσει ή τέλος πάντων θα ηχογραφήσει τη δική του εκδοχή πάνω στο μοτίβο, θα της δώσει τίτλο Reuben Oh Reuben και η οποία θα είναι πιο αργή και με παραλλαγμένους στίχους φτιάχνοντας έτσι το τρίτο σημείο αναφοράς μας.

Να κάνουμε απόπειρα κάπου εδώ να μαζέψουμε το μοτίβο μας; Δυο μελωδίες (λίγο πιο αργές ή λίγο πιο γρήγορες), στίχοι που αφορούν αποστάσεις, τραίνα, γράμματα από το σπίτι, ενεχυροδανειστήρια, μίλια και χιλιόμετρα, και τέλος δύο ακόμα διαφορετικοί ρυθμοί στο banjo. Ας πούμε όμως κάτι επιπλέον εδώ πριν πάμε παρακάτω: η λαική μουσική, η μουσική για την ακρίβεια που φτιάχνεται από τα κάτω εκείνη την περίοδο δεν έχει πνευματικά δικαιώματα. Στην καλύτερη κάπου ή κάπως να αναφέρεται ο συνθέτης ή ο στιχουργός. Ακόμα, η διακίνηση της λαικής μουσικής δεν γινόνταν με ηχογραφήσεις, γινόταν κυρίως με την προφορική διάδοση: στόμα με στόμα σε πανηγύρια και λαικές γιορτές και τέλος ελάχιστοι από τους λαικούς μουσικούς γνωρίζαν μουσική έχοντας την σπουδάσει. Όντας αυτοδίδακτοι οι περισσότεροι, κύριο μέσο καταγραφής της μουσικής γίνεται η μνήμη ατομική ή συλλογική. Και η μνήμη φυσικά, παραποιεί και δεν μπορεί να είναι φωτογραφική. Με αυτόν τον τρόπο, οι τρεις αυτές ηχογραφήσεις που αναφέραμε παραπάνω με έναν τρόπο είναι και οι τρεις τους σημεία και εκδοχές της συλλογικής μουσικής μνήμης των κοινοτήτων. Αυτό δεν τις κάνει τις μόνες. Τις κάνει απλά τις πρώτες καταγεγραμμένες με αυστηρούς όρους μουσικής καταγραφής και αποτύπωσης.

Woody Guthrie και Cisco Houston

Woody Guthrie και Cisco Houston

Την ελευθερία με την οποία διακινούνται μοτίβα, στιχάκια, μελωδίες, ρυθμοί, ιδέες και ιστορίες χωρίς να υπάρχει η εμμονή του “αυθεντικού”, του “πρωτότυπου” ή ακόμα χειρότερα της “έμπνευσης”, το διαπιστώνει κανείς από τις εκτελέσεις που ακολούθησαν τις δεκατίες του ’30, ’40 και ’50 όπου σχεδόν κάθε καλλιτέχνης πάνω στο μοτίβο τίτλων, μελωδιών, ρυθμών και θεματικής δίνει τη δική του οπτική. Υπάρχουν και κάποιες ακρότητες σε αυτές τις ηχογραφήσεις που είναι ενδεικτικές της ελευθερίας. Για παράδειγμα το 900 Miles από τον Woody Guthrie και τον Cisco Houston δεν είναι παρά το Train 45 με άλλο τίτλο ή ας πούμε οι Osborne Brothers που πήρανε το μοτίβο της μελωδίας και έφτιαξαν το φρενιτώδες Ruby Are You Mad. Για τριάντα και πλέον χρόνια λοιπόν, πάνω σε ένα ευρύ μοτίβο που ανοίγεται συνεχώς θα έχουμε δεκάδες εκτελέσεις, οι οποίες όμως σιγα σιγά θα σταθεροποιηθούν έχοντας σαν κεντρικά θέματα τα τρία τραγούδια που αναφέραμε.

Το 1960 είναι γενικώς μια τεράστια καμπή για τη folk μουσική. Μια μικρή παρένθεση εδώ: η folk αμερικάνικη μουσική παράδοση συστηματοποιήθηκε σα σώμα με ένα σαφές πολιτικό πρόσημο από πίσω. Οι πατήρ και υιός Lomax όπως και Charles Louis Seeger (ο πατέρας του Pete Seeger) θεώρουσαν ότι πρέπει να αναδειχθεί η πλούσια μουσική παράδοση των λαικών στρωμάτων ως τρόπος να φωτιστούν οι συνθήκες διαβίωσης τους, τα προβλήματα τους ως κίνητρο για την κοινωνική και πολιτική αλλαγή. Έτσι με έναν τρόπο η folk μουσική ήταν μια κατεξοχήν προοδευτική μουσική. Μετά τον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο όμως και την σκληρή αντικομμουνιστική γραμμή που διαπέρασε κάθετα και οριζόντια κάθε τομή και δομή της αμερικάνικης κοινωνίας (συνδικάτα, σωματεία, λογοτεχνία, κινηματογράφο, μουσική, κοινοτιστικές δομές, οργανώσεις για τα δικαιώματα των μειονοτήτων κλπ) έβαλε στο περιθώριο την folk μουσική, πριμοδοτώντας κεντρικά μια θεματολογία και μια υφολογία που λίγο αργότερα θα ονομαστεί country (ερωτικά θέματα, τι καλά που είναι η ζωή στο χωριό, όπλα, μαγκιές κλπ). Με αυτόν τον τρόπο επιχειρείται μια κάθαρση της folk μουσικής παράδοσης απο επικίνδυνες θεματολογίες και υφολογίες. Έτσι, ήδη τη δεκαετία του ’50 η folk μουσική είναι στο περιθώριο, και θα έρθει το λεγόμενο folk revival να την ξαναζωντανέψει. Ένας από τους ανθρώπους και αυτός που μάλλον πιο συστηματικά και οργανωμένα κατάφερε να κρατήσει δεμένο το νήμα απο τα ’30s και τα ’40s στα ’60s περνώντας δια πυρός και σιδήρου μέσα από τη δύσκολη δεκαετία ’48 με ’58 ήταν ο Pete Seeger αλλά και όλη η folk σκηνή της ανατολικής ακτής… Τέλη της δεκαετίας του ’50 λοιπόν και αρχές της δεκαετίας του ’60 η folk ξαναγεννιέται, και από μια περιθωριακή μουσική που παιζόταν από μερικούς αριστερούς και προοδευτικούς καλλιτέχνες στο περιθώριο και από τις κονότητες που πάντα τις έπαιζαν ξαναγίνεται φορέας κοινωνικής αλλαγής. Μέσα σε αυτό το πλαίσιο τα πράγματα θα συστηματοποιηθούν και με έναν τρόπο θα γίνουν πιο συγκεκριμένα.

