Category Archives: IWW

Δύο Τρία Πράγματα Που Άκουσα Γι Αυτήν

tumblr_mc00spU2O61rqd5coo1_500

Μιας και σιγά σιγά τελειώνει μια ακόμα ραδιοφωνική χρονιά, θα μπω στον κόπο εδώ να μαζέψω κάποιες εκπομπές που περιστρέφονται γύρω από το βασικότερο ίσως θέμα που βρίσκεται στο πίσω μέρος του μυαλού μου. Ας εξηγηθώ όμως λίγο. Με τη folk αμερικάνικη μουσική παράδοση άρχισα να ασχολούμαι συστηματικά πριν περίπου 8 χρόνια κάποια στιγμή το 2006 και σχεδόν αμέσως από την πρώτη στιγμή διαπίστωσα την πολύ στενή σχέση που έχει με την πολιτική ριζοσπαστική παράδοση της ηπείρου οπότε η όποια συστηματικότητα μπορούσα να επιτύχω μέσα σε μια δύσκολη καθημερινότητα -μιας και το να βγάλω το ψωμάκι μου σαν σωστός εργαζόμενος και γω είναι βασικό στοιχείο της πραγματικότητας μου- στράφηκε προς τα εκεί. Να εξηγήσω εδώ ότι δεν έχω μουσικές γνώσεις στο ελάχιστο και ότι όλο αυτό δεν έγινε και δεν γίνεται στο περιθώριο κάποιας σπουδής ή μελέτης, οπότε μην περιμένετε κάποια συστηματικότητα πανεπιστημιακού τύπου αλλά σίγουρα θα βρείτε μία χρησιμότητα προλεταριακού τύπου. Τα μέσα που είχα στη διάθεση μου ήταν φυσικά περιορισμένα. Ενώ φυσικά υπάρχει μπόλικη βιβλιογραφία, ελάχιστες δυνατότητες είχα να την αποκτήσω και η γλώσσα δεν βοηθάει τα πάντα μιας και δεν είμαι και κάνας τρομερός γνώστης της αγγλικής γλώσσας. Τέλος πάντων, ας μην μακρυγορώ άλλο. Όλα τα παρακάτω θα μπορουσαν να θεωρηθούν μια ερασιτεχνική απόπειρα μελέτης αλλά εγώ θα προτιμούσα να γίνουν αντιληπτά ως προλεταριακή αυτομόρφωση. Να είστε όμως παρόλα αυτά αυστηροί.

Οι πρώτες εκπομπές έγιναν σε ένα μικρό και άγνωστο ιστολόγιο το Radiodada το μακρινό 2011, οι περισσότερες όμως έχουνε γίνει ζωντανά στο Music Society Web RadiON.

Η πρώτη τέτοια εκπομπή ήθελε να είναι εισαγωγική και να καταπιαστεί με μία πολύ συνηθισμένη τακτική στην αμερικάνικη folk και όχι μόνο παράδοση, το πως έπαιρναν μια μελωδία και πάνω σε αυτήν με το σχεδόν καταστασιακή μέθοδο της μεταστροφής έχτιζαν άλλα τραγούδια. Μια ιστορία που ξεκινάει από τον αμερικάνικο εθνικό ύμνο και φτάνει μέχρι τα χιτάκια της Lady Gaga. To πρώτο μέρος εδώ και το δεύτερο εδώ.

Στην συνέχεια σε τρεις διαφορετικές εκπομπές καταπιανόμαστε με το μεγάλο κεφάλαιο που αφορά τους wobblies, την IWW και τον Joe Hill. H πρώτη εκπομπή αφορά τις μουσικές και τα τραγούδια που έγραψαν μέλη της IWW, η δεύτερη είναι η πιο ολοκληρωμένη ηχογραφημένη παρουσία τραγουδιών του Joe Hill, και η τρίτη αφορά το πως η δράση του επηρρεάσε τις δεκαετίες που ακολούθησαν.

Εδω είναι μια επετειακή εκπομπή επίσης για τον Joe Hill φτιαγμένη όμως με ένα άλλο σκεπτικό.

Αφιέρωμα στον Paul Robeson μία από τις πιο αντισυμβατικές και ένας από τους ελάχιστους καλλιτέχνες που ήρθαν σε ανοιχτή σύγκρουση με την Επιτροπή Αντιαμερικάνικων Ενεργείων.

Τέλη Γενάρη της χρονιάς που μας πέρασε ο Pete Seeger o άνθρωπος που κυριολεκτικά άλλαξε το πως να αντιλαμβανόμαστε τις λαικές μουσικές άφησε τούτο τον αισχρό αλλά όμορφο πλανήτη πλήρης ημερών. Μέσα στις επόμενες μέρες στήσαμε με τον συμπαραγωγό Σπύρο Καλετσάνο ένα τρίωρο εξαντλητικό αφιέρωμα. Θα το βρείτε σε δύο μέρη εδώ και εδώ.

Μια μικρή απόπειρα μελέτης του φαινομένου των hoboes που κρατά για πάνω από 150 χρόνια στις ΗΠΑ, σε μια προσπάθεια να μαζευτούν οι πιο σημαντικές αναφορές στη μουσική και με κάποιες κοινωνικοπολιτικές νύξεις για την σημασία του. Εδώ.

Μία μάλλον ενδιαφέρουσα συζήτηση-συνέντευξη με τον σκηνοθέτη του ντοκιμαντέρ Palikari – Louis Tikas And the Ludlow Massacre. Εδώ.

Και τέλος, προς το παρόν, με μια όσο το δυνατόν πιο πλήρη συλλογή των καλύτερων εκτελέσεων του γνωστού Which Side Are You On και μια απόπειρα να περιγράψουμε τη διαδρομή του τραγουδιού μέσα στο χρόνο. Εδώ.

Κλείνοντας με έναν τρόπο, θα ήθελα να ευχαριστήσω όλους όσους και όλες όσες ακούσατε, κάνατε παρατηρήσεις, ερωτήσεις, υποδείξεις, συνδέσεις με πράγματα που δεν γνώριζα και δείξατε ενδιαφέρον. Ήταν όλα εξαιρετικά χρήσιμα είτε το ξέρετε είτε όχι. Καλή ακροάση λοιπόν, και συνεχίζουμε.

Advertisements

Κονσέρτο για γομολάστιχες – Σχετικά με την ταινία: «Παληκάρι – Ο Louis Tikas και η σφαγή στο Ludlow»

Πρόσφατα έκανε την εμφάνιση του -εδώ θα λέγαμε κανονικά βγήκε στις αίθουσες αλλά μάλλον προς τιμήν του δεν βγήκε μόνο στις αίθουσες, αλλά αντιθέτως μέχρι στιγμής έχουν γίνει προβολές σε διάφορους χώρους σε όλη τη χώρα και όλες χωρίς αντίτιμο από όσο μπορώ να γνωρίζω- το ντοκιμαντέρ Palikari – Louis Tikas and the Ludlow Massacre σε σκηνοθεσία Νίκου Βεντούρα και δημοσιογραφική επιμέλεια Λαμπρινής Θωμά. Το ντοκιμαντέρ είναι μια προσπάθεια να ειπωθεί η ιστορία του Louis Tikas και της σφαγής στο Ludlow που έλαβε χώρα πριν από 100 ακριβώς χρόνια στις 20 Απριλίου του 1914.

Κριτικός κινηματογράφου δεν είμαι, και ούτε έχω όρεξη να γίνω, επομένως αυτό που θα ακολουθήσει δεν θα είναι μια κινηματογραφική κριτική. Πιθανά το ντοκιμαντέρ να ήθελε περισσότερα εξωτερικά πλάνα, ίσως να ήταν λίγο παραπάνω γραμμικό για τα γούστα μου και ίσως κάποιες εναλλαγές στην κινηματογράφηση να το βοηθούσαν έτσι ώστε να έχει περισσότερο παλμό σε κάποιο σημεία. Ωστόσο, η ιστορία είναι γοητευτική και ενδιαφέρουσα, οι συνεντεύξεις είναι δεμένες αρκετά καλά και παρόλο που υπάρχει συχνή ενάλλαγή στα πρόσωπα υπάρχει ένα πλαίσιο σαφές, κατανοητό και πολύ ωραία δεμένο παρόλες ίσως τις διαφορετικές οπτικές ή μάλλον ακριβώς για αυτό το λόγο.

Επίσης, θα αποφύγω και την αυστηρή πολιτική κριτική στο περιεχόμενο του ντοκιμαντέρ, και αυτό όχι από κάποια ευγένεια. Το μεγαλύτερο ίσως ατόπημα στο θέμα του περιεχομένου, είναι, ότι κατά τη γνώμη μου απουσιάζει σχεδόν τελείως ο ρόλος, τα έργα και οι ημέρες της UMWA, της οργάνωσης των ανθρακωρύχων που βρισκόταν υπό από την επιρρόη της IWW και της εμβληματικής μορφής του Big Bill Haywood εκείνη την περίοδο. Προφανώς, όμως, όταν έχεις μπροστά σου ένα υλικό το οποίο είναι τόσο ξένο προς έναν θεατή σε αυτή τη χώρα, θα πρέπει να κάνεις και κάποιου είδους οικονομία. Ειδικά, όταν από μόνες τους η UMWA και η IWW είναι τόσο τεράστια κεφάλαια. Ακόμα, ίσως σε κάποια σημεία, να υπήρχαν έντονες διαφωνίες με εκτιμήσεις ή ιστορικές προβολές που έκαναν κάποιοι από τους συνεντευξιαζόμενους (από τις οποίες ίσως μια ηρωοποιήση του Louis Tikas να ήταν η πιο προβληματική). Αυτά όμως κάποια άλλη στιγμή, και σίγουρα δεν ακυρώνουν το αποτέλεσμα, αλλά αντιθέτως καταφέρνουν να δώσουν υλικό προς συζήτηση.

Οι απεργοί ανθρακωρύχοι στο Ludlow.

Οι απεργοί ανθρακωρύχοι στο Ludlow.

Το μεγαλύτερο επίτευγμα όμως του ντοκιμαντέρ δεν είναι ούτε απαραίτητα ούτε μόνο η μορφή του, ούτε μόνο το περιέχομένο του, αλλά -όπως άλλωστε συνήθως συμβαίνει με την πραγματικότητα- η διαλεκτική σχέση αυτών των δυο (μορφής και περιεχόμενου) είναι που αποτελούν την παρέμβαση του. Και η παρέμβαση αυτού του ντοκιμαντέρ είναι καταλυτική. Είναι καταλυτική, πρωτότυπη και θα έλεγα εξαιρετικά καινοφανής γιατί καταφέρνει να αποκαλύπτει μία κρυφή ιστορία που έχει θαφτεί και από τις δύο τις πλευρές: Ως μια ιστορία αγώνα μεταναστών εργάτών και εργατριών, είναι μια θαμμένη ιστορία και στον τόπο που έλαβε χώρα, αλλά και στον τόπο (ή στους τόπους) από τον οποίο προέρχονται οι μετανάστες. Δεν ξέρω τι από τα δύο είναι πιο λογικό ή πιο αναμενόμενο. Για την ιστορία, η σφαγή στο Ludlow αποτέλεσε ιστορικά την πιο θερμή και έντονη με κάθε τρόπο σύγκρουση εργατών και αφεντικών στις ΗΠΑ και το συνεπακόλουθο της, που ήταν ένας κανονικός ένοπλος πόλεμος μεταξύ εργατών και μπράβων των αφεντικών (ή της εθνοφυλακής που σχεδόν ήταν το ίδιο πράγμα), που απλώθηκε στο μισό Colorado, αποτέλεσε το σημείο καμπής ώστε να αρχίσουν να αναγνωρίζονται σε εθνικό επίπεδο στοιχειώδη εργατικά και εργασιακά δικαιώματα. Ίσως με αυτή την έννοια, να είναι πιο λογικό η σφαγή στο Ludlow να είναι μια θαμμένη ιστορία στις ΗΠΑ, παρά στην Ελλάδα απλά και μόνο επειδή κάποιοι έλληνες μετανάστες έλαβαν μέρος στα γεγονότα. Από την άλλη όμως, δε θα έπρεπε αυτή η ιστορία να είναι ζωντανή κάπου, σε ένα μέρος, σε ένα χρόνο και σε κάποιες μνήμες όπου η ταξικότητα αμβλύνεται; Δηλαδή, όλοι μας, όσοι έχουμε συγγενείς μετανάστες, μαθαίνουμε τις ιστορίες τους, ξέρουμε με έναν τρόπο τι έκαναν ή δεν έκαναν στον τόπο μετανάστευσης. Που πήγε η ιστορία του Ηλία Σπαντιδάκη όταν αυτός έγινε Louis Tikas; Αλίμονο. Ο μετανάστης, δεν νοείται να επιστρέψει χωρίς χρήμα και ιστορίες δόξας στον τόπο καταγωγής του. Ειδικά, ο μετανάστης που δεν “πρόκοψε” στην Αμερική, συχνά δεν έχει καμία πια πατρίδα. Έχουμε και εθνικούς μύθους να θρέψουμε. Και προφανώς οι εθνικοι μύθοι δεν θρέφονται με μετανάστες που δεν μεγαλούργησαν στο εξωτερικό. Απέναντι σε αυτά, το ντοκιμαντέρ Palikari – Louis Tikas and the Ludlow Massacre πετυχαίνει συντριπτικά κατάγματα: από την μια θυμίζει στην Αμερική μια ιστορία ταξικού πολέμου, από την άλλη θυμίζει στην Ελλάδα ότι οι μετανάστες της δεν ήταν πάντα “θείες απο το Σικάγο” ή επιτυχήμενοι τύποι που διέπρεψαν σαν τον Τέλη Σαβάλας…

Η εθνοφρουρά στην περίμετρο του καταυλισμού των απεργών έτοιμη να παρέμβει.

Η εθνοφρουρά στην περίμετρο του καταυλισμού των απεργών έτοιμη να παρέμβει.

O Utah Philips, ένας απο τους τελευταίους τροβαδούρους wobblies ή ορθότερα ένας ακόμα συνεχιστής της παράδοσης της αμερικάνικης ριζοσπαστικής folk μουσικής, σε κάποιον δίσκο του, εκεί που διηγείται τις ιστορίες του, εκεί που εξηγεί τις ιστορίες και τους αγώνες που κρύβονται πίσω από τα τραγούδια λεει και το εξής: “Η μνήμη είναι σήμερα η πιο ριζοσπαστική ιδέα στην Αμερική.” Σε ένα πρώτο άκουσμα, αυτή η πρόταση υποδηλώνει το προφανές, (τουλάχιστον σε κάποιον ακροατή της στα σύνορα Μέσης Ανατολής και Ευρώπης), αυτό που κωδικοποιείται στο γνωστό: Ο αγώνας ενάντια στη λήθη είναι αγώνας ενάντια στην εξουσία. Ωστόσο, σε μια πιο δεύτερη ματιά τα πράγματα είναι πιο περίπλοκα και τα νοήματα βαθαίνουν.

