Category Archives: Folk

Υφαίνοντας με χορδές εκείνο το τραγούδι

Πόσα τραγούδια άραγε να υπάρχουν; Πόσα τραγούδια άραγε να έχουν γραφτεί, τραγουδηθεί, παιχτεί, χορευτεί στους τόσους αιώνες της γραφής, του τραγουδιού, του παιξίματος και του χορού; Υπάρχουν δύο απαντήσεις. Οι οποίες κάλλιστα είναι και μία απάντηση. Η μία απάντηση είναι η προφανής: άπειρα τραγούδια. Η άλλη απάντηση είναι λιγότερο προφανής (και ίσως αρκετά προβοκατόρικη): όχι πάνω από τέσσερα ή πέντε ή τέλος πάντων ένας αριθμός κοντά στα δάχτυλα των χεριών μας. Αλλά προς τι αυτή η ισοπωδετική ή στην καλύτερη μινιμαλιστική οπτική; Οι περισσότεροι καλλιτέχνες, τραγουδοποιοί, συνθέτες συνήθως δε θα πουν, γράψουν ή ερμηνεύσουν πάνω από 3-4 τραγούδια ακόμα και αν αυτά που έχουνε πει, γράψει ή ερμηνεύσει είναι εκατοντάδες τραγούδια. Και με αυτή την έννοια μάλλον καταλαβαίνει ακόμα και ο πιο ανυποψίαστος αναγνώστης τη διττή σημασία του τραγουδιού, που ένα μπορεί να είναι πολλά και τα πολλά να είναι ένα. Και αυτή τη διττή σημασία αν την πάρουμε και την κάνουμε εκτός απο ποιοτική και ποσοτική θα δει κανείς ότι το ίδιο ισχύει και για τους υπολοίπους τους μη-μουσικούς τους μη-τραγουδιστές τους μη-καλλιτέχνες, μιας και άλλωστε η μουσική είναι -ευτυχώς- και αυτωνών υπόθεση. Πολύ απλά, όλοι και όλες μας σε αυτή τη ζωή έχουμε 4-5 τραγουδια να πούμε. Και με αυτό τον τρόπο, ό,τι λέμε, ό,τι κάνουμε, ό,τι τραγουδάμε δεν είναι παρα συγχορδίες, στίχοι λέξεις και ρίμες κάποιου από αυτά τα 4-5 τραγούδια. Αυτό που κάνει ενδιαφέρουσα την πραγματικότητα (και την ίδια μα την ύπαρξη) είναι όταν κάποιο από αυτά τα τραγούδια ταυτίζεται, συγκλίνει, πλησιάζει, αγγίζει κάποιο από τα τραγούδια κάποιου ή κάποιας άλλης. Και το ενδιαφέρον έγκειται ακριβώς εδώ: αυτό κάνει διττή τη σημασία του τραγουδιού, τη σημασία του ενός (και του δύο και του τρία και του τέσσερα και του πέντε) και με αυτόν τον τρόπο τα τραγούδια είναι τέσσερα και πέντε και άπειρα ταυτόχρονα.

Ο Woody Guthrie έλεγε ότι το τραγούδι είναι κάπου εκεί έξω, και ο καλλιτέχνης μένει να το βρει εκεί έξω που αυτό βρίσκεται. Και το εκεί έξω δεν είναι κάνα αφηρημένο (και μεταφυσικό) μέρος έμπνευσης αλλά το σαφώς ορισμένο γεωγραφικά σημείο όπου τα τραγούδια των ανθρώπων συζητούν, ενώνονται, ενοποιούνται και συνδιαλέγονται. Ένας τέτοιος τόπος, ένα τέτοιο απόλυτα ορισμένο γεωγραφικό σημείο είναι και το τραγούδι που την μικρή του ιστορία θα προσπαθήσουμε να πούμε εδώ, είναι το 500 miles ή 900 miles ή Train 45 ή Rueben’s Train ή I’m 900 Miles Away From Home ή Ruby (Are You Mad) ή Railroaders’ Lament ή Rueben… Ένα τραγούδι που είναι πολλά αλλά είναι και ένα, που είναι και ένα αλλά είναι και πολλά… Και το οποίο γενικώς είναι ένα μικρό μπλέξιμο. Οπότε πως μπορεί ακριβώς να πιάσει να ξετυλίξεις ένα νήμα όπου τα τραγούδια είναι μπλεγμένα μεταξύ τους; Από ποιο σημείο ακριβώς μπορείς να ξεκινήσεις; Ευτυχώς για την πραγματικότητα και δυστυχώς για τους ακαδημαϊσμούς και τις λαικές μουσικές δεν υπάρχει μια τέτοια στιγμή αλλά υπάρχει μια διάρκεια. Ας γίνουμε όμως επιτέλους συγκεκριμένοι.