H Hedy West στο φεστιβάλ του Newport

H Hedy West στο φεστιβάλ του Newport

Η Hedy West αποτελεί μία από τις πολλές φιγούρες στις οποίες οφείλουμε πολλά χωρίς να το ξέρουμε. Γεννημένη στην Georgia το 1938 σε οικογένεια με μουσική παράδοση και τον πατέρα της ανθρακωρύχο, συνδικαλιστή και με έντονο ενδιαφέρον για τη μουσική παράδοση των ανθρακοφόρων βουνών της ευρύτερης περιοχής θα μεγαλώσει μέσα στις δύσκολες συνθήκες των περιοχών αυτών. Μάλιστα, σε μικρή ηλικία ήταν αυτόπτης μάρτυρας μαζί με τον πατέρα της στη δολοφονία ενός συνδικαλιστή ανθρακωρύχου. Η Hedy West πήγε το 1959 στην Νέα Υόρκη να σπουδάσει υποκριτική αλλά βλέποντας όλο το ενδιαφέρον του Greenwich Village για τη folk συνειδητοποίησε ότι έπαιζαν μουσική που αυτή άκουγε κάθε μέρα και αποφάσισε να ασχοληθεί με τη μουσική. Μάλιστα έφερε και μια καινοτομία στον τρόπο που παιζόταν το banjo εισάγωντας πιο blues και jazz στοιχεία. Η Hedy West ήταν μια από τις πρώτες γυναικείες folk φωνές μαζί με την Joan Baez και την Judy Collins, κυκλοφόρησε δύο δίσκους στη Vanguard (την εταιρεία που συγκέντρωνε τότε τους περισσότερους folk καλλιτέχνες), εμφανίστηκε στο φεστιβάλ του Newport, έκανε εμφανίσεις στην εκπομπή του Pete Seeger στην τηλεόραση, αλλά αρνήθηκε να απεμπολήσει την ορεινή της μουσική τραχύτητα και να γίνει πιο εμπορική διατηρώντας από την μια και μια θεματολογία που μίλαγε για την ζωή και τις δυσκολίες των γυναικών και των κοριτσιών και ένα μουσικό ύφος μάλλον ακατέργαστο. Από τα μέσα της δεκαετίας του ’60 πηγαινοερχόταν στην Αγγλία και ουσιαστικά ασχολήθηκε περισσότερο με τη μελέτη και την καταγραφή των μουσικών λαικών παραδόσεων αφήνωντας τις ηχογραφήσεις κατα μέρους. Στη Hedy West οφείλουμε δύο τραγούδια που έγιναν ευρέως γνωστά το ένα είναι το Cotton Mill Girls το δεύτερο είναι το 500 Miles. Η Hedy West λοιπόν, αποτέλεσε με έναν τρόπο μέσα στο ιστορικό πλαίσιο που περιγράψαμε πιο πάνω ουσιαστικά την κατακλείδα σε μια μουσική πορεία ενός τραγουδιού που κλυκλοφορουσε για πάνω απο 50 χρόνια. Από εκεί και μετά αυτή την εκτέλεση θα πάρουν οι Journeymen που θα είναι και οι πρώτοι που θα την ηχογραφήσουν αλλα και οι Peter, Paul and Mary που θα το κάνουνε ένα απο τα πιο γνωστά και δημοφιλή folk τραγούδια.

Στη συνέχεια το τραγούδι θα διαχυθεί με έναν τρόπο παντού. Οι διασκευές και οι επανεκτελέσεις θα είναι δεκάδες, θα μεταφραστεί και σε άλλες γλώσσες και θα γίνεται και θα ξαναγίνεται μια μικρή επιτυχία, θα διαπεράσει πολλές φορές διάφορα μουσικά είδη και θα αναδύεται ξανά και ξανά στις δεκαετίες που θα ακολουθήσουν μέχρι και τις μέρες μας. Από soul και blues εκτελέσεις μέχρι rockabilly και άγρια garage το τραγούδι, η μελωδία και οι στίχοι θα συνεχίσουν την εκατονταετή και πλέον πορεία τους μέσα στο χρόνο.

Εδώ υπάρχει ένα πολύ ωραίο ερώτημα φιλοσοφικό βασικά: ποιανού είναι το τραγούδι; Ή μάλλον τελικά είναι κάποιου το τραγούδι αυτό; Είναι ας πούμε της Hedy West; Την ίδια ακριβώς χρονιά ένας πολύ γνωστός κύριος πάνω στο ίδιο μοτίβο που περιγράψαμε πιο πάνω θα ηχογραφήσει τη δική του εκδοχή. Ο γνωστός κύριος αυτός είναι ο Bob Dylan και η εκδοχή του φέρει τον τίτλο I Was Young When I Left Home… Παρόλο όμως, που έχουμε το ίδιο μοτίβο η εκδοχή του Dylan δεν είχε την ανάλογη επιτυχία (αλλά εντάξει, δεν στερείται επιτυχιών στην καριέρα του ο κύριος Dylan), ωστόσο με έναν τρόπο θα μπορούσε να συμβεί αυτό… Από την άλλη υπάρχει και μία διερώτηση για το ρόλο της μουσικής βιομηχανίας στην επικράτηση της μιας εκδοχής του τραγουδιού. Δηλαδή το πως λειτουργεί η μουσική σε μια εποχή που η μουσική βιομηχανία είναι ένας απο τους τρόπους να κυκλοφορήσει η μουσική και το πως λειτουργεί η μουσική σε μια εποχή που η μουσική βιομηχανία είναι ο μόνος τρόπος να κυκλοφορήσει η μουσική. Δεν υπονοούμε φυσικά κάτι σε σχέση με την εμπορευματοποιήση του συγκεκριμένου τραγουδιού έτσι και αλλιώς, άλλωστε οι προθέσεις της Hedy West και από την μετέπειτα πορεία της ήταν ειλικρινείς. Πιο πολύ η διερώτηση αφορά την ίδια την ιστορική συνθήκη των αλλαγών στο πως κυκλοφορεί η μουσική. Και η απάντηση είναι μάλλον σαφής: η ελευθερία στην διακίνηση καταργείται με έναν τρόπο για να αναδυθεί μια καινούργια αντίφαση, όπου εντός πια μιας τυπικά καταληγμένης μουσικής και στιχουργικής φόρμας αντιπαλεύουν αισθητικές, προσεγγίσεις και εκδοχές που είτε κλείνουν το νόημα σε ένα άνευρο pop folk χιτάκι (π.χ. Sonny & Cher) είτε το ανοίγουν σε έναν μεταβιομηχανικό εφιάλτη (π.χ. Vietnam Veterans).