Την Ιστορία τη γράφουν οι νικητές, γνωστό και αυτό μάλλον. Αυτή βέβαια, είναι μία μάλλον μια αισιόδοξη προσέγγιση. Η πραγματικότητα είναι ότι οι νικητές δεν γράφουν την ιστορία, αλλά ότι οι νικητές την σβήνουν. Το τι μένει από αυτό το σβήσιμο καλό είναι να μην θεωρείται γραφή. Επίσης, ας έχουμε υπόψην μας, ότι δόθηκαν (και δίνονται κάθε στιγμή και στο παρόν) μάχες γύρω από το τί είναι “ιστορία”. Γύρω από το τι πρέπει να λεχθεί. Τι πρέπει να ειπωθεί και τι πρέπει να συνεχίσει να λέγεται και να πηγαίνει στόμα με στόμα, βιβλίο με βιβλίο, τραγούδι με τραγούδι από γενιά σε γενιά. Αυτό που δεν είναι γνωστό, αυτό που μάλλον μας διαφεύγει και αυτό που πολλές φορές το ξεχνάμε είναι ότι πολλά πράγματα συνεχίζονται, ότι το σβήσιμο που επιχειρείται ευτυχώς ποτέ δεν μπορεί να είναι πλήρες και ότι ναι μεν έχει καταστραφεί το πλαίσιο μέσα στο οποίο λέγονται πράγματα, αλλά δεν έχουν καταστραφεί αυτά που έχουνε ειπωθεί. Ετσι, το λοιπόν ένα καθήκον που προκύπτει σε μας (σε μας που λέμε ότι θέλουμε να συνεχίσουμε, σε μας για τους οποίους η Ιστορία δεν έχει ξεκινήσει ακόμα να γράφεται, σε μας για τους οποίους φτιαχνόμαστε από το παρελθόν σε σχέση όμως με το μέλλον), είναι να ανασυσταθεί αυτό το πλαίσιο. Όχι εύκολη δουλειά, και σίγουρα όχι δουλειά ενός. Στις ΗΠΑ, κατα τη διάρκεια της δεκαετίας του ’50 και την περίοδο του Red Scare, έγινε μια τρομερή προσπάθεια να εξαφανιστεί κάθε επιρροή και επίδραση κομμουνιστικής φύσης στην τέχνη, στην κουλτούρα, στον πολιτισμό, σε κάθε είδους ιστορία του παρελθόντος και γενικότερα μία ιστορικής εξαφάνισης κάθε ίχνους ενός από τα πιο μαζικά, επαναστατικά και καταλυτικά εργατικά και επαναστατικά κινήματα των βιομηχανικών κοινωνιών. Δεν είναι του παρόντος να είμαστε περισσότερο αναλυτικοί σε αυτό το θέμα καλλιτέχνες φιμώθηκαν, συνδικαλιστές εξοστρακίστηκαν, πανεπιστημιακοί περιθωριοποιήθηκαν και κυρίως απλοί άνθρωποι και καθημερινοί αγωνιστές ή έπρεπε να πειθαρχήσουν στο νέο πολιτικό δόγμα των ΗΠΑ ή αλλιώς τους περίμενε το κοινωνικό περιθώριο.

Θα είναι τα κινήματα της δεκαετίας του ΄60 τα οποία θα ανασυστήσουν αυτή τη σύνδεση των αγωνιζόμενων υποκειμένων με την ριζοσπαστική τους παράδοση, και αργότερα κατά τις δεκαετίες του ’70 και του ’80 θα επιταθεί αυτή η επανασύνδεση. Όμως εδώ υπάρχει ένα κενό. Η εξιστόρηση έχει διακοπεί βίαια από τα πάνω, και με ένα τρόπο η επανασύσταση της, η επανασύνδεση της ξαναγίνεται από τα πάνω. Χωρίς απαραίτητα αυτό να είναι κακό. Η ιστορία όμως υπάρχει, και είναι εκεί. Την κουβαλούν σιωπηλά από γενιά σε γενιά έναν αιώνα τώρα, γονείς σε παιδιά και μετά σε εγγόνια και μετά σε δισέγγονα. Με έναν τρόπο είναι μία σκοτεινή, κρυφή και αόρατη ιστορία. Και δεν είναι άλλη από την ιστορία της τάξης μας εν προκειμένω. Ιστορίες που δεν διδάσκονται στα σχολεία, ιστορίες που δεν χωράνε σε επίσημους εθνικούς μύθους εκατέρωθεν του Ατλαντικού, ιστορίες που δεν χωράνε σε καλούπια, κουτάκια, μπαούλα ή θυσαυροφυλάκια.

Τα ερείπια του καταυλισμού των απεργών μετά την επίθεση της εθνοφρουράς.

Τα ερείπια του καταυλισμού των απεργών μετά την επίθεση της εθνοφρουράς.

Στον Woody Guthrie, την πιο εμβληματική μορφή της αμερικάνικης folk ριζοσπαστικής παράδοσης, χρωστάμε ίσως ένα μεγάλο κομμάτι της διατήρησης αυτής της μνήμης, ή μάλλον και αυτής της μνήμης, καθότι όλη του η τραγοδοποίια είναι γεμάτη με αναφορές σε εργατικούς αγώνες. Αναφορικά με το τραγουδι Ludlow Massacre, όπως ονομάζεται, ο ίδιος αναφέρει: «Το έγραψα το τραγούδι σα να ήμουν σε εκείνο το σημείο την μέρα που έγινε η σφαγή. Αυτός είναι ο καλύτερος τρόπος να κάνεις ένα τέτοιο τραγούδι. Αν διαβάσει κανείς το έργο ζωής της Mother Ella Reeves Bloor ‘We Are Many’ θα καταλάβει την ιστορία της σφαγής στο Ludlow, θα βρεθεί εκεί, θα το ζήσει. Η σφαγή στο Ludlow ήταν μια απο τις εκατοντάδες μάχες που δόθηκαν για να φτιαχτουν εργατικά συνδικάτα. Θέλω να τραγουδήσω ένα τραγούδι για να δείξω στους στρατιώτες ότι δεν χρειαζέται να ξαναγίνουν σφαγές σαν αυτή του Ludlow που σκοτώθηκαν 13 παιδιά και μια έγκυος απλά και μόνο για να επιβάλλουν χαμηλότερους μισθούς.” Σε αυτό το μικρό απόσπασμα, βρίσκεται ίσως η πιο ζωντανή απόδειξη αυτού που προσπαθώ να πω. Το να λες ιστορίες, το να συνεχίσεις να λες ιστορίες είναι το ίδιο φτιάξιμο της ιστορίας. Είναι το ίδιο Ιστορία από μόνο του. Ο τραγουδοποιός είναι εκεί, είναι στο Ludlow το βράδυ που γίνεται η σφαγή, και το επισημαίνει: Αυτός είναι ο καλύτερος τρόπος να γράψεις ένα τραγούδι, να πεις μια ιστορία, να αφηγηθείς κάτι. Αλλά, την ίδια στιγμή είναι και εδώ: επιχειρεί μια σύνδεση, επιχειρεί να ανοίξει το ζήτημα, όχι να το κλείσει σε ένα καλλιτεχνικό ή άλλο ντουλαπάκι. Εκεί νομίζω είναι και η χρυσή τομή, εκεί νομίζω είναι και το νόημα του πως πρέπει να φτιάχνουμε την Ιστορία. Ένας τρόπος που δεν σημαίνει καθόλου την επανασυναρμολόγηση της με βάση κάποιες επιστημονικές αρχές, ένας τρόπος που δε σημαίνει να την βάλεις στο κρεββάτι του Προκρούστη και να αρχίσεις να κόβεις ότι περισσεύει και να τεντώνει ότι δεν φτάνει και κυρίως ένας τρόπος που δεν σημαίνει κυρίως την αποσιώπηση, το σβήσιμο, τη διαγραφή και το πέταμα σε εκείνο τον καταραμένο σκουπιδοτενεκέ της ιστορίας. Ο μόνος τρόπος να κάνεις Ιστορία, είναι να ενωθούν οι πολλαπλές μικρές ιστορίες που θέλουν να την αποτελέσουν, να είναι ανοιχτές αυτές οι ιστορίες ώστε να βρίσκουν κοινά σημεία με τις άλλες, τις απέναντι, τις μακρινές. Και όταν δε μιλάμε για καλλιτεχνικά ή διανοητικά δημιουργήματα ο μόνος τρόπος να πουν μια Ιστορία, είναι να παίρνουν τα ποδαράκια τους και να βγαίνουν να συναντήσουν άλλες ανάλογες ιστορίες. Ο μόνος τρόπος εν ολίγοις να δημιουργηθεί Ιστορία, είναι να την δημιουργήσουν αυτοί που δημιουργούν ιστορίες.

Η κηδεία των θυμάτων της σφαγής στο Ludlow.

Η κηδεία των θυμάτων της σφαγής στο Ludlow.

Και είναι αυτό ίσως το πιο δυνατό σημείο το ντοκιμαντέρ του Νίκου Βεντούρα και της Λαμπρινής Θωμά. Είναι το ότι πετυχαίνει εκείνη τη συνάντηση μεταξύ της προφορικής ιστορίας ενός εργατικού αγώνα, μιας ταξικής σύγκρουσης με το πλαίσιο της, με την γραφή της και με την εξίστορηση της πια ως Ιστορία. Είναι εκείνο το σημείο στο ντοκιμαντέρ, όπου τα κόκκινα μαντήλια στο μνημείο του Louis Tikas και των νεκρών του Ludlow που βάζουν απόγονοι των ανθρακωρύχων για να τιμήσουν τη μνήμη τους είναι και δικά μας μαντήλια. Είναι εκείνο το σημείο, όπου το ντουφέκι που πήρε ο παπους πριν απο 100 χρόνια για να υπερασπιστεί την κοινότητα του αγώνα που έδωσε και το οποίο πηγαίνει από γενιά σε γενιά γίνεται και δικό μας τουφέκι. Είναι ακριβώς εκείνο το σημείο, όπου αναγνωρίζουμε κοινά σημεία, ενώσεις και προσαρμογές. Από τις ιστορίες, στην Ιστορία. Από τα πολλά στο ένα, που είναι πολλά και είναι ο μόνος τρόπος να είναι ένα.

Ένα λιθαράκι, μία σταγόνα, ένας κόκκος άμμου.

A rose is a rose is a rose is a rose?

Αν δεν μπορούν να χορέψουν πάνω στο τραπέζι μου τριαντάφυλλα, τότε δεν είναι η επανάσταση μου.

Αιμιλία Χρυσοπούλου

Στη βόρεια άκρη της πολιτείας της Μασσαχουσέτης βρίσκεται απλωμένη, δίπλα στις όχθες του ποταμού Merrimack το Lawrence. Η περιοχή, που αργότερα θα χτιστεί η πόλη, αγοράστηκε το 1845, από την λεγόμενη Essex Company η οποία δεν ήταν κάτι άλλο από ένα συνεταιρισμό βιομηχάνων της περιοχής.  Ο συνεταιρισμός αυτός σκοπό είχε να φτιάξει ένα σταθμό παροχής νερού και ενέργειας δίπλα στο ποτάμι. Φτιάχτηκαν κάποιες πρώτες εγκαταστάσεις, οικοδομήθηκαν κάποια εργοστάσια υφαντουργίας (στα οποία είναι απαραίτητο το νερό) και έτσι, σιγά σιγά, άρχισε να αναπτύσσεται η υφαντουργία στην περιοχή. Αλλά για να αναπτυχθεί η βιομηχανία, χρειάζεται φυσικά και εργάτες οι οποίοι από τα μέσα προς τα τέλη του 19ου αιώνα, θα εισρεύσουν κατά χιλιάδες, κυρίως μετανάστες από άλλες χώρες αλλά και αμερικανοί της υπαίθρου. Αυτό θα έχει σαν αποτέλεσμα  η πόλη να γνωρίσει γιγαντιαία ανάπτυξη… Μάλιστα, ήταν τόση η εισροή μεταναστών και από τόσα πολλά μέρη του πλανήτη όπου η πόλη είχε κατοίκους από τα περισσότερα έθνη από κάθε άλλη πόλη του κόσμου, αποκτώντας το προσωνύμιο immigrant town. Οι συνθήκες στα υφαντουργεία ήταν πραγματικά άθλιες, όπως και οι μισθοί όπως και οι κατοικίες που ήταν άλλωστε ιδιοκτησία των βιομηχάνων. Ενδεικτικά να αναφέρουμε ότι το 1860 κατέρρευσε ένα ολόκληρο κτήριο μάλιστα σκοτώνοντας 146 εργάτες.

Στις αρχές του 20ου αιώνα το Lawrence είχε γίνει ένα τεράστιο πυκνοκατοικημένο (έκταση μόλις 6 τετραγωνικά μίλια) συγκρότημα αποτελούμενο από υφαντουργεία και άθλιες κατοικίες  για τις οποίες οι εργάτες έδιναν εώς και το 30% του μηνιαίου τους μισθού στους βιομηχάνους στους οποίους ανήκαν. Στο Lawrence εκείνη την περίοδο υπήρχαν 51 εθνότητες, η συντριπτική πλειοψηφία των εργατών στα υφαντουργεία ήταν ανειδίκευτες γυναίκες και παιδιά, στη μεγαλύτερη εταιρεία μάλιστα σχεδόν το 50% του εργατικού δυναμικού ήταν παιδιά ηλικίας 14 εώς 18 ετών. Συνολικά ο αριθμός των εργαζομένων στα υφαντουργεία έφτανε τις 40.000 από τους οποίους περίπου οι 1.000 ήταν ειδικευμένοι και οργανωμένοι στο παραδοσιακό και συντηρητικό συνδικάτο της AFL (American Federation of Labour). Οι συνθήκες εργασίας ίδιες και απαράλλαχτες σχεδόν εδώ και 50 χρόνια με την μόνη διαφορά ότι η εκμηχάνιση είχε επιταχύνει τους ρυθμούς εργασίας, είχε απωθήσει σχεδόν οποιαδήποτε ειδικευμένη εργασία στην άκρη και είχε καταντήσει την εργασία ένα συνεχές και μονότονο μεροκάματο.