Πάμε στις απαρχές και τη δεκαετία του ’20 όπου ηχογραφούνται τρεις διαφορετικές εκτελέσεις του ίδιου τραγουδιού. Ή ακόμα καλύτερα τρία τραγούδια που μοιάζουν εξαιρετικά μεταξύ τους, στιχουργικά και μουσικά. Πρόκειται για το 900 Miles Away From Home το 1924 το Ruben Oh Ruben το 1929 και το Train 45 το 1930. Στα αλήθεια κανείς δεν μπορεί να βγάλει άκρη που βρίσκεται το “κανονικό” (ή ακόμα και αν υπάρχει “κανονικό”). Κάποιοι που ξεκινούν απο το Train 45, το οποίο είναι ένα απο το πιο γνωστά railroad songs θεωρούν τα άλλα δύο παραλλαγές του. Άλλοι που είναι πιο κοντά στο bluegrass και έχουν εκκίνηση το Rueben Oh Rueben θεωρούν τα άλλα δύο παραλλαγές του. Και οι τρίτοι της παρέας που εκκινούνται απο το folk revival θεωρούν το 900 Miles το “αυθεντικό”. Με έναν τρόπο αυτά είναι λίγο ακαδημαϊσμοί ή μάλλον εμμονές ενός κόσμου που αναζητεί το πρωτότυπο, το αυθεντικό, τη ρίζα ενώ θα έπρεπε να αναζητεί την ιδιαιτερότητα, την ειλικρίνεια και τις ρίζες.

Fiddlin' John Carson

Fiddlin’ John Carson

Όλες οι ιστορίες μας ξεκινάνε τη δεκαετία του ’20, αναγκαστικά, μιας και τότε η μουσική βιομηχανία άρχισε να υπάρχει ως τέτοια. Από αυτά τα τρία τραγούδια το πιο παλιό ηχογραφημένο είναι το 900 Miles Away From Home από τον Fiddlin’ John Carson. O Carson γεννημένος στη Georgia το 1868 ήταν ένας απο τους βιρτουόζους του βιολιού των αρχών του προηγούμενου αιώνα και μάλιστα σε πολιτειακούς διαγωνισμούς δεξιοτεχνίας έβγαινε πρώτος επί επτά συναπτά έτη. Ο Carson ήταν αυτοδίδακτος λαϊκός μουσικός μεγαλωμένος σε οικογένεια με μουσική παράδοση. Η ιστορία λέει ότι τον ανακάλυψε ένας ατζέντης της Okeh Records το 1922 όταν τον είδε σε βουβή ταινία επικαίρων που έδειχνε τον ετήσιο διαγωνισμό βιολιού της Virginia. Έτσι το 1923 ο Carson ξεκινά τις ηχογραφήσεις και την επόμενη χρονιά θα ηχογραφήσει και το 900 Miles Away From Home. Ηχογράφηση που είναι η πιο παλιά και από τα τρία τραγούδια που αποτελούν την αφετηρία μας. Ωστόσο, το τραγούδι δεν είναι δικό του και είναι κατοχυρωμένο ως παραδοσιακό και ανιχνεύεται καμιά δεκαπενταετία πιο πριν το 1909.

Το επόμενο βήμα έρχεται μια πενταετία μετά όπου ο G.B. Grayson παίρνει μια μελωδία για banjo, το Ruben, το ενοποιεί με τη μελωδία του 900 Miles Away From Home, παίρνει και δύο στίχους απο το τραγούδι και γράφει το Train 45. To Train 45 από τότε θα διαγράψει τη δική του πορεία μεσα στο χρόνο, θα γίνει ένα απο τα standards του bluegrass και της country, και θα γίνει μια αυθύπαρκτη οντότητα, στο βαθμό που βέβαια διατηρεί πάντα τη στενή συγγένεια με το 900 Miles Away From Home. Ο G.B. Grayson είναι μία ακόμα από εκείνες τις φιγούρες της αμερικάνικης μουσικής που συνέβαλε στη διαμόρφωση της. Γεννήθηκε το 1887 στη Βόρεια Carolina, έμεινε τυφλός από βρέφος και έμαθε να παίζει το βιολί, με έναν τελείως αρχαικό τρόπο μάλλον. Το 1927 συνεργάζεται με τον κιθαρίστα Whitter και μαζί θα βγάλουν μια σειρά επιτυχιών για τα δεδομένα της εποχής. Στον G.B. Grayson χρωστάμε ένα πολύ γνωστό τραγούδι το Tom Dooley το οποίο έκαναν νο.1 επιτυχία οι Kingston Trio, και το οποίο βασίζεται σε μια πραγματική ιστορία όπου ο Tom Dula, ενός πρώην στρατιώτη που σκότωσε την αρραβωνιαστικιά του και έγινε φυγάς για να πιαστεί τελικά, να δικαστεί, να καταδικαστεί και να κρεμαστεί. Η ιστορία του Tom Dula (Dooley είναι η προφορά στο τοπικό ιδιώμα) πήρε μεγάλες διαστάσεις στην εποχή της αλλά ο Grayson τη γνώριζε απο πρώτο χέρι μιας και ενας θείος του συμμετείχε στο στρατιωτικό σώμα που καταδίωξε τον Dula. O Grayson θα σκοτωθεί σε τροχαίο το 1930 αλλά θα προλάβει να γράψει μπόλικα τραγούδια που θα γίνουν αργότερα πολύ γνωστά από πολλους και διάφορους, ανάμεσα τους ο Bob Dylan και οι Rolling Stones.