Αν απομακρύνθούμε όμως λίγο οι παλαιότερες μορφές του τραγουδιού θα συνεχίσουν να υπάρχουν όμως, αν και πιο περιθωριακά. Χαρακτηριστικό παράδειγμα εδώ αποτελούν οι εκτελέσεις του τραγουδιού με τον τίτλο 900 Miles από τον Terry Callier και η αντίστοιχη και ομότιτλη από την Odetta. Οπότε με έναν τρόπο το τραγούδι δεν έχει χαθεί (αν θα μπορούσαμε να πούμε κάτι τέτοιο), έτσι και αλλιώς και το Train 45 συνεχίζει να παίζεται, και το Ruby Are You Mad και πολλές απο τις παραλλαγές τους. Ενίοτε απλά μπαίνει ως τίτλος σε instrumental ή σε τραγούδια που συνεχίζουν να είναι παραλλαγές πάνω σε ένα αρχικό θέμα που έχει χαθεί πια. Και η αρχή, και το τέλος του. Με έναν τρόπο κάπου εδώ τελειώνει αυτή η ιστορία. Η μουσική βιομηχανία πήρε το μερίδιο της και η μουσική συνέχισε να παραμένει εκεί που ήταν πάντα με έναν τρόπο. Στους ανθρώπους και τις κοινότητες τους.

Μια φορά και έναν καιρό ήταν λοιπόν, τρία τραγούδια που μπορεί να ήταν και τέσσερα ή πέντε ή σαρανταεννιά ή εκατόν δύο. Μια φορά και έναν καιρό αυτά τα τραγούδια έγιναν ένα τραγούδι για να ξαναγίνουν μετα πολλά και να ξαναγίνουνε ένα αλλά με έναν εντελώς διαφορετικό τρόπο. Με τον τρόπο που το ένα είναι πολλά.

Advertisements

Δύο Τρία Πράγματα Που Άκουσα Γι Αυτήν

tumblr_mc00spU2O61rqd5coo1_500

Μιας και σιγά σιγά τελειώνει μια ακόμα ραδιοφωνική χρονιά, θα μπω στον κόπο εδώ να μαζέψω κάποιες εκπομπές που περιστρέφονται γύρω από το βασικότερο ίσως θέμα που βρίσκεται στο πίσω μέρος του μυαλού μου. Ας εξηγηθώ όμως λίγο. Με τη folk αμερικάνικη μουσική παράδοση άρχισα να ασχολούμαι συστηματικά πριν περίπου 8 χρόνια κάποια στιγμή το 2006 και σχεδόν αμέσως από την πρώτη στιγμή διαπίστωσα την πολύ στενή σχέση που έχει με την πολιτική ριζοσπαστική παράδοση της ηπείρου οπότε η όποια συστηματικότητα μπορούσα να επιτύχω μέσα σε μια δύσκολη καθημερινότητα -μιας και το να βγάλω το ψωμάκι μου σαν σωστός εργαζόμενος και γω είναι βασικό στοιχείο της πραγματικότητας μου- στράφηκε προς τα εκεί. Να εξηγήσω εδώ ότι δεν έχω μουσικές γνώσεις στο ελάχιστο και ότι όλο αυτό δεν έγινε και δεν γίνεται στο περιθώριο κάποιας σπουδής ή μελέτης, οπότε μην περιμένετε κάποια συστηματικότητα πανεπιστημιακού τύπου αλλά σίγουρα θα βρείτε μία χρησιμότητα προλεταριακού τύπου. Τα μέσα που είχα στη διάθεση μου ήταν φυσικά περιορισμένα. Ενώ φυσικά υπάρχει μπόλικη βιβλιογραφία, ελάχιστες δυνατότητες είχα να την αποκτήσω και η γλώσσα δεν βοηθάει τα πάντα μιας και δεν είμαι και κάνας τρομερός γνώστης της αγγλικής γλώσσας. Τέλος πάντων, ας μην μακρυγορώ άλλο. Όλα τα παρακάτω θα μπορουσαν να θεωρηθούν μια ερασιτεχνική απόπειρα μελέτης αλλά εγώ θα προτιμούσα να γίνουν αντιληπτά ως προλεταριακή αυτομόρφωση. Να είστε όμως παρόλα αυτά αυστηροί.

Οι πρώτες εκπομπές έγιναν σε ένα μικρό και άγνωστο ιστολόγιο το Radiodada το μακρινό 2011, οι περισσότερες όμως έχουνε γίνει ζωντανά στο Music Society Web RadiON.

Η πρώτη τέτοια εκπομπή ήθελε να είναι εισαγωγική και να καταπιαστεί με μία πολύ συνηθισμένη τακτική στην αμερικάνικη folk και όχι μόνο παράδοση, το πως έπαιρναν μια μελωδία και πάνω σε αυτήν με το σχεδόν καταστασιακή μέθοδο της μεταστροφής έχτιζαν άλλα τραγούδια. Μια ιστορία που ξεκινάει από τον αμερικάνικο εθνικό ύμνο και φτάνει μέχρι τα χιτάκια της Lady Gaga. To πρώτο μέρος εδώ και το δεύτερο εδώ.