Στις αρχές του 1912 εφαρμόζεται νόμος για την μείωση των ωρών εργασίας από 56 σε 54. Στο πρώτο βδομαδιάτικο στις 11 Γενάρη του ’12, δύο εργάτριες από την Πολωνία διαπιστώνουν ότι ο μισθός είναι λειψός κατά 32 cents. Αμέσως κλείνουν τα μηχανήματα και φωνάζοντας καλούν σε απεργία. Μέσα σε μια βδομάδα, οι απεργοί θα φτάσουν τις 20.000. Σχεδόν αμέσως, η IWW στέλνει δύο στελέχη της, τους τον Joseph Ettor και τον Arturo Giovanitti δύο ιταλούς μετανάστες, προκειμένου να οργανώσουν τους απεργούς.

breadandroses1

Η οργάνωση της απεργίας έχει πολλές δυσκολίες. Ανειδίκευτοι, σχεδόν όλοι χωρισμένοι σε δεκάδες διαφορετικές εθνότητες και ταυτόχρονα εργαζόμενοι σε διαφορετικές τυπικά επιχειρήσεις. Σύντομα, η απεργία θα απαντηθεί με καταστολή. Ο δήμαρχος της πόλης για πρώτη φορά στην ιστορία της χτυπά την καμπάνα του γενικού συναγερμού και η πολιτoφυλακή αναλαμβάνει να περιπολεί στους δρόμους του Lawrence. Σε απάντηση των περιπολίων δημιουργούνται για πρώτη φορά οι περιφρουρήσεις έξω από τους εργασιακούς χώρους: το picket line. Οι περιφρουρήσεις απαντήθηκαν με ρίψη νερού από τους εργοστασιάρχες μέσα στη βαρυχειμωνιά. Ωστόσο, η απεργία συνέχισε την ανάπτυξη της. Στήθηκαν απεργιακές επιτροπές ανά εθνότητα, δημιουργήθηκαν απεργιακά ταμεία από τα οποία ενισχύονταν οικονομικά οι εργάτριες και οι εργάτες, στήθηκαν απεργιακά συσσίτια, υπήρξε φροντίδα ώστε πολλά παιδιά να μεταφερθούν στη Νέα Υόρκη και να φιλοξενηθούν εκεί σε σπίτια αλληλέγγυων. Οι συγκρούσεις απεργών, πολιτοφυλακής, αστυνομίας και μπράβων των εργοστασιαρχών ήταν συχνά πολύ βίαιες και είχαν το αποτέλεσμα το θάνατο δύο απεργών. Στη μία περίπτωση μάλιστα, δόθηκε και η αφορμή ώστε να συλληφθούν οι Ettor και Giovanitti, οι οποίοι έμειναν φυλακισμένοι για 8 μήνες (και οι οποίοι αντικαταστάθηκαν από την Elizabeth Garley Flynn και τον Bill Haywood).

Η απεργία κράτησε δύο ολόκληρους μήνες μέσα σε έναν πολύ δύσκολο και βαρύ χειμώνα και οδήγησε σε νίκη των απεργών, των οποίων όλα σχεδόν τα αιτήματα ικανοποίησαν οι εργοστασιάρχες. Γρήγορα, σε όλη σχεδόν την ανατολική ακτή εφαρμόστηκαν οι συμφωνίες και οι μισθοί του Lawrence. Με τον καιρό βέβαια, και καθώς η οικονομία βυθίστηκε σε ύφεση λόγω του πολέμου, πολλά από όσα κερδήθηκαν στο Lawrence ξαναχάθηκαν για πολλές εργάτριες και εργάτες.

Η σημασία της απεργίας του Lawrence είναι τεράστια, παρόλο που δεν ήταν η πρώτη φορά που εργάτριες στο συγκεκριμένο κλάδο είχαν απεργήσει με τέτοιους μαζικούς όρους ήταν όμως η πρώτη φορά που η μεγάλη πολυεθνική μάζα οργανώνεται, αποκτά πρόσωπο, χέρια και στόμα. Συγκροτείται, απεργεί και κυρίως νικάει. Ειδικά, σε μια στιγμή, ειδικά σε μια περίοδο που για τον επίσημο συνδικαλισμό ήταν αδύνατο να γίνει κάτι τέτοιο. Σημασία άλλωστε ποτέ δεν είχαν οι αντικειμενικές συνθήκες καθαυτές, σημασία είχαν οι κοινότητες των επιθυμιών ως διαμορφωτές των αντικειμενικών συνθηκών.

Οι εμπειρίες, τα συμπεράσματα, οι γνώσεις, η αυτοπεποίθηση, οι πολιτικές σημασίες, οι αξίες που δημιουργήθηκαν μέσα από αυτόν τον αγώνα υπήρξαν καταλυτικά μέσα στην περαιτέρω ανάπτυξη των αγώνων στις ΕΠΑ τα επόμενα χρόνια.

breadandroses2

Από αυτή την απεργία ξεπήδησε το σύνθημα “Bread and Roses”. Η λαϊκή μυθολογία θέλει τις εργάτριες και τους εργάτες που απεργούσαν να γράφουν σε πλακάτ “Θέλουμε ψωμί αλλά θέλουμε και τριαντάφυλλα επίσης”. Κάτι τέτοιο ωστόσο, δεν επιβεβαιώνεται. Η φράση παρόλα αυτά είχε ειπωθεί εκείνη την περίοδο από την Rose (σύμπτωση;) Schneiderman. Η Schneiderman γεννήθηκε σε μια εβραϊκή οικογένεια στην υπό Ρώσικη κατοχή Πολωνία και μετανάστευσε στις ΕΠΑ στα τέλη του 19ου, γρήγορα άρχισε να είναι δραστήρια συνδικαλιστικά. Υπήρξε από τις πρώτες που οργάνωσε συνδικαλιστικά γυναίκες σε μια εποχή που τα περισσότερα σωματεία δεν τις δεχόταν καν ως μέλη τους. Ήταν από τις πιο ενεργές αγωνίστριες στην “Εξέγερση των 20.000” –όπως έμεινε γνωστή αργότερα η απεργία. H απεργία αυτή έλαβε χώρα το 1909 στη Νέα Υόρκη, όπου 20.000 εργάτριες και εργάτες στα υφαντουργεία, κυρίως εβραϊκής καταγωγής, κατάφεραν να κερδίσουν υψηλότερους μισθούς, καλύτερες συνθήκες εργασίας και λιγότερες ώρες δουλειάς. Το 1912 σε ένα λόγο της η Schneiderman λέει –πολύ λιτά και απλά- τα εξής: “Αυτό που θέλει μια εργάτρια είναι το δικαίωμα της να ζει, όχι απλά να υπάρχει – το δικαίωμα στη ζωή όπως έχει και μία πλούσια γυναίκα δικαίωμα στη ζωή, στον ήλιο, στη μουσική και την τέχνη. Δεν έχετε τίποτα στο οποίο να μην έχει δικαίωμα και η τελευταία εργάτρια. Η εργάτρια πρέπει να έχει ψωμί, αλλά πρέπει να έχει και τριαντάφυλλα, επίσης.”

Η φράση για πρώτη φορά αποδίδεται στις εργάτριες του Lawrence to 1915 σε μία συλλογή με ποιήματα που επιμελήθηκε ο Upton Sinclair, ένας εξαιρετικά δημοφιλής σοσιαλιστής συγγραφέας. Η πρώτη όμως εμφάνιση της φράσης έγινε τρία χρόνια πιο πριν στο ομώνυμο ποίημα του James Oppenheim, αν και εκεί το ποίημα αφιερώνεται στις γυναίκες συνδικαλίστριες του Σικάγο.

Το ποίημα είναι αυτό εδώ:

As we come marching, marching in the beauty of the day,
A million darkened kitchens, a thousand mill lofts gray,
Are touched with all the radiance that a sudden sun discloses,
For the people hear us singing: «Bread and roses! Bread and roses!»
As we come marching, marching, we battle too for men,
For they are women’s children, and we mother them again.
Our lives shall not be sweated from birth until life closes;
Hearts starve as well as bodies; give us bread, but give us roses!
As we come marching, marching, unnumbered women dead
Go crying through our singing their ancient cry for bread.
Small art and love and beauty their drudging spirits knew.
Yes, it is bread we fight for — but we fight for roses, too!
As we come marching, marching, we bring the greater days.
The rising of the women means the rising of the race.
No more the drudge and idler — ten that toil where one reposes,
But a sharing of life’s glories: Bread and roses! Bread and roses!

Πολωνοεβραία λοιπόν, η Scneiderman, συνδικαλίστρια στην υφαντουργία, πολωνοεβραίες και εκείνες οι πρώτες δύο γυναίκες στο Lawrence, που πρώτες έκλεισαν τις κλωστικές μηχανές. Ψωμί και τριαντάφυλλα, δύο έννοιες διατυπωμένες διαφορετικά, σε ένα λόγο, σε ένα πλακάτ, σε ένα ποίημα, σε ένα τραγούδι.

Μία άγρια απεργία για 37 cents. Για μερικές φραντζόλες ψωμί. Ένα κείμενο για την αναγκαιότητα αυτού ακριβώς του ψωμιού. Ένα σύνθημα -μπορεί και όχι, έχει σημασία;- που ζητά από αυτόν τον κόσμο, από αυτή τη ζωή και ψωμί και τριαντάφυλλα. Ένα σύνθημα που γίνεται τραγούδι. Ένα σύνθημα-ψωμί που το μετατρέπουμε εμείς σε ένα τραγούδι-τριαντάφυλλο. Και εδώ είναι η δύναμη μας. Εδώ είναι εκείνη η δύναμη “που δεν υπάρχει μεγαλύτερη της κάτω από τον ήλιο” σε έναν κόσμο που αδυνατεί να προσφέρει τραγούδια, φτιάχνει τα τραγούδια μόνη της. Εδώ είναι εκείνη η συλλογική ευφυΐα που μετατρέπει το ίδιο το ψωμί σε τριαντάφυλλο. Εδώ είναι εκείνη η συλλογική ευφυΐα που μετατρέπει τον ίδιο τον αγώνα σε ομορφιά, σε παρηγορητικό, σε επουλωτική αλοιφή, σε ένα κομμένο τριαντάφυλλο ενός κήπου σε ένα γκρίζο προάστιο που κάποιος χαρίζει σε κάποιον, κάποια σε κάποια, κάποιος σε κάποιαν και κάποια σε κάποιον.

Και είναι το τριαντάφυλλο αυτό το ίδιο ο φορέας αυτής της κίνησης. Είναι το τριαντάφυλλο διεαυτόν που κυκλοφορεί. Όπως ακριβώς και η τάξη μας πρέπει να υπάρχει διεαυτήν. Ταυτόχρονα όμως είναι και το ψωμί εκείνο ακριβώς το οποίο δίνει μορφή και περιεχόμενο στο τριαντάφυλλο. Διαλεκτική συνήθως το λένε. Ένα μπουκέτο τριαντάφυλλα δίπλα σε μια αχνιστή φραντζόλα έχει άλλη γεύση, ακριβώς όπως η φραντζόλα έχει άλλο άρωμα.

Και εδώ είναι το σημείο που η κυρία Gertrude Stein θα έρθει να διαφωνήσει κάθετα δηλώνοντας: “Ένα τριαντάφυλλο είναι ένα τριαντάφυλλο είναι ένα τριαντάφυλλο είναι ένα τριαντάφυλλο.” Ας μας επιτραπεί να της δώσουμε την απάντηση ότι ένα τριαντάφυλλο δεν είναι ποτέ ένα τριαντάφυλλο. Κάτι συνοδεύει, από κάτι συνοδεύεται. Κάτι πάντα θα τονίζει, σε μία λέξη σε μία πρόταση, σε μια παράγραφο, σε ένα βιβλίο που χαρίζεται. Πάντα. Νυν και αεί.

Και εις τους αιώνας των αιώνων, πιο συγκεκριμένα βέβαια στον 19ο αιώνα όπου το 1867 γεννιέται στο Λονδίνο ο Ernest Dowson. Υπήρξε λογοτέχνης ο οποίος συνδέθηκε με το ρεύμα των Decadents και φίλος του Oscar Wilde. Δεν έγραψε πάρα πολλά πράγματα και πέθανε σχετικά νέος το 1900… Ανάμεσα στα πιο γνωστά του ποιήματα είναι και αυτό εδώ (φυσικά το αφήνω αμετάφραστο):

They are not long, the weeping and the laughter,
Love and desire and hate;
I think they have no portion in us after
We pass the gate.

They are not long, the days of wine and roses:
Out of a misty dream
Our path emerges for a while, then closes
Within a dream.

To οποίο ποίημα αυτό μας χάρισε τη φράση “The days of wine and roses” (ο ίδιος ποιητής παρεμπιπτόντως μας έχει χαρίσει και την έκφραση “gone with the wind”), η οποία φράση αποτελεί έναν συμβολισμό μιας εποχής όπου κάπου ανήκες και κάτι σου άνηκε. Όπου σου άνηκαν οι μέρες, ο οίνος και τα ρόδα. Η έκφραση έχει χρησιμοποιηθεί σε μία νουβέλα, που αργότερα έγινε ταινία του Blake Edwards σε soundtrack του Henry Mancini με ένα ομώνυμο μάλιστα τραγούδι, και έχει τέλος πάντων πλείστες όσες αναφορές σε διάφορα πολιτιστικά σημεία, σταυροδρόμια και κρυφές γωνίες.

breadandroses3

Μία από αυτές τις γωνίες βρίσκεται στο Los Angeles της California, όπου θα μαζευτούν η Kendra Smith, o Steve Wynn, o Karl Precoda και ο Dennis Duck, για να σχηματίσουν τους Dream Syndicate, να ηχογραφήσουν το The Days Of Wine And Roses, και να σηματοδοτήσουν την συμβολή της ανατολικής ακτής των ΕΠΑ στην άρρητη, σκοτεινή αλλά ταυτόχρονα σαφέστατη και ολοφώτιστη μυστική υπόγεια σκηνή των 80’s. Δεν είμαι αυτός που θα γράψει εδώ τους επαίνους για αυτόν τον αριστουργηματικό δίσκο και τα αστραφτερά κομμάτια ακατέργαστου κάρβουνου που τον αποτελούν. Ούτε είμαι αυτός που θα κάτσει να μιλήσει για το πορτραίτο του καλλιτέχνη σε νεαρή ηλικία. Δεν τα χρειάζονται, άλλωστε μια χαρά μπορεί να σας τα πει αυτά ένας μουσικός δημοσιογράφος.