Ένα χρόνο αργότερα ένας άλλος μουσικός, ο Emry Arthur, θα ηχογραφήσει τη δική του προσέγγιση στο συγκεκριμένο μοτίβο. Ο Emry Arthur, γεννημένος στο Kentucky από μουσική οικογένεια, ο πατέρας του μάλιστα ήταν συλλέκτης παραδοσιακών τραγουδιών, θα ξεκινήσει από μικρή ηλικία σχετικά να παίζει. Αποκτά μάλιστα και ένα ιδιαίτερο στυλ στο παίξιμο της κιθάρας μιας και είχε χάσει το ένα δαχτυλό του σε ένα ατύχημα. Η πιο γνωστή του επιτυχία είναι το Man Of Constant Sorrow. Το 1930, λοιπόν, ο Emry Arthur θα διασκευάσει/επανεκτελέσει/αναπροσαρμάσει ή τέλος πάντων θα ηχογραφήσει τη δική του εκδοχή πάνω στο μοτίβο, θα της δώσει τίτλο Reuben Oh Reuben και η οποία θα είναι πιο αργή και με παραλλαγμένους στίχους φτιάχνοντας έτσι το τρίτο σημείο αναφοράς μας.

Να κάνουμε απόπειρα κάπου εδώ να μαζέψουμε το μοτίβο μας; Δυο μελωδίες (λίγο πιο αργές ή λίγο πιο γρήγορες), στίχοι που αφορούν αποστάσεις, τραίνα, γράμματα από το σπίτι, ενεχυροδανειστήρια, μίλια και χιλιόμετρα, και τέλος δύο ακόμα διαφορετικοί ρυθμοί στο banjo. Ας πούμε όμως κάτι επιπλέον εδώ πριν πάμε παρακάτω: η λαική μουσική, η μουσική για την ακρίβεια που φτιάχνεται από τα κάτω εκείνη την περίοδο δεν έχει πνευματικά δικαιώματα. Στην καλύτερη κάπου ή κάπως να αναφέρεται ο συνθέτης ή ο στιχουργός. Ακόμα, η διακίνηση της λαικής μουσικής δεν γινόνταν με ηχογραφήσεις, γινόταν κυρίως με την προφορική διάδοση: στόμα με στόμα σε πανηγύρια και λαικές γιορτές και τέλος ελάχιστοι από τους λαικούς μουσικούς γνωρίζαν μουσική έχοντας την σπουδάσει. Όντας αυτοδίδακτοι οι περισσότεροι, κύριο μέσο καταγραφής της μουσικής γίνεται η μνήμη ατομική ή συλλογική. Και η μνήμη φυσικά, παραποιεί και δεν μπορεί να είναι φωτογραφική. Με αυτόν τον τρόπο, οι τρεις αυτές ηχογραφήσεις που αναφέραμε παραπάνω με έναν τρόπο είναι και οι τρεις τους σημεία και εκδοχές της συλλογικής μουσικής μνήμης των κοινοτήτων. Αυτό δεν τις κάνει τις μόνες. Τις κάνει απλά τις πρώτες καταγεγραμμένες με αυστηρούς όρους μουσικής καταγραφής και αποτύπωσης.

Woody Guthrie και Cisco Houston

Woody Guthrie και Cisco Houston

Την ελευθερία με την οποία διακινούνται μοτίβα, στιχάκια, μελωδίες, ρυθμοί, ιδέες και ιστορίες χωρίς να υπάρχει η εμμονή του “αυθεντικού”, του “πρωτότυπου” ή ακόμα χειρότερα της “έμπνευσης”, το διαπιστώνει κανείς από τις εκτελέσεις που ακολούθησαν τις δεκατίες του ’30, ’40 και ’50 όπου σχεδόν κάθε καλλιτέχνης πάνω στο μοτίβο τίτλων, μελωδιών, ρυθμών και θεματικής δίνει τη δική του οπτική. Υπάρχουν και κάποιες ακρότητες σε αυτές τις ηχογραφήσεις που είναι ενδεικτικές της ελευθερίας. Για παράδειγμα το 900 Miles από τον Woody Guthrie και τον Cisco Houston δεν είναι παρά το Train 45 με άλλο τίτλο ή ας πούμε οι Osborne Brothers που πήρανε το μοτίβο της μελωδίας και έφτιαξαν το φρενιτώδες Ruby Are You Mad. Για τριάντα και πλέον χρόνια λοιπόν, πάνω σε ένα ευρύ μοτίβο που ανοίγεται συνεχώς θα έχουμε δεκάδες εκτελέσεις, οι οποίες όμως σιγα σιγά θα σταθεροποιηθούν έχοντας σαν κεντρικά θέματα τα τρία τραγούδια που αναφέραμε.