Στην συνέχεια σε τρεις διαφορετικές εκπομπές καταπιανόμαστε με το μεγάλο κεφάλαιο που αφορά τους wobblies, την IWW και τον Joe Hill. H πρώτη εκπομπή αφορά τις μουσικές και τα τραγούδια που έγραψαν μέλη της IWW, η δεύτερη είναι η πιο ολοκληρωμένη ηχογραφημένη παρουσία τραγουδιών του Joe Hill, και η τρίτη αφορά το πως η δράση του επηρρεάσε τις δεκαετίες που ακολούθησαν.

Εδω είναι μια επετειακή εκπομπή επίσης για τον Joe Hill φτιαγμένη όμως με ένα άλλο σκεπτικό.

Αφιέρωμα στον Paul Robeson μία από τις πιο αντισυμβατικές και ένας από τους ελάχιστους καλλιτέχνες που ήρθαν σε ανοιχτή σύγκρουση με την Επιτροπή Αντιαμερικάνικων Ενεργείων.

Τέλη Γενάρη της χρονιάς που μας πέρασε ο Pete Seeger o άνθρωπος που κυριολεκτικά άλλαξε το πως να αντιλαμβανόμαστε τις λαικές μουσικές άφησε τούτο τον αισχρό αλλά όμορφο πλανήτη πλήρης ημερών. Μέσα στις επόμενες μέρες στήσαμε με τον συμπαραγωγό Σπύρο Καλετσάνο ένα τρίωρο εξαντλητικό αφιέρωμα. Θα το βρείτε σε δύο μέρη εδώ και εδώ.

Μια μικρή απόπειρα μελέτης του φαινομένου των hoboes που κρατά για πάνω από 150 χρόνια στις ΗΠΑ, σε μια προσπάθεια να μαζευτούν οι πιο σημαντικές αναφορές στη μουσική και με κάποιες κοινωνικοπολιτικές νύξεις για την σημασία του. Εδώ.

Μία μάλλον ενδιαφέρουσα συζήτηση-συνέντευξη με τον σκηνοθέτη του ντοκιμαντέρ Palikari – Louis Tikas And the Ludlow Massacre. Εδώ.

Και τέλος, προς το παρόν, με μια όσο το δυνατόν πιο πλήρη συλλογή των καλύτερων εκτελέσεων του γνωστού Which Side Are You On και μια απόπειρα να περιγράψουμε τη διαδρομή του τραγουδιού μέσα στο χρόνο. Εδώ.

Κλείνοντας με έναν τρόπο, θα ήθελα να ευχαριστήσω όλους όσους και όλες όσες ακούσατε, κάνατε παρατηρήσεις, ερωτήσεις, υποδείξεις, συνδέσεις με πράγματα που δεν γνώριζα και δείξατε ενδιαφέρον. Ήταν όλα εξαιρετικά χρήσιμα είτε το ξέρετε είτε όχι. Καλή ακροάση λοιπόν, και συνεχίζουμε.

Ο συνδικαλισμός, τα κορίτσια και η μουσική

Ίσως εδώ να ταίριαζε πάρα πολύ ωραία μια εισαγωγή τύπου λυκειακής έκθεσης τύπου “από αρχαιοτάτων χρόνων”, αν τη δούλευα λίγο καλύτερα θα μπορούσα ίσως να σας εντυπωσιάσω από τις πρώτες γραμμές… Αλλά δεν είναι έτσι, γιατί σε ότι ακολουθεί διαπλέκονται, σε ακραίο σημείο είναι αλήθεια πολλά και διάφορα θέματα. Από την απεικόνιση της γυναίκας στην τέχνη και στην κουλτούρα και την πατριαρχία, μέχρι το φεμινισμό τον εργατισμό και του πως μπορείς να απελευθερωθείς και απελευθερώσεις εντός διαδικασιών αγώνα κομμάτια αλλοτρίωσης, καταπίεσης και να άρεις έστω οριακά -αλλά κυρίως- έστω πρακτικά, μερικά σημεία της πατριαρχίας, του σεξισμού, του κοινωνικοοικονομικοπολιτικού διαχωρισμού των δύο φύλων. Και το κυριότερο και βασικότερο ίσως: πώς διάολε θα μπορέσουμε στις πολιτικές και κοινωνικές μας σχέσεις όχι να κατακτήσουμε την ισότητα, αλλά να βάλουμε τις βάσεις για αυτή την ισότητα φτιάχνοντας καινούριες έννοιες για το ανθρώπινο;

Και τι σχέση μπορούν να έχουνε όλα αυτά τα ερωτήματα με τη μουσική; Τι απαντήσεις μπορεί να δώσει αυτή…

Η διασταύρωση όλων αυτών των ζητημάτων είναι δύο τραγούδια εξίσου γνωστά μάλλον και τα δύο του αμερικάνικου εργατικού κινήματος.

The_Rebel_Girl_cover

Το πρώτο είναι το Rebel Girl του Joe Hill. Ο Hill το έγραψε όντας φυλακισμένος περιμένοντας την εκδίκαση της υπόθεσης του για την κατηγορία της δολοφονίας ενός μπακάλη και του γιου του. Κατά τη διάρκεια της φυλάκισης του ξεκίνησε να αλληλογραφεί με την Elizabeth Gurley Flynn, ακτιβίστρια, συνδικαλίστρια, φεμινίστρια και μέλος φυσικά της IWW στην οποία είχε οργανωθεί από τα 16 της το 1906. Είχαν αρκετά συχνή αλληλογραφία και η Flynn τον επισκέφθηκε και μία φορά στο κελί του, όπου έκατσε μια ώρα. Από αυτή τη σχέση ο Hill εμπνεύστηκε το τραγούδι Rebel Girl. Μάλιστα της έστειλε δύο τηλεγραφήματα:

 “Συνέθεσα ένα νέο τραγούδι την προηγούμενη εβδομάδα με μουσική αφιερωμένο στο “περιστέρι της ειρήνης”. Ετοιμάζεται. Και τώρα αντίο, αγαπητή Gurley, έζησα σαν επαναστάτης και θα πεθάνω σαν τέτοιος.”