Και εδώ είναι η στιγμή αγαπητέ μου αναγνώστη, όπου ο συγγραφέας συνειδητοποιεί την αδυναμία του ως συγγραφέας. Και αποφασίζει να σταματήσει να είναι συγγραφέας. Στρίβει ένα τσιγάρο, γεμίζει με κρύα μπύρα το ποτήρι όσο ακόμα είναι ακόμα ζεστός ο καιρός. Και βάζει να ακούσει την ζωντανή εκτέλεση, από το δίσκο Live At Raji’s, το τελευταίο live των Dream Syndicate, του τραγουδιού The days of wine and roses. Ακούει την οκτάλεπτη εκτέλεση μέχρι το 6ο περίπου λεπτό. Εκεί που ο Wynn σταματά το τζαμάρισμα. Εκεί που λέει “Stop!”. Εκεί που κρέμεσαι για δύο δεύτερα. Εκεί ακριβώς, πριν ακουστεί μια κραυγή από το πλήθος που θα μπορούσε να είναι δική του. Σταματά και αυτός εκεί την ακρόαση. Αλλά όχι για δύο δεύτερα.

The days of wine and roses λοιπόν. Στέκεται και κοιτά αυτό το εκκρεμές. Όπου η κλωστή του είναι το τριαντάφυλλο και τα ακραία σημεία των ταλαντώσεων είναι το ψωμί και το κρασί. Ψωμί, κρασί και τριαντάφυλλα. Ψωμί για να μπορούμε να κινηθούμε, κρασί για να μπορούμε να σταθούμε λίγο. Και τριαντάφυλλα για να μπορούμε να χαρακτηρίζουμε όλες τις ενδιάμεσες κινήσεις μας, όλα τα ενδιάμεσα κινήματα, όλες τις ενδιάμεσες πράξεις μας και θεωρίες μας ως όμορφες. Τι είναι όμορφο; Τι είναι η ομορφιά; Έχει σημασία; Έχει νόημα να πω οτιδήποτε εγώ για ένα θέμα που έχει συζητηθεί εδώ και 3000 χρόνια; Όχι δεν έχει. Το μόνο που ίσως έχει μια κάποια σημασία είναι να σας πει είναι τι θέλει να κάνει όμορφο. Πού βρίσκει αυτός τις μικρές του ομορφιές.

Στον Ernest Dowson που οι όμορφες του μέρες χάνονται μέσα σε ένα όνειρο.

Στην Rose Schneiderman που οι μέρες της δεν έχουνε ούτε ψωμί και βγαίνει και από πάνω ζητώντας και τριαντάφυλλα.

Στις δύο ανώνυμες πολωνοεβραίες εργάτριες που έκαναν αυτό το τόσο απλό πραγματάκι που λέγεται απεργία αλλά και τόσο δύσκολο συνάμα.

Στους 20.000 απεργούς της Νέας Υόρκης και του Lawrence, γυναίκες, αγόρια, κορίτσια, άντρες.

Στο παρεάκι του Los Angeles που εκεί την εποχή του τέλους των ιδεολογιών, την εποχή του τέλους των μεγάλων αφηγήσεων, την εποχή που έμοιαζε να μην έχει τίποτα νόημα στο τέλμα του θεάματος, την εποχή όπου όλα είχαν τελειώσει μόνο και μόνο για να ξαναρχίσουν, την εποχή που όλα ήταν μετέωρα χωρίς καμία αναφορά, που όλα κενά νοήματος περιστρέφονταν σαν ζαλισμένα από το φως των λαμπτήρων του νέον έντομα, εκείνη την εποχή λοιπόν στις 31 Ιανουαρίου του 1988. Ο Steve σταμάτησε την μπάντα. Πήραν όλοι μια ανάσα. Αλλά μία ανάσα. Και ούρλιαξαν, ο καθένας όπως μπορούσε την αρχή του τέλους ενός επικείμενου χωρισμού. Την αρχή της αποξένωσης. Της αλλοτρίωσης μας. Από τον άλλον και από εμάς τους ίδιους. Ουρλιάζουν τη χαμένη οικειότητα προσπαθώντας να ανασύρουν την ανάμνηση της.

I’m just trying to remember the days of wine and roses…

Θα ήθελε, ο συγγραφέας που ποτέ δεν υπήρξε συγγραφέας και ούτε τώρα είναι, να υπήρχε μια Rose Schneiderman σήμερα για να έρθει και να προσθέσει στο ψωμί και τριαντάφυλλα και το κρασί. Και όλοι μαζί να μιλήσουμε για μέρες ψωμιού, κρασιού και τριανταφύλλων.

 Ως τότε ουρλιάζοντας με όλη του την ψυχή το καταιγιστικό τέλος εκείνης της ζωντανής εκτέλεσης δε θα προσπαθεί να θυμηθεί τις μέρες του οίνου και των ρόδων ενός παρελθόντος, αλλά θα προσπαθεί να παλεύω για τις μέρες του οίνου και των ρόδων ενός μέλλοντος.

Για μια μέρα που δε θα είναι μέρα αλλά η πιο μαύρη νύχτα που θα κοιμηθώ δίπλα της αλλά εγώ δε θα είμαι εγώ και αυτή δε θα είναι αυτή, όπου εγώ θα είμαι εμείς, και αυτή θα είναι πάλι εμείς.

Είναι απλό οι μέρες του ψωμιού, του κρασιού και των τριανταφύλλων είναι οι μέρες, όπου εμείς θα είμαστε εμείς θα είμαστε εμείς θα είμαστε εμείς.

Ουδείς άλλος μπορεί να ομορφύνει αυτόν τον κόσμο.

Ο συνδικαλισμός, τα κορίτσια και η μουσική

Ίσως εδώ να ταίριαζε πάρα πολύ ωραία μια εισαγωγή τύπου λυκειακής έκθεσης τύπου “από αρχαιοτάτων χρόνων”, αν τη δούλευα λίγο καλύτερα θα μπορούσα ίσως να σας εντυπωσιάσω από τις πρώτες γραμμές… Αλλά δεν είναι έτσι, γιατί σε ότι ακολουθεί διαπλέκονται, σε ακραίο σημείο είναι αλήθεια πολλά και διάφορα θέματα. Από την απεικόνιση της γυναίκας στην τέχνη και στην κουλτούρα και την πατριαρχία, μέχρι το φεμινισμό τον εργατισμό και του πως μπορείς να απελευθερωθείς και απελευθερώσεις εντός διαδικασιών αγώνα κομμάτια αλλοτρίωσης, καταπίεσης και να άρεις έστω οριακά -αλλά κυρίως- έστω πρακτικά, μερικά σημεία της πατριαρχίας, του σεξισμού, του κοινωνικοοικονομικοπολιτικού διαχωρισμού των δύο φύλων. Και το κυριότερο και βασικότερο ίσως: πώς διάολε θα μπορέσουμε στις πολιτικές και κοινωνικές μας σχέσεις όχι να κατακτήσουμε την ισότητα, αλλά να βάλουμε τις βάσεις για αυτή την ισότητα φτιάχνοντας καινούριες έννοιες για το ανθρώπινο;

Και τι σχέση μπορούν να έχουνε όλα αυτά τα ερωτήματα με τη μουσική; Τι απαντήσεις μπορεί να δώσει αυτή…

Η διασταύρωση όλων αυτών των ζητημάτων είναι δύο τραγούδια εξίσου γνωστά μάλλον και τα δύο του αμερικάνικου εργατικού κινήματος.

The_Rebel_Girl_cover

Το πρώτο είναι το Rebel Girl του Joe Hill. Ο Hill το έγραψε όντας φυλακισμένος περιμένοντας την εκδίκαση της υπόθεσης του για την κατηγορία της δολοφονίας ενός μπακάλη και του γιου του. Κατά τη διάρκεια της φυλάκισης του ξεκίνησε να αλληλογραφεί με την Elizabeth Gurley Flynn, ακτιβίστρια, συνδικαλίστρια, φεμινίστρια και μέλος φυσικά της IWW στην οποία είχε οργανωθεί από τα 16 της το 1906. Είχαν αρκετά συχνή αλληλογραφία και η Flynn τον επισκέφθηκε και μία φορά στο κελί του, όπου έκατσε μια ώρα. Από αυτή τη σχέση ο Hill εμπνεύστηκε το τραγούδι Rebel Girl. Μάλιστα της έστειλε δύο τηλεγραφήματα:

 “Συνέθεσα ένα νέο τραγούδι την προηγούμενη εβδομάδα με μουσική αφιερωμένο στο “περιστέρι της ειρήνης”. Ετοιμάζεται. Και τώρα αντίο, αγαπητή Gurley, έζησα σαν επαναστάτης και θα πεθάνω σαν τέτοιος.”

Και το επόμενο:

Αγαπημένη φίλη Gurley:

Λέω τόσο συχνά αντίο τώρα πια που καταντάει μονότονο αλλά δεν μπορώ να μη σου στείλω μερικές ακόμα γραμμές γιατί ήσουν για μένα κάτι παραπάνω από συνάδελφος. Ήσουν έμπνευση και όταν συνέθεσα το Rebel Girl ήσουν εκεί και με βοηθούσες όλη την ώρα. Καθώς εκλέπτυνες τις ιδέες μου τώρα που θα φύγω θα πρέπει να χρεωθείς αυτό το τραγούδι και να βεβαιωθείς να βρεις και μερικά ακόμα Rebel Girls σαν και εσένα επειδή τα χρειαζόμαστε και τα χρειαζόμαστε πολύ. Με μια εγκάρδια χειραψία πάνω από αυτή την ήπειρο και ένα τελευταίο θερμό αντίο από ότι θα μείνει από μένα. Δικός σου για πάντα.

Joe Hill

Να σημειώσω εδώ ότι αυτό ήταν το ένα από τα δύο τελευταία τηλεγραφήματα που έστειλε ο Hill πριν την εκτέλεση του. To άλλο στάλθηκε στον Big Bill Haywood.

To τραγούδι αυτό το τραγουδήθηκε πάνω από το φέρετρο του Hill στην κηδεία του στο Chicago και εκδόθηκε λίγο αργότερα με την σημείωση: “Αφιερωμένο στις γυναίκες της IWW”.

Η Flynn συνέχισε τη δράση της μέχρι το θάνατο της, παρέμεινε ενεργή στους Wobblies, έφαγε όλη την καταστολή που εξαπολύθηκε εναντίον τους, συμμετείχε ενεργά στους εργατικούς αγώνες και αποτέλεσε μια από τις πρώτες μαχητικές φεμινίστριες της Αμερικής. Το 1936 έγινε μέλος του Κ.Κ. των ΕΠΑ, μετά τον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο συνελήφθη στο δεύτερο κύμα διώξεων μελών του Κ.Κ., εξέτισε δύο χρόνια στη φυλακή, το 1961 γίνεται πρόεδρος του Κ.Κ. και το 1964 πεθαίνει σε μια επίσκεψη της στην Ε.Σ.Σ.Δ. όπου και κηδεύεται δημοσία δαπάνη. Το μνημείο της είναι δίπλα σε αυτά των Big Bill Haywood και των μαρτύρων του Σικάγο.

Elizabeth Gurley Flynn

Elizabeth Gurley Flynn

Το τραγούδι είναι το εξής:

Υπάρχουν διάφορες γυναίκες
σε αυτό τον περίεργο κόσμο όπως όλοι ξέρουν
Μερικές ζούνε σε όμορφες επαύλεις
και φοράνε τα πιο κομψά ρούχα
υπάρχουν γαλαζοαίματες βασίλισσες και πριγκίπισσες
που έχουνε χάρες από διαμάντια και μαργαριτάρια
αλλά η μόνη καθαρόαιμη κυρία
είναι το Επαναστατημένο Κορίτσι

Είναι το Επαναστατημένο Κορίτσι, είναι το Επαναστατημένο Κορίτσι
και για την εργατική τάξη είναι ένα πολύτιμο μαργαριτάρι,

Φέρνει κουράγιο, περηφάνια και χαρά
στο Επαναστατημένο Αγόρι που αγωνίζεται.
Είχαμε κορίτσια πριν αλλά χρειαζόμαστε μερικά ακόμα
στους Βιομηχανικούς Εργάτες του Κόσμου
γιατί είναι θαυμάσιο να αγωνίζεσαι για την ελευθερία
με ένα Επαναστατημένο Κορίτσι

Ναι μπορεί τα χέρια της να είναι σκληρά από τη δουλειά
και το φόρεμα της όχι τόσο καλό
αλλά η καρδιά στο στήθος της χτυπάει
αφοσιωμένη στην τάξη της και στους ανθρώπους της
και οι άρπαγες τρέμουν από το φόβο τους
όταν το πείσμα και την περιφρόνηση θα πετάει
γιατί η μόνη καθαρόαιμη κυρία
είναι το Επαναστατημένο Κορίτσι

Το δεύτερο τραγούδι είναι το Union Maid που είναι γραμμένο -σχεδόν- από τον Woody Guthrie (οι δύο πρώτοι στροφές από αυτόν η τελευταία από τους Almanac Singers), και το έγραψε όταν του ζητήθηκε παραγγελία ένα συνδικαλιστικό τραγούδι από “γυναικεία σκοπιά” το 1940. Και έτσι τόσο απλά -συνήθως ο Guthrie απλά έγραφε τα τραγούδια του- έκατσε και το έγραψε.

Μεταφράζω… (σημ.: maid σημαίνει υπηρέτρια αλλά και νεαρή κοπέλα, δεν ξέρω ακριβώς τη χρήση του στο τραγούδι αλλά έχω την αίσθηση ότι έχει την έννοια της “κοπελιάς” όπως χρησιμοποιείται για να προσφωνήσουμε μια εργαζόμενη σε ένα χώρο δουλειάς ίδια χρήση που έχει και το “νεαρέ” -που βλέπεις να το λένε και σε 40αρηδες σε χώρους δουλειάς- βλ. και το γαλλικό garcon… Εδώ εγώ επιλέγω το κοπελιά…)

Ήταν κάποτε μια κοπελιά του σωματείου που ποτέ δεν φοβόταν
τους μπράβους, τα υποχείρια, τους απεργοσπάστες του αφεντικού και τους βοηθούς του σερίφη που έκαναν επιδρομές
και πήγαινε στα γραφεία του σωματείου όποτε είχε μάζεμα
και όταν έρχονταν οι τραμπούκοι πάντα έμενε στη θέση της

Όχι δεν μπορείς να με φοβίσεις
γιατί είμαι με το σωματείο

Η κοπελιά του σωματείου ήταν έξυπνη και ήξερε τα κόλπα των ρουφιάνων του αφεντικού
δεν μπορούσε να την ξεγελάσει το υποχείριο του αφεντικού και πάντα οργάνωνε τους άντρες
πάντα τα κατάφερνε όταν απεργούσε για έναν καλύτερο μισθό
δείχνει την κάρτα μέλους του σωματείου στην εθνοφρουρά
και να τι τους λέει:

Όχι δεν μπορείς να με φοβίσεις
γιατί είμαι με το σωματείο

(Αυτή η στροφή δεν είναι του Woody Guthrie είναι γραμμένη από τους υπόλοιπους Almanac Singers).