Το 1960 είναι γενικώς μια τεράστια καμπή για τη folk μουσική. Μια μικρή παρένθεση εδώ: η folk αμερικάνικη μουσική παράδοση συστηματοποιήθηκε σα σώμα με ένα σαφές πολιτικό πρόσημο από πίσω. Οι πατήρ και υιός Lomax όπως και Charles Louis Seeger (ο πατέρας του Pete Seeger) θεώρουσαν ότι πρέπει να αναδειχθεί η πλούσια μουσική παράδοση των λαικών στρωμάτων ως τρόπος να φωτιστούν οι συνθήκες διαβίωσης τους, τα προβλήματα τους ως κίνητρο για την κοινωνική και πολιτική αλλαγή. Έτσι με έναν τρόπο η folk μουσική ήταν μια κατεξοχήν προοδευτική μουσική. Μετά τον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο όμως και την σκληρή αντικομμουνιστική γραμμή που διαπέρασε κάθετα και οριζόντια κάθε τομή και δομή της αμερικάνικης κοινωνίας (συνδικάτα, σωματεία, λογοτεχνία, κινηματογράφο, μουσική, κοινοτιστικές δομές, οργανώσεις για τα δικαιώματα των μειονοτήτων κλπ) έβαλε στο περιθώριο την folk μουσική, πριμοδοτώντας κεντρικά μια θεματολογία και μια υφολογία που λίγο αργότερα θα ονομαστεί country (ερωτικά θέματα, τι καλά που είναι η ζωή στο χωριό, όπλα, μαγκιές κλπ). Με αυτόν τον τρόπο επιχειρείται μια κάθαρση της folk μουσικής παράδοσης απο επικίνδυνες θεματολογίες και υφολογίες. Έτσι, ήδη τη δεκαετία του ’50 η folk μουσική είναι στο περιθώριο, και θα έρθει το λεγόμενο folk revival να την ξαναζωντανέψει. Ένας από τους ανθρώπους και αυτός που μάλλον πιο συστηματικά και οργανωμένα κατάφερε να κρατήσει δεμένο το νήμα απο τα ’30s και τα ’40s στα ’60s περνώντας δια πυρός και σιδήρου μέσα από τη δύσκολη δεκαετία ’48 με ’58 ήταν ο Pete Seeger αλλά και όλη η folk σκηνή της ανατολικής ακτής… Τέλη της δεκαετίας του ’50 λοιπόν και αρχές της δεκαετίας του ’60 η folk ξαναγεννιέται, και από μια περιθωριακή μουσική που παιζόταν από μερικούς αριστερούς και προοδευτικούς καλλιτέχνες στο περιθώριο και από τις κονότητες που πάντα τις έπαιζαν ξαναγίνεται φορέας κοινωνικής αλλαγής. Μέσα σε αυτό το πλαίσιο τα πράγματα θα συστηματοποιηθούν και με έναν τρόπο θα γίνουν πιο συγκεκριμένα.

H Hedy West στο φεστιβάλ του Newport

H Hedy West στο φεστιβάλ του Newport

Η Hedy West αποτελεί μία από τις πολλές φιγούρες στις οποίες οφείλουμε πολλά χωρίς να το ξέρουμε. Γεννημένη στην Georgia το 1938 σε οικογένεια με μουσική παράδοση και τον πατέρα της ανθρακωρύχο, συνδικαλιστή και με έντονο ενδιαφέρον για τη μουσική παράδοση των ανθρακοφόρων βουνών της ευρύτερης περιοχής θα μεγαλώσει μέσα στις δύσκολες συνθήκες των περιοχών αυτών. Μάλιστα, σε μικρή ηλικία ήταν αυτόπτης μάρτυρας μαζί με τον πατέρα της στη δολοφονία ενός συνδικαλιστή ανθρακωρύχου. Η Hedy West πήγε το 1959 στην Νέα Υόρκη να σπουδάσει υποκριτική αλλά βλέποντας όλο το ενδιαφέρον του Greenwich Village για τη folk συνειδητοποίησε ότι έπαιζαν μουσική που αυτή άκουγε κάθε μέρα και αποφάσισε να ασχοληθεί με τη μουσική. Μάλιστα έφερε και μια καινοτομία στον τρόπο που παιζόταν το banjo εισάγωντας πιο blues και jazz στοιχεία. Η Hedy West ήταν μια από τις πρώτες γυναικείες folk φωνές μαζί με την Joan Baez και την Judy Collins, κυκλοφόρησε δύο δίσκους στη Vanguard (την εταιρεία που συγκέντρωνε τότε τους περισσότερους folk καλλιτέχνες), εμφανίστηκε στο φεστιβάλ του Newport, έκανε εμφανίσεις στην εκπομπή του Pete Seeger στην τηλεόραση, αλλά αρνήθηκε να απεμπολήσει την ορεινή της μουσική τραχύτητα και να γίνει πιο εμπορική διατηρώντας από την μια και μια θεματολογία που μίλαγε για την ζωή και τις δυσκολίες των γυναικών και των κοριτσιών και ένα μουσικό ύφος μάλλον ακατέργαστο. Από τα μέσα της δεκαετίας του ’60 πηγαινοερχόταν στην Αγγλία και ουσιαστικά ασχολήθηκε περισσότερο με τη μελέτη και την καταγραφή των μουσικών λαικών παραδόσεων αφήνωντας τις ηχογραφήσεις κατα μέρους. Στη Hedy West οφείλουμε δύο τραγούδια που έγιναν ευρέως γνωστά το ένα είναι το Cotton Mill Girls το δεύτερο είναι το 500 Miles. Η Hedy West λοιπόν, αποτέλεσε με έναν τρόπο μέσα στο ιστορικό πλαίσιο που περιγράψαμε πιο πάνω ουσιαστικά την κατακλείδα σε μια μουσική πορεία ενός τραγουδιού που κλυκλοφορουσε για πάνω απο 50 χρόνια. Από εκεί και μετά αυτή την εκτέλεση θα πάρουν οι Journeymen που θα είναι και οι πρώτοι που θα την ηχογραφήσουν αλλα και οι Peter, Paul and Mary που θα το κάνουνε ένα απο τα πιο γνωστά και δημοφιλή folk τραγούδια.