Και το επόμενο:

Αγαπημένη φίλη Gurley:

Λέω τόσο συχνά αντίο τώρα πια που καταντάει μονότονο αλλά δεν μπορώ να μη σου στείλω μερικές ακόμα γραμμές γιατί ήσουν για μένα κάτι παραπάνω από συνάδελφος. Ήσουν έμπνευση και όταν συνέθεσα το Rebel Girl ήσουν εκεί και με βοηθούσες όλη την ώρα. Καθώς εκλέπτυνες τις ιδέες μου τώρα που θα φύγω θα πρέπει να χρεωθείς αυτό το τραγούδι και να βεβαιωθείς να βρεις και μερικά ακόμα Rebel Girls σαν και εσένα επειδή τα χρειαζόμαστε και τα χρειαζόμαστε πολύ. Με μια εγκάρδια χειραψία πάνω από αυτή την ήπειρο και ένα τελευταίο θερμό αντίο από ότι θα μείνει από μένα. Δικός σου για πάντα.

Joe Hill

Να σημειώσω εδώ ότι αυτό ήταν το ένα από τα δύο τελευταία τηλεγραφήματα που έστειλε ο Hill πριν την εκτέλεση του. To άλλο στάλθηκε στον Big Bill Haywood.

To τραγούδι αυτό το τραγουδήθηκε πάνω από το φέρετρο του Hill στην κηδεία του στο Chicago και εκδόθηκε λίγο αργότερα με την σημείωση: “Αφιερωμένο στις γυναίκες της IWW”.

Η Flynn συνέχισε τη δράση της μέχρι το θάνατο της, παρέμεινε ενεργή στους Wobblies, έφαγε όλη την καταστολή που εξαπολύθηκε εναντίον τους, συμμετείχε ενεργά στους εργατικούς αγώνες και αποτέλεσε μια από τις πρώτες μαχητικές φεμινίστριες της Αμερικής. Το 1936 έγινε μέλος του Κ.Κ. των ΕΠΑ, μετά τον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο συνελήφθη στο δεύτερο κύμα διώξεων μελών του Κ.Κ., εξέτισε δύο χρόνια στη φυλακή, το 1961 γίνεται πρόεδρος του Κ.Κ. και το 1964 πεθαίνει σε μια επίσκεψη της στην Ε.Σ.Σ.Δ. όπου και κηδεύεται δημοσία δαπάνη. Το μνημείο της είναι δίπλα σε αυτά των Big Bill Haywood και των μαρτύρων του Σικάγο.

Elizabeth Gurley Flynn

Elizabeth Gurley Flynn

Το τραγούδι είναι το εξής:

Υπάρχουν διάφορες γυναίκες
σε αυτό τον περίεργο κόσμο όπως όλοι ξέρουν
Μερικές ζούνε σε όμορφες επαύλεις
και φοράνε τα πιο κομψά ρούχα
υπάρχουν γαλαζοαίματες βασίλισσες και πριγκίπισσες
που έχουνε χάρες από διαμάντια και μαργαριτάρια
αλλά η μόνη καθαρόαιμη κυρία
είναι το Επαναστατημένο Κορίτσι

Είναι το Επαναστατημένο Κορίτσι, είναι το Επαναστατημένο Κορίτσι
και για την εργατική τάξη είναι ένα πολύτιμο μαργαριτάρι,

Φέρνει κουράγιο, περηφάνια και χαρά
στο Επαναστατημένο Αγόρι που αγωνίζεται.
Είχαμε κορίτσια πριν αλλά χρειαζόμαστε μερικά ακόμα
στους Βιομηχανικούς Εργάτες του Κόσμου
γιατί είναι θαυμάσιο να αγωνίζεσαι για την ελευθερία
με ένα Επαναστατημένο Κορίτσι

Ναι μπορεί τα χέρια της να είναι σκληρά από τη δουλειά
και το φόρεμα της όχι τόσο καλό
αλλά η καρδιά στο στήθος της χτυπάει
αφοσιωμένη στην τάξη της και στους ανθρώπους της
και οι άρπαγες τρέμουν από το φόβο τους
όταν το πείσμα και την περιφρόνηση θα πετάει
γιατί η μόνη καθαρόαιμη κυρία
είναι το Επαναστατημένο Κορίτσι

Το δεύτερο τραγούδι είναι το Union Maid που είναι γραμμένο -σχεδόν- από τον Woody Guthrie (οι δύο πρώτοι στροφές από αυτόν η τελευταία από τους Almanac Singers), και το έγραψε όταν του ζητήθηκε παραγγελία ένα συνδικαλιστικό τραγούδι από “γυναικεία σκοπιά” το 1940. Και έτσι τόσο απλά -συνήθως ο Guthrie απλά έγραφε τα τραγούδια του- έκατσε και το έγραψε.

Μεταφράζω… (σημ.: maid σημαίνει υπηρέτρια αλλά και νεαρή κοπέλα, δεν ξέρω ακριβώς τη χρήση του στο τραγούδι αλλά έχω την αίσθηση ότι έχει την έννοια της “κοπελιάς” όπως χρησιμοποιείται για να προσφωνήσουμε μια εργαζόμενη σε ένα χώρο δουλειάς ίδια χρήση που έχει και το “νεαρέ” -που βλέπεις να το λένε και σε 40αρηδες σε χώρους δουλειάς- βλ. και το γαλλικό garcon… Εδώ εγώ επιλέγω το κοπελιά…)

Ήταν κάποτε μια κοπελιά του σωματείου που ποτέ δεν φοβόταν
τους μπράβους, τα υποχείρια, τους απεργοσπάστες του αφεντικού και τους βοηθούς του σερίφη που έκαναν επιδρομές
και πήγαινε στα γραφεία του σωματείου όποτε είχε μάζεμα
και όταν έρχονταν οι τραμπούκοι πάντα έμενε στη θέση της

Όχι δεν μπορείς να με φοβίσεις
γιατί είμαι με το σωματείο

Η κοπελιά του σωματείου ήταν έξυπνη και ήξερε τα κόλπα των ρουφιάνων του αφεντικού
δεν μπορούσε να την ξεγελάσει το υποχείριο του αφεντικού και πάντα οργάνωνε τους άντρες
πάντα τα κατάφερνε όταν απεργούσε για έναν καλύτερο μισθό
δείχνει την κάρτα μέλους του σωματείου στην εθνοφρουρά
και να τι τους λέει:

Όχι δεν μπορείς να με φοβίσεις
γιατί είμαι με το σωματείο

(Αυτή η στροφή δεν είναι του Woody Guthrie είναι γραμμένη από τους υπόλοιπους Almanac Singers).