Εσείς κορίτσια που θέλετε να είστε ελεύθερα, ακούστε μια συμβουλή από μένα
πηγαίνετε μαζί με τον άντρα σας που είναι συνδικαλιστής και συμμετέχετε στο τμήμα των γυναικών
ο γάμος δεν είναι δύσκολη υπόθεση αν έχεις την κάρτα του σωματείου
και ο συνδικαλιστής είναι ένας χαρούμενος άντρας όταν η γυναίκα του συνδικαλίζεται.

Τρεις εκδοχές λοιπόν, της γυναίκας μέσα στο κίνημα. Μπορεί, βέβαια και οι εκδοχές να είναι δύο ή τέσσερις και μπορεί να είναι πέντε ή έξι ή και μία. Όλα φυσικά εξαρτώνται από την οπτική. Αλλά ας μείνουμε λίγο στο γράμμα και ας περιοριστούμε στις τρεις εκδοχές, όσες και οι συγγραφείς των στίχων.

Είμαι γενικώς της άποψης ότι ένα καλλιτεχνικό έργο δεν έχει ποτέ αιώνια αξία ή σημασία. Ειδικά σε ότι αφορά την λαϊκή μουσική αυτό θεωρώ ότι ισχύει ακόμα περισσότερο. Ειδικά αυτή η μουσική θέλει και επιδιώκει να είναι εφήμερη και προσωρινή, να καλύψει μια συγκεκριμένη ανάγκη και να εκπληρώσει μια ειδική επιθυμία. Με αυτή τη σημασία οι στίχοι του Hill, δεν μπορούν να σταθούν στην αιωνιότητα σαν ένα καλλιτεχνικό έργο με αιώνια και πανανθρώπινη αξία και άλλα τέτοια κλισέ. Είναι λάθος να το κάνουμε αυτό και ανάμεσα στα άλλα δεν ξέρω αν ο Hill θα ήθελε κάτι τέτοιο. Για την ακρίβεια νομίζω ότι ο Hill είναι απλά ικανοποιημένος που έναν αιώνα μετά, σε ένα μέρος που μπορεί να μην άκουσε ποτέ και σε μια γλώσσα που επίσης δεν άκουσε ποτέ κάποιος γράφει για το τραγούδι του και κάποιοι-ες το διαβάζουν. Είναι αυτές μικρές οι νίκες που αποζητάμε στην τελική αν το καλοσκεφτεί κανείς…

Κάτω από ένα τέτοιο πρίσμα δεν μπορώ να κάτσω να κρίνω πολιτικά και στην οπτική του σήμερα το τραγούδι αυτό. Είναι προφανές ότι το “Φέρνει κουράγιο, περηφάνια και χαρά στο Επαναστατημένο Αγόρι που αγωνίζεται” δεν έχει και πολλά απελευθερωτικά στοιχεία. Από την άλλη βέβαια, αν δούμε το τραγούδι στην ιστορική και πολιτική του συνθήκη ίσως και να μην έχει και πολύ σημασία όλο αυτό.

Εκείνη την εποχή οι γυναίκες δεν είχαν ακόμα δικαίωμα ψήφου, επίσης με εξαίρεση κάποιες ελάχιστες κατηγορίες εξειδικευμένων εργατριών κανένα από τα σωματεία δεν δεχόταν να τις εγγράψει ως μέλη του. Ακόμα μόλις σχεδόν είχαν ξεκινήσει να ανακινούνται τα ζητήματα της ισότητας, της αυτοδιάθεσης του σώματος και γενικότερα να μπαίνουν επί τάπητος μια σειρά ζητημάτων που ίσως ακόμα και σήμερα να μην έχουνε επιλυθεί. Ειδικότερα η I.W.W. ήταν μπροστά στους αγώνες για το γυναικείο ζήτημα σε όλους τους τομείς με εξαίρεση το θέμα της ψήφου, με το οποίο δεν ασχολούνταν αλλά ταυτόχρονα ασκούσε και κριτική στο τότε φεμινινιστικό κίνημα λέγοντας ότι η γυναίκα της εργατικής τάξης έχει περισσότερα κοινά με τον άντρα της εργατικής τάξης παρά με γυναίκες των ανώτερων τάξεων.

Οπότε σε μια εποχή που η γυναίκα οριακά λογίζεται ως ανθρώπινο ον και σε καμία περίπτωση ίση με τον άνδρα πως μπορεί να ακούγονται οι στίχοι του Hill; Ειδικότερα, σε μια εποχή που ακόμα και μέσα στο επαναστατικό κίνημα η γυναίκα μπορεί να περιοριζόταν σε δεύτερους ρόλους είτε βοηθητικούς είτε υποστηρικτικούς πως μπορούν να ηχούν και κυρίως πως να γίνονται αντιληπτοί οι στίχοι του Hill; Ακόμα παραπέρα, σε μια εποχή που η γυναίκα γενικώς είναι υπηρέτρια (του άντρα αφέντη, του άντρα εργάτη, του άντρα επαναστάτη) τι σημασία μπορεί να έχει ένα τραγούδι που την τοποθετεί τόσο ψηλά; Που την μετατρέπει στο κόσμημα της εργατικής τάξης; Που θέλει να δει τη γυναίκα και θεωρεί ότι η γυναίκα πρέπει να είναι αναπόσπαστο κομμάτι του κινήματος; Που παίρνει τα ταλαιπωρημένα από τη δουλειά χέρια της και τα κάνει σύμβολο περηφάνιας και στοιχείο ομορφιάς; Που δε δίνει σημασία στα όμορφα φορέματα αλλά στο πως στέκεται η γυναίκα απέναντι στην πραγματικότητα; Και κυρίως: Που παίρνει μια υποτιμημένη διπλά ανθρώπινη ύπαρξη (και γυναίκα και εργάτρια) και την αναδεικνύει, την εξυψώνει και την επανατοποθετεί εκεί που πρέπει να είναι: πλάι πλάι με τις γυναίκες και τους άντρες της τάξης της;

Σε αυτά τα ερωτήματα βρίσκεται κατά τη γνώμη μου και η ομορφιά αυτού του τραγουδιού αλλά ταυτόχρονα και η πολιτική του αξία και σημασία. Την ίδια στιγμή όμως, ακριβώς εκεί έγκειται και η αδυναμία του. Και δεν είναι η εφήμερη αδυναμία του ίδιου του τραγουδιού αλλά η χρήση που του γίνεται. Ας το δώσουμε σχηματικά: η γυναίκα βρίσκεται στο 0 και ο Hill θέλει να την πάει στο 10 όπου είναι ο άντρας, το “λάθος” βρίσκεται στο ότι στο τραγούδι την πάει στο 15, ελπίζοντας κατά κάποιο τρόπο να κάτσει κάπου κοντά στο 10. Όμως η ζωή δεν είναι τραγούδι, οι απελευθερωτικές διαδικασίες δεν αρκούνται στην ποίηση (με την λογοτεχνική της σημασία) και κυρίως ο καπιταλισμός και το σύστημα κυριαρχίας και εκμετάλλευσης δεν θα νικηθεί μόνο με τους στίχους -δυστυχώς. Έτσι, το βασικό πρόβλημα με αυτό το τραγούδι, καθώς τα χρόνια περνούσαν και καθώς η θέση της γυναίκας ελάχιστα καλυτέρευε, για να μην πούμε ότι για πολλές δεκαετίες παρέμενε ίδια, ήταν ότι χρησίμευσε και σαν ευχολόγιο. Ήταν ότι χρησίμευσε και σαν άλλοθι για να μην ασχοληθούμε με τον ρόλο των γυναικών μέσα στο κίνημα. Ήταν, ή τέλος πάντων, έτσι λειτούργησε για κάποιους -συγγνώμη  αλλά ποτέ δεν είναι όλοι- ως η αιτία να θάβονται τα ζητήματα.

Αλλά αυτή είναι η ουσία της τέχνης: είναι στο χέρι του υποκειμένου αν θα το απελευθερώσει ή αν θα το σκλαβώσει.

Ας περάσουμε όμως στο Union Maid, το οποίο με πολλές σημασίες νομίζω (με εξαίρεση πάντα το τελευταίο τετράστιχο) έχει μια σωστή οπτική. Σωστή με την έννοια του πρακτικού. Άλλωστε ο Guthrie λαϊκός άνθρωπος ήταν, και οι λαϊκοί άνθρωποι γενικώς φημίζονται για την πρακτικότητα τους. Έτσι και αλλιώς, βέβαια, η παραγγελία που δόθηκε στον Guthrie δεν θα μπορούσε να υλοποιηθεί. Πως να γράψει ένας άντρας ένα τραγούδι από γυναικεία σκοπιά; Αλλά από την άλλη θα αποφύγει τους υψηλούς τόνους και τις ακρότητες του Hill. Η γυναίκα του Guthrie, είναι υλική, είναι βρώμικη, είναι προσγειωμένη, είναι πρακτική και μαχητική, δεν είναι όμορφη γιατί δεν τον ενδιαφέρει η ομορφιά, αλλά στέκεται με ισότητα μέσα στους αγώνες. Η γυναίκα του Guthrie είναι ανώνυμη και ταυτόχρονα επώνυμη, είναι κομμάτι του κινήματος. Δεν καλεί να την σεβαστούμε ή να την εξυψώσουμε, καθότι δεν υπάρχει λόγος. Την έχουμε αποδεχτεί ήδη. Είναι κομμάτι μας, είμαστε κομμάτι της και όλοι μαζί δίνουμε αγώνα προκειμένου να είμαστε ένα. Ένα ενιαίο υποκείμενο χωρίς διαχωρισμούς. Η γυναίκα του Guthrie συμμετέχει εξίσου στο κίνημα. Πάει στις συνελεύσεις και στέκεται στην περιφρούρηση. Η γυναίκα του Guthrie έχει απολέσει το επικό στοιχείο της θηλυκότητας (με την αρνητική σημασία) και έχει κατακτήσει την ανθρωπινότητα της συμμετοχής στους αγώνες.

Φυσικά ούτε εδώ μπορούμε να γνωρίζουμε με ακρίβεια την πραγματική κατάσταση και θέση της γυναίκας μέσα στα κινήματα εκείνη την περίοδο (μην αγχώνεστε, και σήμερα εδώ στην Ελλάδα με το ζόρι γνωρίζουμε κάποια πράγματα και μάλιστα ελάχιστα κατά τη γνώμη μου, στο βαθμό που τα ίδια τα υποκείμενα δεν παίρνουν το λόγο), ώστε να μπορούμε με βεβαιότητα να πούμε κατά πόσο το τραγούδι αυτό είναι ένα ευχολόγιο ή είναι μια καταγραφή. Νομίζω ότι η αλήθεια είναι κάπου ανάμεσα. Με μια έννοια είναι και ευχολόγιο αλλά ταυτόχρονα αντικατοπτρίζει και μια κατάσταση, ή τέλος πάντων κάποιες τάσεις μέσα στην κατάσταση του κινήματος.

Παρόλα αυτά την αδυναμία του Hill το τραγούδι δεν την έχει. Δεν μπορεί να λειτουργήσει πολύ ως άλλοθι μιας πατριαρχικής συμπεριφοράς και ως κρύψιμο κάτω από το χαλί συμπεριφορών βασισμένων στον διαχωρισμό των φύλων. Ας επαναλάβω εδώ όμως το εξής: η αδυναμία αυτή δεν είναι αδυναμία του δημιουργού, είτε του Hill είτε του Guthrie, είναι και πάντα είναι αδυναμία του ίδιου του κινήματος. Εσένα, εμένα, αυτουνού και αυτηνής…

Πάμε και στο τελευταίο τετράστιχο, αυτό που προστέθηκε μετά από τους υπόλοιπους Almanac Singers και το οποίο κατά τη γνώμη μου φανερώνει ότι πιο οπισθοδρομικό έχει να επιδείξει γενικώς και ειδικώς το ευρύτερο κίνημα…

Εσείς κορίτσια που θέλετε να είστε ελεύθερα, ακούστε μια συμβουλή από μένα…

Η παλιά καλή λούμπα της λογικής των πρωτοποριών, εγώ συμβουλεύω εσάς, το οποίο προσοχή εδώ, δεν είναι μια συμβουλή όπως στα blues που απευθύνεται από ισότιμα μέλη της κοινότητας σε άλλα ισότιμα μέλη της κοινότητας. Εδώ είναι μια συμβουλή άντρα προς γυναίκα, πολιτικοποιημένου προς μη πολιτικοποιημένο, αυτού που έχει “συνείδηση” και αυτού που δεν έχει. Και ως εκ τούτου, άχρηστη και κατευθυνόμενη.

Πηγαίνετε μαζί με τον άντρα σας που είναι συνδικαλιστής και συμμετέχετε στο τμήμα των γυναικών

Πόσο πια να αναπαράγει κανείς την πατριαρχία; Πόσο πια να επιτείνεις το διαχωρισμό μεταξύ των φύλων; Πραγματικά δεν ξέρω αν έχει περισσότερο. Σε αυτό το στίχο πάντως νομίζω βρίσκεται και η τερατώδης διαφορά του τι είναι αυτό που πολεμάει τους διαχωρισμούς και τι είναι αυτό που τους αναπαράγει. Αυτό που τους πολεμάει είναι η ρήξη με τα πλαίσια που θέτει το σύστημα κυριαρχίας και εκμετάλλευσης, αυτό που τους αναπαράγει είναι η διατήρηση εντός αυτών των πλαισίων της πρακτικής μας, της δράσης μας και της θεωρίας μας.

Ο γάμος δεν είναι δύσκολη υπόθεση αν έχεις την κάρτα του σωματείου
και ο συνδικαλιστής είναι ένας χαρούμενος άντρας όταν η γυναίκα του συνδικαλίζεται.