Στη συνέχεια το τραγούδι θα διαχυθεί με έναν τρόπο παντού. Οι διασκευές και οι επανεκτελέσεις θα είναι δεκάδες, θα μεταφραστεί και σε άλλες γλώσσες και θα γίνεται και θα ξαναγίνεται μια μικρή επιτυχία, θα διαπεράσει πολλές φορές διάφορα μουσικά είδη και θα αναδύεται ξανά και ξανά στις δεκαετίες που θα ακολουθήσουν μέχρι και τις μέρες μας. Από soul και blues εκτελέσεις μέχρι rockabilly και άγρια garage το τραγούδι, η μελωδία και οι στίχοι θα συνεχίσουν την εκατονταετή και πλέον πορεία τους μέσα στο χρόνο.

Εδώ υπάρχει ένα πολύ ωραίο ερώτημα φιλοσοφικό βασικά: ποιανού είναι το τραγούδι; Ή μάλλον τελικά είναι κάποιου το τραγούδι αυτό; Είναι ας πούμε της Hedy West; Την ίδια ακριβώς χρονιά ένας πολύ γνωστός κύριος πάνω στο ίδιο μοτίβο που περιγράψαμε πιο πάνω θα ηχογραφήσει τη δική του εκδοχή. Ο γνωστός κύριος αυτός είναι ο Bob Dylan και η εκδοχή του φέρει τον τίτλο I Was Young When I Left Home… Παρόλο όμως, που έχουμε το ίδιο μοτίβο η εκδοχή του Dylan δεν είχε την ανάλογη επιτυχία (αλλά εντάξει, δεν στερείται επιτυχιών στην καριέρα του ο κύριος Dylan), ωστόσο με έναν τρόπο θα μπορούσε να συμβεί αυτό… Από την άλλη υπάρχει και μία διερώτηση για το ρόλο της μουσικής βιομηχανίας στην επικράτηση της μιας εκδοχής του τραγουδιού. Δηλαδή το πως λειτουργεί η μουσική σε μια εποχή που η μουσική βιομηχανία είναι ένας απο τους τρόπους να κυκλοφορήσει η μουσική και το πως λειτουργεί η μουσική σε μια εποχή που η μουσική βιομηχανία είναι ο μόνος τρόπος να κυκλοφορήσει η μουσική. Δεν υπονοούμε φυσικά κάτι σε σχέση με την εμπορευματοποιήση του συγκεκριμένου τραγουδιού έτσι και αλλιώς, άλλωστε οι προθέσεις της Hedy West και από την μετέπειτα πορεία της ήταν ειλικρινείς. Πιο πολύ η διερώτηση αφορά την ίδια την ιστορική συνθήκη των αλλαγών στο πως κυκλοφορεί η μουσική. Και η απάντηση είναι μάλλον σαφής: η ελευθερία στην διακίνηση καταργείται με έναν τρόπο για να αναδυθεί μια καινούργια αντίφαση, όπου εντός πια μιας τυπικά καταληγμένης μουσικής και στιχουργικής φόρμας αντιπαλεύουν αισθητικές, προσεγγίσεις και εκδοχές που είτε κλείνουν το νόημα σε ένα άνευρο pop folk χιτάκι (π.χ. Sonny & Cher) είτε το ανοίγουν σε έναν μεταβιομηχανικό εφιάλτη (π.χ. Vietnam Veterans).

Αν απομακρύνθούμε όμως λίγο οι παλαιότερες μορφές του τραγουδιού θα συνεχίσουν να υπάρχουν όμως, αν και πιο περιθωριακά. Χαρακτηριστικό παράδειγμα εδώ αποτελούν οι εκτελέσεις του τραγουδιού με τον τίτλο 900 Miles από τον Terry Callier και η αντίστοιχη και ομότιτλη από την Odetta. Οπότε με έναν τρόπο το τραγούδι δεν έχει χαθεί (αν θα μπορούσαμε να πούμε κάτι τέτοιο), έτσι και αλλιώς και το Train 45 συνεχίζει να παίζεται, και το Ruby Are You Mad και πολλές απο τις παραλλαγές τους. Ενίοτε απλά μπαίνει ως τίτλος σε instrumental ή σε τραγούδια που συνεχίζουν να είναι παραλλαγές πάνω σε ένα αρχικό θέμα που έχει χαθεί πια. Και η αρχή, και το τέλος του. Με έναν τρόπο κάπου εδώ τελειώνει αυτή η ιστορία. Η μουσική βιομηχανία πήρε το μερίδιο της και η μουσική συνέχισε να παραμένει εκεί που ήταν πάντα με έναν τρόπο. Στους ανθρώπους και τις κοινότητες τους.

Μια φορά και έναν καιρό ήταν λοιπόν, τρία τραγούδια που μπορεί να ήταν και τέσσερα ή πέντε ή σαρανταεννιά ή εκατόν δύο. Μια φορά και έναν καιρό αυτά τα τραγούδια έγιναν ένα τραγούδι για να ξαναγίνουν μετα πολλά και να ξαναγίνουνε ένα αλλά με έναν εντελώς διαφορετικό τρόπο. Με τον τρόπο που το ένα είναι πολλά.