Εσείς κορίτσια που θέλετε να είστε ελεύθερα, ακούστε μια συμβουλή από μένα
πηγαίνετε μαζί με τον άντρα σας που είναι συνδικαλιστής και συμμετέχετε στο τμήμα των γυναικών
ο γάμος δεν είναι δύσκολη υπόθεση αν έχεις την κάρτα του σωματείου
και ο συνδικαλιστής είναι ένας χαρούμενος άντρας όταν η γυναίκα του συνδικαλίζεται.

Τρεις εκδοχές λοιπόν, της γυναίκας μέσα στο κίνημα. Μπορεί, βέβαια και οι εκδοχές να είναι δύο ή τέσσερις και μπορεί να είναι πέντε ή έξι ή και μία. Όλα φυσικά εξαρτώνται από την οπτική. Αλλά ας μείνουμε λίγο στο γράμμα και ας περιοριστούμε στις τρεις εκδοχές, όσες και οι συγγραφείς των στίχων.

Είμαι γενικώς της άποψης ότι ένα καλλιτεχνικό έργο δεν έχει ποτέ αιώνια αξία ή σημασία. Ειδικά σε ότι αφορά την λαϊκή μουσική αυτό θεωρώ ότι ισχύει ακόμα περισσότερο. Ειδικά αυτή η μουσική θέλει και επιδιώκει να είναι εφήμερη και προσωρινή, να καλύψει μια συγκεκριμένη ανάγκη και να εκπληρώσει μια ειδική επιθυμία. Με αυτή τη σημασία οι στίχοι του Hill, δεν μπορούν να σταθούν στην αιωνιότητα σαν ένα καλλιτεχνικό έργο με αιώνια και πανανθρώπινη αξία και άλλα τέτοια κλισέ. Είναι λάθος να το κάνουμε αυτό και ανάμεσα στα άλλα δεν ξέρω αν ο Hill θα ήθελε κάτι τέτοιο. Για την ακρίβεια νομίζω ότι ο Hill είναι απλά ικανοποιημένος που έναν αιώνα μετά, σε ένα μέρος που μπορεί να μην άκουσε ποτέ και σε μια γλώσσα που επίσης δεν άκουσε ποτέ κάποιος γράφει για το τραγούδι του και κάποιοι-ες το διαβάζουν. Είναι αυτές μικρές οι νίκες που αποζητάμε στην τελική αν το καλοσκεφτεί κανείς…

Κάτω από ένα τέτοιο πρίσμα δεν μπορώ να κάτσω να κρίνω πολιτικά και στην οπτική του σήμερα το τραγούδι αυτό. Είναι προφανές ότι το “Φέρνει κουράγιο, περηφάνια και χαρά στο Επαναστατημένο Αγόρι που αγωνίζεται” δεν έχει και πολλά απελευθερωτικά στοιχεία. Από την άλλη βέβαια, αν δούμε το τραγούδι στην ιστορική και πολιτική του συνθήκη ίσως και να μην έχει και πολύ σημασία όλο αυτό.

Εκείνη την εποχή οι γυναίκες δεν είχαν ακόμα δικαίωμα ψήφου, επίσης με εξαίρεση κάποιες ελάχιστες κατηγορίες εξειδικευμένων εργατριών κανένα από τα σωματεία δεν δεχόταν να τις εγγράψει ως μέλη του. Ακόμα μόλις σχεδόν είχαν ξεκινήσει να ανακινούνται τα ζητήματα της ισότητας, της αυτοδιάθεσης του σώματος και γενικότερα να μπαίνουν επί τάπητος μια σειρά ζητημάτων που ίσως ακόμα και σήμερα να μην έχουνε επιλυθεί. Ειδικότερα η I.W.W. ήταν μπροστά στους αγώνες για το γυναικείο ζήτημα σε όλους τους τομείς με εξαίρεση το θέμα της ψήφου, με το οποίο δεν ασχολούνταν αλλά ταυτόχρονα ασκούσε και κριτική στο τότε φεμινινιστικό κίνημα λέγοντας ότι η γυναίκα της εργατικής τάξης έχει περισσότερα κοινά με τον άντρα της εργατικής τάξης παρά με γυναίκες των ανώτερων τάξεων.

Οπότε σε μια εποχή που η γυναίκα οριακά λογίζεται ως ανθρώπινο ον και σε καμία περίπτωση ίση με τον άνδρα πως μπορεί να ακούγονται οι στίχοι του Hill; Ειδικότερα, σε μια εποχή που ακόμα και μέσα στο επαναστατικό κίνημα η γυναίκα μπορεί να περιοριζόταν σε δεύτερους ρόλους είτε βοηθητικούς είτε υποστηρικτικούς πως μπορούν να ηχούν και κυρίως πως να γίνονται αντιληπτοί οι στίχοι του Hill; Ακόμα παραπέρα, σε μια εποχή που η γυναίκα γενικώς είναι υπηρέτρια (του άντρα αφέντη, του άντρα εργάτη, του άντρα επαναστάτη) τι σημασία μπορεί να έχει ένα τραγούδι που την τοποθετεί τόσο ψηλά; Που την μετατρέπει στο κόσμημα της εργατικής τάξης; Που θέλει να δει τη γυναίκα και θεωρεί ότι η γυναίκα πρέπει να είναι αναπόσπαστο κομμάτι του κινήματος; Που παίρνει τα ταλαιπωρημένα από τη δουλειά χέρια της και τα κάνει σύμβολο περηφάνιας και στοιχείο ομορφιάς; Που δε δίνει σημασία στα όμορφα φορέματα αλλά στο πως στέκεται η γυναίκα απέναντι στην πραγματικότητα; Και κυρίως: Που παίρνει μια υποτιμημένη διπλά ανθρώπινη ύπαρξη (και γυναίκα και εργάτρια) και την αναδεικνύει, την εξυψώνει και την επανατοποθετεί εκεί που πρέπει να είναι: πλάι πλάι με τις γυναίκες και τους άντρες της τάξης της;