Και έτσι πολύ όμορφα κλείνει αυτό το τραγούδι και ταυτόχρονα μπαίνει και η ταφόπλακα σε ότι απελευθερωτικό πρότειναν ο Hill και ο Guthrie. Πάει το κορίτσι με τα σκληρά χέρια από τη δουλειά που είναι όμορφα και είναι και αυτή όμορφη, πάει το κορίτσι που οργανώνει τους άντρες και μας μένει η γυναίκα που παντρεύεται τον συνδικαλιστή για να έχει έναν αρμονικό έγγαμο βίο…

Γενικότερα οι Almanac Singers και όσοι τους αποτελούσαν, πέραν της αδιαμφισβήτητης αξίας της δουλειάς τους σε όλα σχεδόν τα επίπεδα, είχαν και είναι λογικό να είχαν διάφορα προβλήματα. Και όλη εκείνη η ευρύτερη κίνηση των τελών των 30’s στην Νέα Υόρκη (Πατήρ και υιός Lomax, πατήρ και υιός Seeger και όλοι οι υπόλοιποι σοσιαλιστές και αριστεροί), είχε μία βασική αδυναμία: δεν ήταν κομμάτι της λαϊκής μουσικής και των εργατικών κοινοτήτων. Ερχόταν σαν εξωτερικοί διανοούμενοι προκειμένου να την αναδείξουν. Αλλά σε σχέση με αυτό περισσότερα κάποια άλλη φορά.

Και τι μένει; Τι κάνουμε εμείς; Τι γίνεται με τους άλλους; Τι γίνεται με τους άλλες;

Δεν ξέρω.

Ξέρω όμως ότι θα πρέπει να το παλέψουμε. Ξέρω όμως ότι τους διαχωρισμούς τους πολεμάμε.  Από κοινού. Μαζί. Ξέρω ακόμα ότι μπορεί να προκύπτουν διαχωρισμοί μέσα στον καταμερισμό εργασιών του κινήματος (με βάση τις ανάγκες, τις ικανότητες και τις επιθυμίες) αλλά αυτός ο καταμερισμός δεν πρέπει να δίνει την κοινωνική υπεραξία που δίνει ο αντίστοιχος καπιταλιστικός, επειδή για το κίνημα κάθε εργασία, κάθε δέσμευση, κάθε πράξη είναι ισότιμη με κάθε άλλη επειδή μέσα στο κίνημα είμαστε όλοι μας ισότιμοι. Δυστυχώς όμως δεν είναι έτσι. Αλλά οφείλουμε, σε μας, στους άλλους και στις άλλες να το παλέψουμε να είναι έτσι.

Επειδή όταν ένα χέρι πιάνει ένα άλλο, είτε είναι σε μια διαδήλωση, είτε είναι στο σκοτάδι, είτε είναι από ανάγκη, είτε είναι από επιθυμία, είτε είναι φόβος, είτε είναι χαρά…

Είναι πάντα δύο χέρια που πιάνονται…

Εν τέλει όμως, πέρα από αυτές τις τρεις γυναίκες, θα υπάρχει πάντα και εκείνο το κορίτσι με το οποίο είμαστε μονίμως ερωτευμένοι…

ΥΓ. Ο τίτλος είναι παράφραση του τίτλου του κειμένου «Η δικαιοσύνη τα κορίτσια και η αιωνιότητα» του Υβ Λε Μανάκ

The Preacher and the Wage

O Arthur Boose ηγετικό στέλεχος της IWW μιλάει στο πλήθος στην άκρη του δρόμου.

O Arthur Boose ηγετικό στέλεχος της IWW μιλάει στο πλήθος στην άκρη του δρόμου.

Το The Preacher And The Slave είναι ίσως το πιο γνωστό τραγούδι του Joe Hill μένοντας ζωντανό σε πολλές γενιές πολιτικοποιημένων καλλιτεχνών… Από τον Pete Seeger στην Joan Baez, και απο τον Utah Phillips στους Mischief Brew… Και συνεχίζει εδώ και έναν αιώνα να παραμένει επίκαιρο.

Ας πάμε όμως λίγο πίσω στο χρόνο.

Ο Στρατός της Σωτηρίας (Salvation Army) είναι μία από τις πιο παλιές φιλανθρωπικές-θρησκευτικές οργανώσεις του πλανήτη. Ιδρύθηκε το 1865 στην Αγγλία, έχει στρατιωτική δομή και ο στόχος της είναι να κάνει φιλανθρωπίες στους φτωχούς. Σήμερα έχει παραρτήματα σε 125 χώρες και αρκετές χιλιάδες εργαζόμενους και μέλη. Για τον Στρατό της Σωτηρίας ήταν συνηθισμένη πρακτική να στέκεται στην άκρη του δρόμου ή σε κάποια πλατεία και η μπάντα να παίζει ύμνους πριν και μετά από τα κηρύγματα και έτσι να μαζεύει δωρεές. Κάνοντας φυσικά και την ανάλογη θρησκευτική προπαγάνδα… (Εδώ ένα βίντεο του Στρατού της Σωτηρίας από το 1956 στην California.)

Ο δημόσιος χώρος όμως εκτός από χώρος κυκλοφορίας ανθρώπων και εμπορευμάτων είναι και πεδίο αντιφάσεων αλλά φυσικά και αναγκαστικά και πεδίο συγκρούσεων έτσι και αλλιώς. Η IWW φυσικά και αυτονόητα προπαγάνδιζε το λόγο της και στη δημόσια σφαίρα, στους δρόμους και τις πλατείες. Ένα δικαίωμα και ένας χώρος που τον διεκδίκησε και τον κέρδισε παρόλη την άγρια καταστολή που δέχτηκε και η οποία πυροδότησε τους αγώνες για την ελευθερία του λόγου. (Θα αναφερθώ σε αυτούς ελπίζω στο μέλλον.) Ωστόσο, πριν από την αστυνομική καταστολή οι wobblies στο San Pedro της California αντιμετώπιζαν ένα άλλο πρόβλημα: τον Στρατό της Σωτηρίας, ο οποίος όπως είπαμε είχε ολόκληρες ορχήστρες που παίζανε ύμνους και τραγούδια. Αυτή η κατάσταση είχε σαν αποτέλεσμα οι ομιλητές της IWW να μην ακούγονται… χώρια βέβαια το γεγονός της θρησκευτικής προπαγάνδας που τους έβρισκε σχεδόν εκ θέσεως αντίθετους.

Πάνω σε αυτό το πολιτικό και πρακτικό πρόβλημα ο Joe Hill και οι σύντροφοι του μηχανεύονται το εξής: σκαρώνουν ένα τραγούδι πάνω στη μελωδία που έπαιζε η ορχήστρα του Στρατού της Σωτηρίας (και η οποία ειναι ο ύμνος In the Sweet By-And-By) και με αυτόν τον τρόπο χρησιμοποιούν τη μουσική των απέναντι και για να περάσουν το δικό τους μήνυμα αλλά και για να πραγματοποιήσουν τις ομιλίες τους.

Εκεί λοιπόν γύρω στα 1910 στους δρόμους του San Pedro όπου ζούσε και ήταν δραστήριος o Joe Hill, μαζί με τους συντρόφους και συντρόφισσες του στέκεται στο απέναντι πεζοδρόμιο από την ορχήστρα του Στρατού της Σωτηρίας και τραγουδάνε όλοι μαζί:

Παπάδες με μακριά μαλλιά βγαίνουν κάθε βράδυ
για να σου πουν τι είναι λάθος και τι σωστό
αλλά όταν τους ρωτάς τι θα φας
σου απαντάνε με γλυκές φωνές

Ρεφρέν

Θα φας αργότερα*
Σε αυτή την ένδοξη χώρα στον ουρανό
δουλειά και προσευχή, ζήσε με σανό
θα φας την πίτα στον ουρανό όταν πεθάνεις.

Ο στρατός της πείνας (λογοπαίγνιο Starvation army στα αγγλικά) παίζει
τραγουδούν, χειροκροτούν και προσεύχονται
μέχρι να σου πάρουν όλα τα λεφτά στην τσέπη τους
και όταν μείνεις άφραγκος θα σου πουν:

Τσαρλατάνοι και γελωτοποιοί
ουρλιάζουν πηδάνε και κραυγάζουν
δώσε τα λεφτά σου στον Ιησού σου λένε
και θα γιατρέψει όλες τις αρρώστιες σήμερα

Αν παλεύεις σκληρά για τα παιδιά και τη γυναίκα σου
προσπαθώντας για κάτι καλό σε αυτή τη ζωή
είσαι αμαρτωλός και κακός άνθρωπος
και όταν πεθάνεις σίγουρα θα πας στην κόλαση.

Εργάτες όλου του κόσμου ενωθείτε
και πολεμήστε πλάι πλάι για την ελευθερία
και όταν κερδίσουμε τον κόσμο και τον πλούτο του
θα τραγουδήσουμε στους ύπουλους κερδοσκόπους αυτό το ρεφρέν

(Τελευταίο ρεφρέν)

Θα φας αργότερα
όταν μάθεις να ψήνεις και να τηγανίζεις
κόψε κάνα ξύλο καλό θα σου κάνει
και θα φας κάποια στιγμή στο γλυκό μέλλον.

* εδώ γίνεται λογοπαίγνιο. Βy-and-by που είναι στο πρωτότυπο θα πει σύντομα στο μέλλον, οσονούπω αλλά ο Hill το γράφει bye-and-bye το οποίο παίζει με το αντίο και που θα μπορούσε να αποδοθεί με φράσεις που μεταφέρουν κάτι σε ένα απίθανο μέλλον… Κάπως έτσι τέλος πάντων και με κάθε επιφύλαξη.

Το τραγούδι καταρχήν έρχεται να συναντηθεί, όπως πολύ εύκολα καταλαβαίνει κανείς, με την μεγάλη αντικληρική παράδοση των επαναστατικών κινημάτων. Αλλά αυτό είναι μόνο το πρώτο επίπεδο. Άλλωστε εδώ εξετάζουμε πολύ περισσότερο το τραγούδι σαν κίνηση, σαν διαδικασία, σαν χειρονομία παρά σαν καλλιτεχνικό δημιούργημα. Σχεδόν αναγκαστικά θα πρέπει να αναφερθούμε και πάλι στους καταστασιακούς και να προσπαθήσουμε να φανταστούμε τη στιγμή που ξεκινά η μπάντα του Στρατού της Σωτηρίας να παίζει ενώ την ίδια στιγμή οι wobblies πιάνουν το τραγούδι σαν δημιουργία μιας κατάστασης (με τους όρους της Καταστασιακής Διεθνούς η λέξη). Αλήθεια άραγε τι συναισθήματα γέννησε αυτή η κατάσταση στα δύο αντίπαλα στρατόπεδα; Σίγουρα αφάνταστη χαρά στους wobblies που οι γκαρίδες τους επιτέλους ακούγονταν πάνω από τους θρησκευτικούς ύμνους. Και προφανώς αμηχανία και ίσως οργή στους στρατιώτες της Σωτηρίας. Το μεγάλο όμως ζητούμενο είναι τι προκάλεσε σε αυτούς που άκουγαν εκείνη τη στιγμή το Στρατό της Σωτηρίας να παίζει και τους wobblies να τραγουδάνε. Αυτό δε θα το μάθουμε ίσως ποτέ. Και εκεί είναι το ενδιαφέρον και εκεί το ζητούμενο.

Το The Preacher and the Slave είναι η επιτομή της προλεταριακής εφευρετικότητας, ταλέντου, ευφυίας και ταξικού μίσους. Μέσα σε μια δυσχερή αντικειμενική συνθήκη επινοεί όχι μόνο έναν άλλο τρόπο να μιλήσει αλλά και έναν νέο τρόπο να μιλήσει. Νέο τρόπο και στο περιεχόμενο του και στη μορφή του. Ακόμα πιο πέρα χρησιμοποιεί το εμπόδιο που της μπαίνει ως εργαλείο. Το χρησιμοποιεί και κερδίζει με συντριπτικά κατάγματα την αντίπαλη φωνή. Και αυτή η χρήση δεν είναι απλά χρηστική, όπως ας πούμε θα πάρεις το όπλο από έναν μπάτσο και θα του το κοπανήσεις στην κεφαλή. Είναι απαλλοτρίωση. Η μουσική γίνεται μέσο αναπαραγωγής του λόγου μας που απαλλοτριώνεται. Δική μας για να την δουλεύουμε και να μας ανήκει. Δε θα το ανοίξω άλλο το θέμα προς το παρόν όπτε σταματάω εδώ.

Δεν μπορώ να αποφύγω μία αναγωγή στο σήμερα. Ας πούμε δε θα ήταν πολύ χρήσιμη μια παρωδία του εθνικού μας ύμνου; Δε θα είχε και πολύ ενδιαφέρον να γράφαμε άλλους στίχους για το “Περνάει ο στρατός της Ελλάδας φρουρός;” Δε θα διασκεδάζαμε και λίγο αν λεηλατούσαμε και σε αυτό το πεδίο τα ιερά τους λάβαρα;

Κλείνουμε με μια αφιέρωση. Είναι οι Mischief Brew στο Preacher and the Slave και είναι αφιερωμένο εξαιρετικά στο Στρατό της Σωτηρίας της χώρας.

Ο πολεμικός ύμνος του συνδικαλισμού

Στις δύο προηγούμενες αναρτήσεις, έπιασα 2 τραγούδια και τα “εξιστόρησα” σαν ένα πεδίο διαλεκτικού γίγνεσθαι. Ή τέλος πάντων αυτό προσπάθησα να κάνω… Να δείξω δηλαδή τις μελωδίες ως το πεδίο το οποίο λάμβανε χώρα η σύγκρουση και τα λόγια ως τους στρατιώτες οι οποίοι διεξήγαγαν τη σύγκρουση. Στο πρώτο μας τραγούδι το κέντρο ήταν ο αντιαποικιοκρατικός αγώνας των αμερικάνων και ο αντιαποικιοκρατικός αγώνας κατά των αμερικάνων. Στο δεύτερο κινηθήκαμε στον πυρήνα της πιο κεντρικής αντίφασης της εργατικής τάξης: αυτήν της μισθωτής σχέσης, και του πως ένα τραγούδι που εξυμνεί έναν καλό εργάτη μετατρέπεται σε ένα τραγούδι ενάντια στους καλούς εργάτες. Στο τρίτο τραγούδι που θα πιάσουμε εδώ θα φέρουμε στο φως την καθαρή ταξική πάλη εντός ενός τραγουδιού. Και του πως η ίδια μελωδία ταξιδεύει μέσα στις δεκαετίες για να οπλίσει διαφορετικά στόματα κάθε φορά.