Δύο Τρία Πράγματα Που Άκουσα Γι Αυτήν

tumblr_mc00spU2O61rqd5coo1_500

Μιας και σιγά σιγά τελειώνει μια ακόμα ραδιοφωνική χρονιά, θα μπω στον κόπο εδώ να μαζέψω κάποιες εκπομπές που περιστρέφονται γύρω από το βασικότερο ίσως θέμα που βρίσκεται στο πίσω μέρος του μυαλού μου. Ας εξηγηθώ όμως λίγο. Με τη folk αμερικάνικη μουσική παράδοση άρχισα να ασχολούμαι συστηματικά πριν περίπου 8 χρόνια κάποια στιγμή το 2006 και σχεδόν αμέσως από την πρώτη στιγμή διαπίστωσα την πολύ στενή σχέση που έχει με την πολιτική ριζοσπαστική παράδοση της ηπείρου οπότε η όποια συστηματικότητα μπορούσα να επιτύχω μέσα σε μια δύσκολη καθημερινότητα -μιας και το να βγάλω το ψωμάκι μου σαν σωστός εργαζόμενος και γω είναι βασικό στοιχείο της πραγματικότητας μου- στράφηκε προς τα εκεί. Να εξηγήσω εδώ ότι δεν έχω μουσικές γνώσεις στο ελάχιστο και ότι όλο αυτό δεν έγινε και δεν γίνεται στο περιθώριο κάποιας σπουδής ή μελέτης, οπότε μην περιμένετε κάποια συστηματικότητα πανεπιστημιακού τύπου αλλά σίγουρα θα βρείτε μία χρησιμότητα προλεταριακού τύπου. Τα μέσα που είχα στη διάθεση μου ήταν φυσικά περιορισμένα. Ενώ φυσικά υπάρχει μπόλικη βιβλιογραφία, ελάχιστες δυνατότητες είχα να την αποκτήσω και η γλώσσα δεν βοηθάει τα πάντα μιας και δεν είμαι και κάνας τρομερός γνώστης της αγγλικής γλώσσας. Τέλος πάντων, ας μην μακρυγορώ άλλο. Όλα τα παρακάτω θα μπορουσαν να θεωρηθούν μια ερασιτεχνική απόπειρα μελέτης αλλά εγώ θα προτιμούσα να γίνουν αντιληπτά ως προλεταριακή αυτομόρφωση. Να είστε όμως παρόλα αυτά αυστηροί.

Οι πρώτες εκπομπές έγιναν σε ένα μικρό και άγνωστο ιστολόγιο το Radiodada το μακρινό 2011, οι περισσότερες όμως έχουνε γίνει ζωντανά στο Music Society Web RadiON.

Η πρώτη τέτοια εκπομπή ήθελε να είναι εισαγωγική και να καταπιαστεί με μία πολύ συνηθισμένη τακτική στην αμερικάνικη folk και όχι μόνο παράδοση, το πως έπαιρναν μια μελωδία και πάνω σε αυτήν με το σχεδόν καταστασιακή μέθοδο της μεταστροφής έχτιζαν άλλα τραγούδια. Μια ιστορία που ξεκινάει από τον αμερικάνικο εθνικό ύμνο και φτάνει μέχρι τα χιτάκια της Lady Gaga. To πρώτο μέρος εδώ και το δεύτερο εδώ.

Στην συνέχεια σε τρεις διαφορετικές εκπομπές καταπιανόμαστε με το μεγάλο κεφάλαιο που αφορά τους wobblies, την IWW και τον Joe Hill. H πρώτη εκπομπή αφορά τις μουσικές και τα τραγούδια που έγραψαν μέλη της IWW, η δεύτερη είναι η πιο ολοκληρωμένη ηχογραφημένη παρουσία τραγουδιών του Joe Hill, και η τρίτη αφορά το πως η δράση του επηρρεάσε τις δεκαετίες που ακολούθησαν.

Εδω είναι μια επετειακή εκπομπή επίσης για τον Joe Hill φτιαγμένη όμως με ένα άλλο σκεπτικό.

Αφιέρωμα στον Paul Robeson μία από τις πιο αντισυμβατικές και ένας από τους ελάχιστους καλλιτέχνες που ήρθαν σε ανοιχτή σύγκρουση με την Επιτροπή Αντιαμερικάνικων Ενεργείων.

Τέλη Γενάρη της χρονιάς που μας πέρασε ο Pete Seeger o άνθρωπος που κυριολεκτικά άλλαξε το πως να αντιλαμβανόμαστε τις λαικές μουσικές άφησε τούτο τον αισχρό αλλά όμορφο πλανήτη πλήρης ημερών. Μέσα στις επόμενες μέρες στήσαμε με τον συμπαραγωγό Σπύρο Καλετσάνο ένα τρίωρο εξαντλητικό αφιέρωμα. Θα το βρείτε σε δύο μέρη εδώ και εδώ.

Μια μικρή απόπειρα μελέτης του φαινομένου των hoboes που κρατά για πάνω από 150 χρόνια στις ΗΠΑ, σε μια προσπάθεια να μαζευτούν οι πιο σημαντικές αναφορές στη μουσική και με κάποιες κοινωνικοπολιτικές νύξεις για την σημασία του. Εδώ.

Μία μάλλον ενδιαφέρουσα συζήτηση-συνέντευξη με τον σκηνοθέτη του ντοκιμαντέρ Palikari – Louis Tikas And the Ludlow Massacre. Εδώ.