Σε αυτά τα ερωτήματα βρίσκεται κατά τη γνώμη μου και η ομορφιά αυτού του τραγουδιού αλλά ταυτόχρονα και η πολιτική του αξία και σημασία. Την ίδια στιγμή όμως, ακριβώς εκεί έγκειται και η αδυναμία του. Και δεν είναι η εφήμερη αδυναμία του ίδιου του τραγουδιού αλλά η χρήση που του γίνεται. Ας το δώσουμε σχηματικά: η γυναίκα βρίσκεται στο 0 και ο Hill θέλει να την πάει στο 10 όπου είναι ο άντρας, το “λάθος” βρίσκεται στο ότι στο τραγούδι την πάει στο 15, ελπίζοντας κατά κάποιο τρόπο να κάτσει κάπου κοντά στο 10. Όμως η ζωή δεν είναι τραγούδι, οι απελευθερωτικές διαδικασίες δεν αρκούνται στην ποίηση (με την λογοτεχνική της σημασία) και κυρίως ο καπιταλισμός και το σύστημα κυριαρχίας και εκμετάλλευσης δεν θα νικηθεί μόνο με τους στίχους -δυστυχώς. Έτσι, το βασικό πρόβλημα με αυτό το τραγούδι, καθώς τα χρόνια περνούσαν και καθώς η θέση της γυναίκας ελάχιστα καλυτέρευε, για να μην πούμε ότι για πολλές δεκαετίες παρέμενε ίδια, ήταν ότι χρησίμευσε και σαν ευχολόγιο. Ήταν ότι χρησίμευσε και σαν άλλοθι για να μην ασχοληθούμε με τον ρόλο των γυναικών μέσα στο κίνημα. Ήταν, ή τέλος πάντων, έτσι λειτούργησε για κάποιους -συγγνώμη  αλλά ποτέ δεν είναι όλοι- ως η αιτία να θάβονται τα ζητήματα.

Αλλά αυτή είναι η ουσία της τέχνης: είναι στο χέρι του υποκειμένου αν θα το απελευθερώσει ή αν θα το σκλαβώσει.

Ας περάσουμε όμως στο Union Maid, το οποίο με πολλές σημασίες νομίζω (με εξαίρεση πάντα το τελευταίο τετράστιχο) έχει μια σωστή οπτική. Σωστή με την έννοια του πρακτικού. Άλλωστε ο Guthrie λαϊκός άνθρωπος ήταν, και οι λαϊκοί άνθρωποι γενικώς φημίζονται για την πρακτικότητα τους. Έτσι και αλλιώς, βέβαια, η παραγγελία που δόθηκε στον Guthrie δεν θα μπορούσε να υλοποιηθεί. Πως να γράψει ένας άντρας ένα τραγούδι από γυναικεία σκοπιά; Αλλά από την άλλη θα αποφύγει τους υψηλούς τόνους και τις ακρότητες του Hill. Η γυναίκα του Guthrie, είναι υλική, είναι βρώμικη, είναι προσγειωμένη, είναι πρακτική και μαχητική, δεν είναι όμορφη γιατί δεν τον ενδιαφέρει η ομορφιά, αλλά στέκεται με ισότητα μέσα στους αγώνες. Η γυναίκα του Guthrie είναι ανώνυμη και ταυτόχρονα επώνυμη, είναι κομμάτι του κινήματος. Δεν καλεί να την σεβαστούμε ή να την εξυψώσουμε, καθότι δεν υπάρχει λόγος. Την έχουμε αποδεχτεί ήδη. Είναι κομμάτι μας, είμαστε κομμάτι της και όλοι μαζί δίνουμε αγώνα προκειμένου να είμαστε ένα. Ένα ενιαίο υποκείμενο χωρίς διαχωρισμούς. Η γυναίκα του Guthrie συμμετέχει εξίσου στο κίνημα. Πάει στις συνελεύσεις και στέκεται στην περιφρούρηση. Η γυναίκα του Guthrie έχει απολέσει το επικό στοιχείο της θηλυκότητας (με την αρνητική σημασία) και έχει κατακτήσει την ανθρωπινότητα της συμμετοχής στους αγώνες.

Φυσικά ούτε εδώ μπορούμε να γνωρίζουμε με ακρίβεια την πραγματική κατάσταση και θέση της γυναίκας μέσα στα κινήματα εκείνη την περίοδο (μην αγχώνεστε, και σήμερα εδώ στην Ελλάδα με το ζόρι γνωρίζουμε κάποια πράγματα και μάλιστα ελάχιστα κατά τη γνώμη μου, στο βαθμό που τα ίδια τα υποκείμενα δεν παίρνουν το λόγο), ώστε να μπορούμε με βεβαιότητα να πούμε κατά πόσο το τραγούδι αυτό είναι ένα ευχολόγιο ή είναι μια καταγραφή. Νομίζω ότι η αλήθεια είναι κάπου ανάμεσα. Με μια έννοια είναι και ευχολόγιο αλλά ταυτόχρονα αντικατοπτρίζει και μια κατάσταση, ή τέλος πάντων κάποιες τάσεις μέσα στην κατάσταση του κινήματος.