Θα αρχίσουμε από το σημείο που αρχίζει κάθε κοινωνική δημιουργία. Το σημείο αυτό είναι πάντα η στιγμή που πολλοί άνθρωποι αποφασίζουν να κάνουν από κοινού κάτι. Σε αυτή την ιστορία αυτή η στιγμή είναι τα camp meetings. Το πιο κοντινό πράγμα που έχουμε εμείς εδώ στα camp meetings είναι μάλλον τα πανηγύρια. Τα camp meetings ήταν μαζέματα, συγκεντρώσεις ως επί το πλείστον θρησκευτικού περιεχομένου των αποίκων. Το περιεχόμενο τους ήταν επίσης ως επί το πλείστον κυρήγματα ιερέων και ομαδικά θρησκευτικά τραγούδια. Αλλά προφανώς υποθέτουμε ότι είχαν ένα ευρύτερο νόημα κοινωνικότητας. Αυτα τα camp meetings διοργανώνονταν από Βαπτιστές, Μεθοδιστές και λοιπά προτεσταντικά δόγματα προκειμένου να προσηλυτίσουν νέο κόσμο. Γενικώς από τα τέλη του 18ου αιώνα μέχρι και τα μέσα του 19ου ήταν πολύ διαδεδομένα σαν κοινωνική πρακτική και πολύ αποτελεσματικά μιας και χιλιάδες προσηλυτίζονταν στα διάφορα αυτά χριστιανικά δόγματα. Μια παρένθεση εδώ: ας μην ξεχνάμε ότι ακόμα εκείνη την περίοδο πολλά από τα δόγματα αυτά ευαγγελίζονταν και κοινωνικές αλλαγές σαν καθυστερημένη ίσως ηχώ των διάφορων δογμάτων που είχαν αναπτυχθεί δεκαετίες πριν στην γηραιά Ευρώπη.

Ο John Brown (1800-1859) αποτελεί μια πολύ ενδιαφέρουσα φιγούρα. Αποτέλεσε τον πρώτο υπέρμαχο της κατάργησης της δουλείας που καλούσε σε ένοπλη εξέγερση των σκλάβων. Η ιστορία του είναι αρκετά ενδιαφέρουσα σε κάθε περίπτωση. Από πολύ νεαρός ήταν ενεργός στο κίνημα για την κατάργηση της δουλείας και ενεργό μέλος του Underground Railway ενός δικτύου νομικής, υλικής, οικονομικής και τεχνικής υποστήριξης νέγρων φυγάδων από το Νότο. Η πιο σημαντική στιγμή του είναι η επιδρομή στο Harper’s Ferry της Δυτικής Virginia. Έχοντας συγκεντρώσει πριν μια ομάδα 19 μόλις ατόμων επιτέθηκε στο οπλοστάσιο της πόλης με σκοπό να πάρει τα όπλα που φυλασσόταν εκεί και να ξεκινήσει μια πορεία στις πολιτείες του Νότου απελευθερώνοντας και εξοπλίζοντας κατά τη διαδρομή τους σκλάβους. Κατέλαβε εύκολα το οπλοστάσιο μιας και το φύλαγε ένας και μόνο άντρας αλλά στη συνέχεια περικυκλώθηκε από πεζοναύτες και συνελήφθη. Στη συνέχεια δικάστηκε για προδοσία, καταδικάστηκε και τελικά κρεμάστηκε στις 2 Δεκεμβρίου του 1859. Η ηρωική του έφοδος και το τολμηρό του σχέδιο ενέπνευσε τους υπέρμαχους για την κατάργηση της δουλείας. Και αποτέλεσε τον προπομπό του αμερικάνικου εμφυλίου.

Τον Απρίλη του 1861 ξεκίνησε ο Αμερικάνικος Εμφύλιος Πόλεμος όταν εφτά πολιτείες του Νότου αποφάσισαν να αποσχιστούν από τις ΕΠΑ. Μετά από κάποιες συρράξεις στα σύνορα των αποσχισθέντων πολιτειών που οδήγησαν στην κατάληψη εδαφών της Ένωσης (των υπολοίπων πολιτειών των ΕΠΑ δηλ.) ο Λίνκολν κάλεσε εθελοντές να ανακαταλάβουν αυτά τα εδάφη και ουσιαστικά κύρηξε τον πόλεμο στην Συνομοσπονδία (οι πολιτείες του Νότου που αποσχίστηκαν). Αμέσως μετά άλλες τέσσερεις πολιτείες προσχωρούν στην Συνομοσπονδία ανεβάζοντας τον αριθμό τους στις έντεκα συνολικά πολιτείες.

Ένα μήνα αφού είχε ξεκινήσει ο εμφύλιος, σε κάποιο στρατόπεδο της Ένωσης ακούγεται το τραγούδι John Brown’s Body… Βασίστηκε σε μια μελωδία από έναν ύμνο των meeting camps το Say, Brothers, Will You Meet Us? το οποίο τυπώθηκε το 1858 (ή το 1856) και αποτελούσε εκείνη την περιόδο ένα από το πιο διαδεδομένα τραγούδια. Αρχικά το τραγούδι είναι συλλογική σύνθεση ενός συντάγματος στρατιωτών της Ένωσης και οι στίχοι του είναι αρκετά απλοί.

“Το σώμα του John Brown σαπίζει στον τάφο του
αλλά η ψυχή του συνεχίζει να μας οδηγεί”

Το τραγούδι γίνεται εξαιρετικά δημοφιλές στις τάξεις των στρατιωτών της Ένωσης και σύντομα εμφανίζονται στιχουργικά πιο λογοτεχνικές και πιο πολιτικές εκδοχές του. Όπως συνηθίζεται σε τέτοιου τύπου τραγούδια υπήρξαν αρκετές διαφορετικές εκδοχές. Ωστόσο ας κρατήσουμε σε πρώτη φάση ότι το τραγούδι στιχουργικά ήταν εμπρηστικό: Υπερασπιζόταν το πνεύμα του John Brown, της ένοπλης εξέγερσης των μαύρων, της απελευθέρωσης τους και της ισότητας. Και με αυτή τη σημασία διατηρήθηκε στις δεκαετίες που πέρασαν ως ένα τραγούδι υπέρ των δικαιωμάτων των μαύρων και των αγώνων τους για την ελευθερία κυρίως όμως από λευκούς συνοδοιπόρους τους.

Ας το ακούσουμε αρχικά από τον Pete Seeger στη μορφή που έχει φτάσει ως τις μέρες μας…

Μερικούς μήνες αργότερα η Julia Ward Howe ακούει το John Brown’s Body αλλά μάλλον δεν ήταν αρκετά θρησκευτικό για τα γούστα της. Και ίσως οι ακρότητες του John Brown να μην ήταν και πολύ αρεστές σε αυτήν. Έτσι ουσιαστικά παίρνει ένα κοινωνικοπολιτικό τραγούδι και το μετατρέπει σε μια θρησκευτική αλληγορία επί του πολέμου… Η αλήθεια του κυρίου είναι μαζί μας και το σπαθί της δικαιοσύνης του θα λάμψει και κάτι τέτοια. Λιγότερο πολιτικό και προφανώς με ακροατήριο και τις δύο μεριές του πολέμου μιας και η αλήθεια του Κυρίου μπορεί να ξεχειλωθεί πιο εύκολα από την αλήθεια του John Brown. Αυτό το τραγούδι έμεινε γνωστό ως τις μέρες μας σαν Battle Hymn Of The Republic.

Εδώ το ακούμε (στην πιο ανεκτή εκτέλεση που βρήκαμε) από τον Johnny Cash.

Ας αφήσουμε πίσω μας όλα αυτά. Ας αλλάξουμε αιώνα, ας αλλάξουμε ιστορικές συνθήκες και ας πάμε στους αγαπημένους μας wobblies.

O Ralph Chaplin (1887-1961) αποτελεί μια αρκετά ιδιάζουσα περίπτωση ανάμεσα στους wobblies. Συνδικαλιστής, οργανωτής απεργιών, εκδότης, δημοσιογράφος, ποιητής και σκιτσογράφος. Είναι υπεύθυνος ανάμεσα στα άλλα και για την σχεδίαση της θρυλικής μαύρης γάτας, ως σύμβολο των wildcat strikes, των άγριων απεργιών δηλαδή. Μετά την απελευθέρωση των ηγετικών μελών της IWW το 1919 (που είχαν συλληφθεί εξαιτίας της ενεργούς στάσης της οργάνωσης κατά του Α’ Παγκοσμίου Πολέμου) αρνήθηκε να ακολουθήσει τον Big Bill Haywood και άλλους wobblies στην ΕΣΣΔ και παρέμεινε στις ΕΠΑ και ενεργός πια μόνο στον συνδικαλισμό. Τη δεκαετία του ’30 απογοητευμένος από την εξέλιξη της Οκτωβριανής Επανάστασης ασχολήθηκε με το να προσπαθεί να αναχαιτίσει την κομμουνιστική επιρροή στα συνδικάτα. Προς το τέλος της ζωής του βαφτίστηκε ρωμαιοκαθολικός και ήταν ενεργός στο κίνημα για τα δικαιώματα των ιθαγενών Ινδιάνων. Πόσες πια αντιφάσεις σε έναν άνθρωπο;

Το 1915 ολοκληρώνει το πιο δημοφιλές ανάμεσα στο συνδικαλιστικό κίνημα Solidarity Forever. Το οποίο είναι το εξής:

(Εδώ από τον Utah Phillips).

Όταν η ιδέα του συνδικάτου θα είναι στο αίμα των εργατών
δε θα υπάρχει μεγαλύτερη δύναμη πουθενά κάτω από τον ήλιο
ωστόσο ποια δύναμη στη γη είναι πιο ανίσχυρη από την λειψή δύναμη του ενός
αλλά το σωματείο μας κάνει δυνατούς.

Πάντοτε αλληλεγγύη
επειδή το συνδικάτο μας κάνει δυνατούς

Υπάρχει κάτι κοινό με τα αχόρταγα παράσιτα
που θα μας καθυποτάξουν στην δουλοπαροικία και θα μας συντρίψουν με τη δύναμη τους;
Έχει μείνει τίποτα άλλο από το να οργανωθούμε και παλέψουμε;
Επειδή το συνδικάτο είναι που μας κάνει δυνατούς

Είμαστε εμείς που οργώνουμε τα λιβάδια, που φτιάχνουμε τις πόλεις που εμπορεύονται
σκάβουμε στα ορυχεία, χτίζουμε τα εργοστάσια και τους ατέλειωτους σιδηροδρόμους
Και τώρα στεκόμαστε απόβλητοι και πεινασμένοι ανάμεσα στα θαύματα που έχουμε φτιάξει.
Αλλά το σωματείο μας κάνει δυνατούς.

Όλος ο κόσμος που ανήκει στους τεμπέληδες κηφήνες είναι δικός μας και μόνο.
Έχουμε χτίσει τα βαθιά θεμέλια μέχρι τον ουρανό πέτρα πέτρα,
είναι δικά μας όχι για να τους είμαστε σκλάβοι αλλά για να τα δουλεύουμε και να μας ανήκουν,
καθώς το σωματείο μας κάνει δυνατούς.

Έχουνε πάρει αμύθητα πλούτη που δεν ίδρωσαν να τα αποκτήσουν,
αλλά χωρίς το μυαλό και τα χέρια μας ούτε μία ρόδα δε γυρνάει
μπορούμε να τσακίσουμε την αλαζονική τους δύναμη, και να κερδίσουμε την ελευθερία μας όταν μάθουμε
ότι το συνδικάτο μας κάνει δυνατούς

Στα χέρια μας υπάρχει μια δύναμη μεγαλύτερη από τα κρυμμένα τους χρυσάφια
μεγαλύτερη από τη δύναμη των στρατών μεγενθυμένη χίλιες φορές
μπορούμε να δημιουργήσουμε έναν καινούριο κόσμο στις στάχτες του καινούριου
επειδή το σωματείο μας κάνει δυνατούς.

Αυτό το τραγούδι παρόλο που ήταν γραμμένο ως τραγούδι της IWW πολύ γρήγορα γίνεται δημοφιλές σε όλο το συνδικαλιστικό κίνημα και στις ΕΠΑ και στον Καναδά αλλά και στην Αυστραλία, σε σημείο που και ο ίδιος ο Chaplin να ενοχλείται από αυτό το γεγονός λέγοντας ότι το τραγούδι δεν το έγραψε για να το τραγουδάνε κουστουμαρισμένοι συνδικαλιστές και ότι δεν αποτελεί καμιά πρόοδο ο συνδικαλισμός από σκοπός να μετατρέπεται σε επάγγελμα. Γενικώς, πάντως το τραγούδι συνηθίζεται να τραγουδιέται χωρίς την δεύτερη και τέταρτη στροφή (που είναι και οι πιο ριζοσπαστικές -το ίδιο έχει πάθει και το This land is your land του Woody Guthrie).

Εν κατακλείδι, εγώ εδώ θέλω να σταθώ για άλλη μια φορά στο ίδιο το τραγούδι το οποίο και είναι ένα σχεδόν έμμετρο το καταστατικό της IWW, τοποθετημένο πάνω σε ένα εξαιρετικά δημοφιλές πατριωτικό πια τραγούδι.

Η μουσική, τα τραγούδια και οι στίχοι είναι και θα είναι πάντα και αυτά πεδίο του ταξικού και κοινωνικού ανταγωνισμού.

Σημείωση: Όλοι οι σύνδεσμοι είναι από τη wikipedia για λόγους ευκολίας.

Casey Jones – Μια ιστορία απεργοσπασίας

Υπάρχει μια πολύ βασική παράδοση στην λαϊκή μουσική γενικότερα αλλά και στη folk ειδικότερα. Η παράδοση αυτή συνίσταται στο ότι για πολλά χρόνια γράφονταν τραγούδια που τα “φορούσαν” πάνω σε προϋπάρχουσες μελωδίες. Στα χρόνια πριν την εφεύρεση του γραμμοφώνου ο μόνος τρόπος κυκλοφορίας των λαϊκών τραγουδιών ήταν η προφορική τους διάδοση και η τυπογραφία. Τα καινούρια τραγούδια ήταν τυπωμένοι στίχοι με μια σημείωση αναφορικά με το πάνω σε ποια γνωστή μελωδία τραγουδιέται. Ως εκ τούτου δε λείπουν οι περιπτώσεις να υπάρχουν πάμπολλες εκτελέσεις και εκδοχές κάθε τραγουδιού. Σε πολλές περιπτώσεις χάνεσαι σε ένα, όμορφο είναι αλήθεια, μουσικό λαβύρινθο του τι υπήρχε πρώτα, τι ακολούθησε μετά και στο ποια τελικά εκδοχή έχει επικρατήσει, αλλά αφού διαμορφώσεις λίγο αυτή τη διαδρομή φτιάχνονται μερικές όμορφες ιστορίες. Ιστορίες ταξιδιών ανθρώπων και μελωδιών, στίχων και νοημάτων, αναγκών και επιθυμιών, διαμαρτυρίας και ονείρων. Η αλήθεια είναι ότι έχω αποκτήσει τη συνήθεια να προσπαθώ να ανασυνθέτω αυτές τις ιστορίες. Αυτή η καταγραφή έχει γίνει μια συνήθεια την οποία θα μοιραστώ και εδώ και η οποία προσπάθεια κατά κάποιο τρόπο θα αποτελεί μια ενότητα από μόνη της, μέσα σε αυτό το ιστολόγιο.