Και τέλος, προς το παρόν, με μια όσο το δυνατόν πιο πλήρη συλλογή των καλύτερων εκτελέσεων του γνωστού Which Side Are You On και μια απόπειρα να περιγράψουμε τη διαδρομή του τραγουδιού μέσα στο χρόνο. Εδώ.

Κλείνοντας με έναν τρόπο, θα ήθελα να ευχαριστήσω όλους όσους και όλες όσες ακούσατε, κάνατε παρατηρήσεις, ερωτήσεις, υποδείξεις, συνδέσεις με πράγματα που δεν γνώριζα και δείξατε ενδιαφέρον. Ήταν όλα εξαιρετικά χρήσιμα είτε το ξέρετε είτε όχι. Καλή ακροάση λοιπόν, και συνεχίζουμε.

A rose is a rose is a rose is a rose?

Αν δεν μπορούν να χορέψουν πάνω στο τραπέζι μου τριαντάφυλλα, τότε δεν είναι η επανάσταση μου.

Αιμιλία Χρυσοπούλου

Στη βόρεια άκρη της πολιτείας της Μασσαχουσέτης βρίσκεται απλωμένη, δίπλα στις όχθες του ποταμού Merrimack το Lawrence. Η περιοχή, που αργότερα θα χτιστεί η πόλη, αγοράστηκε το 1845, από την λεγόμενη Essex Company η οποία δεν ήταν κάτι άλλο από ένα συνεταιρισμό βιομηχάνων της περιοχής.  Ο συνεταιρισμός αυτός σκοπό είχε να φτιάξει ένα σταθμό παροχής νερού και ενέργειας δίπλα στο ποτάμι. Φτιάχτηκαν κάποιες πρώτες εγκαταστάσεις, οικοδομήθηκαν κάποια εργοστάσια υφαντουργίας (στα οποία είναι απαραίτητο το νερό) και έτσι, σιγά σιγά, άρχισε να αναπτύσσεται η υφαντουργία στην περιοχή. Αλλά για να αναπτυχθεί η βιομηχανία, χρειάζεται φυσικά και εργάτες οι οποίοι από τα μέσα προς τα τέλη του 19ου αιώνα, θα εισρεύσουν κατά χιλιάδες, κυρίως μετανάστες από άλλες χώρες αλλά και αμερικανοί της υπαίθρου. Αυτό θα έχει σαν αποτέλεσμα  η πόλη να γνωρίσει γιγαντιαία ανάπτυξη… Μάλιστα, ήταν τόση η εισροή μεταναστών και από τόσα πολλά μέρη του πλανήτη όπου η πόλη είχε κατοίκους από τα περισσότερα έθνη από κάθε άλλη πόλη του κόσμου, αποκτώντας το προσωνύμιο immigrant town. Οι συνθήκες στα υφαντουργεία ήταν πραγματικά άθλιες, όπως και οι μισθοί όπως και οι κατοικίες που ήταν άλλωστε ιδιοκτησία των βιομηχάνων. Ενδεικτικά να αναφέρουμε ότι το 1860 κατέρρευσε ένα ολόκληρο κτήριο μάλιστα σκοτώνοντας 146 εργάτες.

Στις αρχές του 20ου αιώνα το Lawrence είχε γίνει ένα τεράστιο πυκνοκατοικημένο (έκταση μόλις 6 τετραγωνικά μίλια) συγκρότημα αποτελούμενο από υφαντουργεία και άθλιες κατοικίες  για τις οποίες οι εργάτες έδιναν εώς και το 30% του μηνιαίου τους μισθού στους βιομηχάνους στους οποίους ανήκαν. Στο Lawrence εκείνη την περίοδο υπήρχαν 51 εθνότητες, η συντριπτική πλειοψηφία των εργατών στα υφαντουργεία ήταν ανειδίκευτες γυναίκες και παιδιά, στη μεγαλύτερη εταιρεία μάλιστα σχεδόν το 50% του εργατικού δυναμικού ήταν παιδιά ηλικίας 14 εώς 18 ετών. Συνολικά ο αριθμός των εργαζομένων στα υφαντουργεία έφτανε τις 40.000 από τους οποίους περίπου οι 1.000 ήταν ειδικευμένοι και οργανωμένοι στο παραδοσιακό και συντηρητικό συνδικάτο της AFL (American Federation of Labour). Οι συνθήκες εργασίας ίδιες και απαράλλαχτες σχεδόν εδώ και 50 χρόνια με την μόνη διαφορά ότι η εκμηχάνιση είχε επιταχύνει τους ρυθμούς εργασίας, είχε απωθήσει σχεδόν οποιαδήποτε ειδικευμένη εργασία στην άκρη και είχε καταντήσει την εργασία ένα συνεχές και μονότονο μεροκάματο.