Παρόλα αυτά την αδυναμία του Hill το τραγούδι δεν την έχει. Δεν μπορεί να λειτουργήσει πολύ ως άλλοθι μιας πατριαρχικής συμπεριφοράς και ως κρύψιμο κάτω από το χαλί συμπεριφορών βασισμένων στον διαχωρισμό των φύλων. Ας επαναλάβω εδώ όμως το εξής: η αδυναμία αυτή δεν είναι αδυναμία του δημιουργού, είτε του Hill είτε του Guthrie, είναι και πάντα είναι αδυναμία του ίδιου του κινήματος. Εσένα, εμένα, αυτουνού και αυτηνής…

Πάμε και στο τελευταίο τετράστιχο, αυτό που προστέθηκε μετά από τους υπόλοιπους Almanac Singers και το οποίο κατά τη γνώμη μου φανερώνει ότι πιο οπισθοδρομικό έχει να επιδείξει γενικώς και ειδικώς το ευρύτερο κίνημα…

Εσείς κορίτσια που θέλετε να είστε ελεύθερα, ακούστε μια συμβουλή από μένα…

Η παλιά καλή λούμπα της λογικής των πρωτοποριών, εγώ συμβουλεύω εσάς, το οποίο προσοχή εδώ, δεν είναι μια συμβουλή όπως στα blues που απευθύνεται από ισότιμα μέλη της κοινότητας σε άλλα ισότιμα μέλη της κοινότητας. Εδώ είναι μια συμβουλή άντρα προς γυναίκα, πολιτικοποιημένου προς μη πολιτικοποιημένο, αυτού που έχει “συνείδηση” και αυτού που δεν έχει. Και ως εκ τούτου, άχρηστη και κατευθυνόμενη.

Πηγαίνετε μαζί με τον άντρα σας που είναι συνδικαλιστής και συμμετέχετε στο τμήμα των γυναικών

Πόσο πια να αναπαράγει κανείς την πατριαρχία; Πόσο πια να επιτείνεις το διαχωρισμό μεταξύ των φύλων; Πραγματικά δεν ξέρω αν έχει περισσότερο. Σε αυτό το στίχο πάντως νομίζω βρίσκεται και η τερατώδης διαφορά του τι είναι αυτό που πολεμάει τους διαχωρισμούς και τι είναι αυτό που τους αναπαράγει. Αυτό που τους πολεμάει είναι η ρήξη με τα πλαίσια που θέτει το σύστημα κυριαρχίας και εκμετάλλευσης, αυτό που τους αναπαράγει είναι η διατήρηση εντός αυτών των πλαισίων της πρακτικής μας, της δράσης μας και της θεωρίας μας.

Ο γάμος δεν είναι δύσκολη υπόθεση αν έχεις την κάρτα του σωματείου
και ο συνδικαλιστής είναι ένας χαρούμενος άντρας όταν η γυναίκα του συνδικαλίζεται.

Και έτσι πολύ όμορφα κλείνει αυτό το τραγούδι και ταυτόχρονα μπαίνει και η ταφόπλακα σε ότι απελευθερωτικό πρότειναν ο Hill και ο Guthrie. Πάει το κορίτσι με τα σκληρά χέρια από τη δουλειά που είναι όμορφα και είναι και αυτή όμορφη, πάει το κορίτσι που οργανώνει τους άντρες και μας μένει η γυναίκα που παντρεύεται τον συνδικαλιστή για να έχει έναν αρμονικό έγγαμο βίο…

Γενικότερα οι Almanac Singers και όσοι τους αποτελούσαν, πέραν της αδιαμφισβήτητης αξίας της δουλειάς τους σε όλα σχεδόν τα επίπεδα, είχαν και είναι λογικό να είχαν διάφορα προβλήματα. Και όλη εκείνη η ευρύτερη κίνηση των τελών των 30’s στην Νέα Υόρκη (Πατήρ και υιός Lomax, πατήρ και υιός Seeger και όλοι οι υπόλοιποι σοσιαλιστές και αριστεροί), είχε μία βασική αδυναμία: δεν ήταν κομμάτι της λαϊκής μουσικής και των εργατικών κοινοτήτων. Ερχόταν σαν εξωτερικοί διανοούμενοι προκειμένου να την αναδείξουν. Αλλά σε σχέση με αυτό περισσότερα κάποια άλλη φορά.

Και τι μένει; Τι κάνουμε εμείς; Τι γίνεται με τους άλλους; Τι γίνεται με τους άλλες;

Δεν ξέρω.

Ξέρω όμως ότι θα πρέπει να το παλέψουμε. Ξέρω όμως ότι τους διαχωρισμούς τους πολεμάμε.  Από κοινού. Μαζί. Ξέρω ακόμα ότι μπορεί να προκύπτουν διαχωρισμοί μέσα στον καταμερισμό εργασιών του κινήματος (με βάση τις ανάγκες, τις ικανότητες και τις επιθυμίες) αλλά αυτός ο καταμερισμός δεν πρέπει να δίνει την κοινωνική υπεραξία που δίνει ο αντίστοιχος καπιταλιστικός, επειδή για το κίνημα κάθε εργασία, κάθε δέσμευση, κάθε πράξη είναι ισότιμη με κάθε άλλη επειδή μέσα στο κίνημα είμαστε όλοι μας ισότιμοι. Δυστυχώς όμως δεν είναι έτσι. Αλλά οφείλουμε, σε μας, στους άλλους και στις άλλες να το παλέψουμε να είναι έτσι.

Επειδή όταν ένα χέρι πιάνει ένα άλλο, είτε είναι σε μια διαδήλωση, είτε είναι στο σκοτάδι, είτε είναι από ανάγκη, είτε είναι από επιθυμία, είτε είναι φόβος, είτε είναι χαρά…

Είναι πάντα δύο χέρια που πιάνονται…

Εν τέλει όμως, πέρα από αυτές τις τρεις γυναίκες, θα υπάρχει πάντα και εκείνο το κορίτσι με το οποίο είμαστε μονίμως ερωτευμένοι…

ΥΓ. Ο τίτλος είναι παράφραση του τίτλου του κειμένου «Η δικαιοσύνη τα κορίτσια και η αιωνιότητα» του Υβ Λε Μανάκ