Θα ξεκινήσουμε αυτό το ταξίδι με το «Casey Jones.» Ο Casey Jones αποτελεί στις ΕΠΑ μια από τις θρυλικές φιγούρες της λαϊκής κουλτούρας (που μαζί με τον John Henry είναι η κατεξοχήν εργατικές φιγούρες). Ο μύθος του βασίζεται σε πραγματικά γεγονότα αλλά γρήγορα τραγουδήθηκε, εξωραΐστηκε και κυκλοφόρησε. Αλλά ας ξεκινήσουμε από την αρχή.

Ο Casey Jones ήταν ένας μηχανικός τραίνων από το Jackson του Mississipi γεννημένος το 1863. Οι μαρτυρίες αναφέρουν ότι ήταν εξαιρετικός στη δουλειά του όπου μαζί με τον μαύρο βοηθό του Wallace Saunders είχαν φτιάξει ένα αμίμητο δίδυμο για τους κύκλους των μηχανικών τραίνων. Υποτίθεται ότι o Casey Jones ήταν τόσο ακριβής στις ώρες αναχώρησης και άφιξης των τραίνων που οι υπόλοιποι συντόνιζαν την ώρα τους με σημείο αναφοράς αυτόν.

Στις 29 Απριλίου του 1900, αναλαμβάνει να πραγματοποιήσει το δρομολόγιο από το Canton στο Memphis, το οποίο όμως θα φύγει με μιάμιση ώρα καθυστέρηση. Έτσι προσπαθεί να φτάσει στον προορισμό του στις 4 τα ξημερώματα έχοντας ξεκινήσει στις 12.50 από τις 11:15 που ήταν κανονική αναχώρηση. Σε όλο το δρομολόγιο τα κατάφερνε αρκετά καλά. Αλλά σε ένα σταθμό μετά από λάθος συνεννόηση ήταν παρκαρισμένη μία άλλη αμαξοστοιχία πάνω στη γραμμή που ήταν το τραίνο του Jones. Όταν το πήρε χαμπάρι το τραίνο του πήγαινε με 120 χλμ. την ώρα και απείχε μόλις 100 με 150 μέτρα από το σημείο της σύγκρουσης. Αντί να πηδήξει, παρέμεινε στη μηχανή και προσπάθησε να σταματήσει το τραίνο, τη στιγμή της σύγκρουσης είχε καταφέρει να κατεβάσει την ταχύτητα στο μισό. Ήταν ο μόνος που σκοτώθηκε από την σύγκρουση. O Wallace Saunders, ο βοηθός του, μετά το ατύχημα θα κάτσει και θα γράψει ένα τραγούδι βασισμένο στο δημοφιλές εκείνη την εποχή Jimmy Jones, που εξιστορεί την ηρωική του προσπάθεια να σώσει τους επιβάτες και να αποφύγει τη σύγκρουση, και σύντομα θα γίνει εξαιρετικά δημοφιλές. Αρχικά, o Saunders το τραγούδαγε γύρω γύρω στην περιοχή που ζούσε για να τιμήσει τον συνάδελφο του. Σύντομα όμως, το τραγούδι άρχισε να κυκλοφορεί κατά μήκος της σιδηροδρομικής γραμμής που συνδέει το Chicago με την New Orleans. Εκεί ένας άλλος μηχανικός, ο William Leighton το πήρε και το έδωσε στους αδερφούς του Frank και Bert οι οποίοι ήταν καλλιτέχνες του vaudeville οι οποίοι και άρχιζαν να το παίζουν στις παραστάσεις τους. Όμως ούτε ο Saunders, ούτε οι αδερφοί Leighton θα κατοχυρώσουν τα πνευματικά δικαιώματα και έτσι δεν ξέρουμε με ακρίβεια πως ήταν η αρχική εκδοχή ακριβώς. Ο Saunders υποτίθεται ότι πληρώθηκε με ένα μπουκάλι τζιν για να παραχωρήσει το τραγούδι. Τελικά άλλοι καλλιτέχνες του vaudeville ο T. Lawrence Seibert και ο Eddie Newton θα κατοχυρώσουν τα πνευματικά δικαιώματα για το τραγούδι το 1909 με τίτλο «Casey Jones, The Brave Engineer». Το οποίο προωθούταν ως το μοναδικό κωμικό τραγούδι για τους σιδηροδρόμους. Έτσι θα χτιστεί ο λαϊκός μύθος του Casey Jones.

Παρακάτω ακολουθούν οι στίχοι του τραγουδιού όπως αυτό έχει καθιερωθεί μέχρι σήμερα.

Ελάτε όλοι από τριγύρω αν θέλετε να ακούσετε την ιστορία ενός γενναίου μηχανικού
Casey Jones ήταν το όνομα του και σε ένα δρομολόγιο με τραίνο κέρδισε τη φήμη του
Τον κάλεσαν στις τέσσερις και μισή και αφού φίλησε τη γυναίκα του στην πόρτα του σταθμού

Σκαρφάλωσε στην καμπίνα με τις οδηγίες στα χέρια του
Και είπε αυτό είναι το ταξίδι μου για τη γη της επαγγελίας
O Casey Jones σκαρφάλωσε στην καμπίνα του, ο Casey Jones με τις οδηγίες στα χέρια του
Ο Casey Jones κοιτάει έξω από το παράθυρο του καθώς πάει ταξίδι στη γη της Επαγγελίας

Μέσα από το Νότιο Memphis η βροχή έπεφτε δυνατά και το νερό ήταν ψηλά
Όλοι όμως γνώριζαν από το μουγκρητό της μηχανής ότι την οδηγούσε ο Casey Jones
Λοιπόν ο Jones είπε στο θερμαστή, ”Μη στεναχωριέσαι Sam Webb δε θα τα παρατήσουμε ακόμα
Είμαστε με 8 ώρες καθυστέρηση και ταχυδρομείο για το Νότο
Θα είμαστε στην ώρα μας ή αλλιώς να τα παρατήσουμε τελείως.”

Νεκρό στις γραμμές ήταν το επιβατηγό τραίνο και το αίμα έβραζε στο κεφάλι του Casey
O Casey φώναξε “Κοίτα μπροστά και πήδηξε έξω Sam αλλιώς θα είμαστε όλοι νεκροί”
Με το ένα χέρι στην σφυρίχτρα και το άλλο στο φρένο ξύπνησε όλο το βόρειο Mississipi
Και το στέλεχος της σιδηροδρομικής εταιρείας είπε “Είναι καλός μηχανικός για να πεθάνει”
Πονοκέφαλος και μαράζι και κάθε είδος πόνου είναι μέρος του σιδηροδρόμου
Ιδρώτας και κόπος το καλό και το σπουδαίο είναι μέρος της ζωής του σιδηροδρομικού

Έτσι ο Casey Jones γίνεται ταυτόχρονα το σύμβολο του συνεπούς, αποδοτικού και όλο αυτοθυσία για το καλό της δουλειάς εργαζόμενου αλλά μέσα σε αυτό ο εμπεριέχεται και ένας συμβολισμός της πάλης του ανθρώπου με τη μηχανή και το χρόνο από την οποία όμως βγαίνει ηττημένος.

Το 1911 θα ξεσπάσει μια πανεθνική απεργία 40.000 σιδηροδρομικών. Ο Joe Hill προκειμένου να την υποστηρίξει θα εμπνευστεί απο το “Casey Jones” και θα γράψει το “Casey Jones, The Union Scab”, το οποίο και θα τυπωθεί στην έκδοση του 1912 του Little Red Songbook. Φαινομενικά δεν κάνει ούτε κάτι σπουδαίο, ούτε κάτι πρωτότυπο, αν το δούμε με μουσικούς, καλλιτεχνικούς ή στο πλαίσιο της μουσικής λαϊκής παράδοσης των ΕΠΑ. Αν όμως δούμε το θέμα με ιστορικούς και πολιτικούς όρους μιλάμε πρακτικά για την δημιουργία ενός νέου πεδίου προπαγάνδας, μιλάμε για την επέκταση της κοινωνικοπολιτικής αλλαγής που ευαγγελίζονται τα επαναστατικά υποκείμενα σε νέα πεδία. Μιλάμε για την κοινωνικοιστορική εκείνη τομή που η εργατική τάξη χτίζει το νέο κόσμο μέσα στο κέλυφος του παλιού και στον τομέα της κουλτούρας.

Μισόν αιώνα αργότερα οι καταστασιακοί μέσα στα πλαίσια του καλλιτεχνικού τους πειραματισμού, θα επινοήσουν την μεταστροφή (détournement) ως ένα μέσο για την δημιουργία ανώτερων μορφών βιώματος από αυτές που παράγει η καπιταλιστική συνθήκη. Δε θα ήθελα να υπερβάλλω αλλά μισόν αιώνα πριν, ο Joe Hill και οι wobblies κάνανε ακριβώς αυτό το πράγμα όχι όμως με όρους καλλιτεχνικής πρωτοπορίας αλλά με όρους λαϊκού τραγουδιού και πολιτικής προπαγάνδας. Ας πάμε όμως στο τραγούδι.

Οι εργάτες της S.P. (Southern Pacific) κάλεσαν σε απεργία
Αλλά ο Casey Jones ο μηχανικός δεν θα απεργήσει καθόλου,
Ο βραστήρας είχε διαρροή και το τιμόνι τα χε φτύσει,
η μηχανή του και τα ρουλεμάν
τα χαν παίξει τελείως.

(Chorus)
Ο Casey Jones έκανε τη σακαράκα του να κινείται,
O Casey Jones δούλευε υπερωρίες
Ο Casey Jones πήρε ένα ξύλινο μετάλλιο
επειδή ήταν καλός και πιστός στην Southern Pasific

Οι εργάτες είπαν στον Casey “Γιατί δε μας βοηθάς με την απεργία;”
Αλλά ο Casey είπε “Παρατήστε με και αδειάστε μου τη γωνιά”
Και τότε η ζαλισμένη μηχανή του Casey εκτροχιάστηκε απο το χαλασμένες ράγες
Και ο Casey έπεσε στο ποτάμι με έναν απαίσιο θόρυβο.

(Chorus)
Ο Casey Jones έπεσε στο ποτάμι
Ο Casey Jones έσπασε την γερή του πλάτη
Ο Casey Jones έγινε άγγελος
και πήγε ταξίδι στον παράδεισο με την S.P.

Όταν ο Casey Jones πήγε στον παραδεισο
είπε: “Είμαι ο Casey Jones, ο τύπος που οδηγούσε τα τραίνα της S.P”
“Είσαι ο άνθρωπος μας” είπε ο Πέτρος, “Οι μουσικοί μας απεργούν,
και μπορείς πάντα να βρεις δουλειά σαν απεργοσπάστης”.

(Chorus)
O Casey Jones βρήκε δουλειά στον παράδεισο.
Ο Casey Jones τα κατάφερνε μια χαρά,
Ο Casey Jones έγινε απεργοσπάστης των αγγέλων,
όπως ακριβώς ήταν και για τους εργάτες στην S.P.

Οι άγγελοι μαζεύτηκαν και είπαν ότι δεν είναι δίκαιο
ο Casey Jones να γυρνάει και να σπάει απεργίες παντού.
Το σωματείο των αγγέλων Νο. 23, συμφώνησε και
με προθυμία πέταξαν τον Casey Jones έξω από τον παράδεισο.

(Chorus)
Ο Casey Jones πήγε πετώντας στην κόλαση,
“Casey Jones,” είπε ο Διάβολος, “Α, τέλεια.
Casey Jones, άντε κουνήσου και φτυάριζε θειάφι,
αυτή είναι η ανταμοιβή σου για να σπάς τις απεργίες στην S.P.

To τραγούδι φαινομενικά μοιάζει απλό, η ιστορία “του Casey Jones του απεργοσπάστη που πάει στην κόλαση” αλλά τα σχήματα που χρησιμοποιεί προχωράνε πολύ παραπέρα. Πρώτον, αν δεν διεκδικήσεις καλύτερες συνθήκες εργασίας θα βρεθείς σε κάνα ποτάμι με το τραίνο αγκαλιά. Δεύτερον, ο παράδεισος είναι και αυτός πεδίο ταξικής πάλης: ο Άγιος Πέτρος-αφεντικό, οι άγγελοι-μουσικοί εργάτες, οι οποίοι είναι ήδη οργανωμένοι σε σωματείο. (Παρένθεση εδώ μιας και εισάγει χωρίς να το προσέχει κανείς μιαν αμφισβήτηση στην αστική θέση του καλλιτέχνη ως “πνευματικού ανθρώπου”). Τρίτον, μόνον η κοινή δράση των εργατών (και όχι ο Θεός ή μοίρα ή οι αμαρτίες που θα τιμωρηθούν αντιλήψεις που υποθέτω διακατείχαν πολλούς εργάτες τότε όπως και τώρα) θα στείλει στην κόλαση τους απεργοσπάστες να φτυαρίζουνε θειάφι. Πόσο πιο απλά, αποτελεσματικά και δημιουργικά να την πέσεις στα αφεντικά, στους απεργασπάστες και στη θρησκεία;

Το τραγούδι είναι απλό: με την πρώτη το θυμάσαι. Είναι διασκεδαστικό: σου φτιάχνει το κέφι και μπορείς να το τραγουδάς με άλλους στην περιφρούρηση, σε ένα μάζεμα, σε ένα γλέντι. Θίγει τρία απλά καθημερινά ζητήματα και προωθεί νέες αντιλήψεις στους αγωνιζόμενους εργάτες. Δημιουργεί: νέες ιδέες, νέους τρόπους για να δράσεις, νέες αντιλήψεις, νέους τρόπους να αγωνίζεσαι.

Το «Casey Jones The Union Scab» είναι μια από τις άρρητες τομές στην ιστορία της εργατικής τάξης για να φτιάξει τον εαυτό της σαν τάξη. Μία από τις πολλές. Και κάθεμια τους εξίσου σημαντική.

Σημειώσεις: Η ιστορία του Casey Jones έχει πλείστες όσες αναφορές στη μουσική. Αν τις πιάναμε όλες θα πρεπε να γράψω βιβλίο. Οι μεταφράσεις των τραγουδιών έχουν γίνει λίγο πρόχειρα από εμένα. Τέλος, αφήνω κάποια γενικότερα συμπεράσματα σε σχέση με τη μουσική και την πολιτική αφού έχει κάπως σχηματοποιηθεί μια εικονά στο μυαλό του αναγνώστη.