Στις αρχές του 1912 εφαρμόζεται νόμος για την μείωση των ωρών εργασίας από 56 σε 54. Στο πρώτο βδομαδιάτικο στις 11 Γενάρη του ’12, δύο εργάτριες από την Πολωνία διαπιστώνουν ότι ο μισθός είναι λειψός κατά 32 cents. Αμέσως κλείνουν τα μηχανήματα και φωνάζοντας καλούν σε απεργία. Μέσα σε μια βδομάδα, οι απεργοί θα φτάσουν τις 20.000. Σχεδόν αμέσως, η IWW στέλνει δύο στελέχη της, τους τον Joseph Ettor και τον Arturo Giovanitti δύο ιταλούς μετανάστες, προκειμένου να οργανώσουν τους απεργούς.

breadandroses1

Η οργάνωση της απεργίας έχει πολλές δυσκολίες. Ανειδίκευτοι, σχεδόν όλοι χωρισμένοι σε δεκάδες διαφορετικές εθνότητες και ταυτόχρονα εργαζόμενοι σε διαφορετικές τυπικά επιχειρήσεις. Σύντομα, η απεργία θα απαντηθεί με καταστολή. Ο δήμαρχος της πόλης για πρώτη φορά στην ιστορία της χτυπά την καμπάνα του γενικού συναγερμού και η πολιτoφυλακή αναλαμβάνει να περιπολεί στους δρόμους του Lawrence. Σε απάντηση των περιπολίων δημιουργούνται για πρώτη φορά οι περιφρουρήσεις έξω από τους εργασιακούς χώρους: το picket line. Οι περιφρουρήσεις απαντήθηκαν με ρίψη νερού από τους εργοστασιάρχες μέσα στη βαρυχειμωνιά. Ωστόσο, η απεργία συνέχισε την ανάπτυξη της. Στήθηκαν απεργιακές επιτροπές ανά εθνότητα, δημιουργήθηκαν απεργιακά ταμεία από τα οποία ενισχύονταν οικονομικά οι εργάτριες και οι εργάτες, στήθηκαν απεργιακά συσσίτια, υπήρξε φροντίδα ώστε πολλά παιδιά να μεταφερθούν στη Νέα Υόρκη και να φιλοξενηθούν εκεί σε σπίτια αλληλέγγυων. Οι συγκρούσεις απεργών, πολιτοφυλακής, αστυνομίας και μπράβων των εργοστασιαρχών ήταν συχνά πολύ βίαιες και είχαν το αποτέλεσμα το θάνατο δύο απεργών. Στη μία περίπτωση μάλιστα, δόθηκε και η αφορμή ώστε να συλληφθούν οι Ettor και Giovanitti, οι οποίοι έμειναν φυλακισμένοι για 8 μήνες (και οι οποίοι αντικαταστάθηκαν από την Elizabeth Garley Flynn και τον Bill Haywood).

Η απεργία κράτησε δύο ολόκληρους μήνες μέσα σε έναν πολύ δύσκολο και βαρύ χειμώνα και οδήγησε σε νίκη των απεργών, των οποίων όλα σχεδόν τα αιτήματα ικανοποίησαν οι εργοστασιάρχες. Γρήγορα, σε όλη σχεδόν την ανατολική ακτή εφαρμόστηκαν οι συμφωνίες και οι μισθοί του Lawrence. Με τον καιρό βέβαια, και καθώς η οικονομία βυθίστηκε σε ύφεση λόγω του πολέμου, πολλά από όσα κερδήθηκαν στο Lawrence ξαναχάθηκαν για πολλές εργάτριες και εργάτες.

Η σημασία της απεργίας του Lawrence είναι τεράστια, παρόλο που δεν ήταν η πρώτη φορά που εργάτριες στο συγκεκριμένο κλάδο είχαν απεργήσει με τέτοιους μαζικούς όρους ήταν όμως η πρώτη φορά που η μεγάλη πολυεθνική μάζα οργανώνεται, αποκτά πρόσωπο, χέρια και στόμα. Συγκροτείται, απεργεί και κυρίως νικάει. Ειδικά, σε μια στιγμή, ειδικά σε μια περίοδο που για τον επίσημο συνδικαλισμό ήταν αδύνατο να γίνει κάτι τέτοιο. Σημασία άλλωστε ποτέ δεν είχαν οι αντικειμενικές συνθήκες καθαυτές, σημασία είχαν οι κοινότητες των επιθυμιών ως διαμορφωτές των αντικειμενικών συνθηκών.

Οι εμπειρίες, τα συμπεράσματα, οι γνώσεις, η αυτοπεποίθηση, οι πολιτικές σημασίες, οι αξίες που δημιουργήθηκαν μέσα από αυτόν τον αγώνα υπήρξαν καταλυτικά μέσα στην περαιτέρω ανάπτυξη των αγώνων στις ΕΠΑ τα επόμενα χρόνια.

breadandroses2

Από αυτή την απεργία ξεπήδησε το σύνθημα “Bread and Roses”. Η λαϊκή μυθολογία θέλει τις εργάτριες και τους εργάτες που απεργούσαν να γράφουν σε πλακάτ “Θέλουμε ψωμί αλλά θέλουμε και τριαντάφυλλα επίσης”. Κάτι τέτοιο ωστόσο, δεν επιβεβαιώνεται. Η φράση παρόλα αυτά είχε ειπωθεί εκείνη την περίοδο από την Rose (σύμπτωση;) Schneiderman. Η Schneiderman γεννήθηκε σε μια εβραϊκή οικογένεια στην υπό Ρώσικη κατοχή Πολωνία και μετανάστευσε στις ΕΠΑ στα τέλη του 19ου, γρήγορα άρχισε να είναι δραστήρια συνδικαλιστικά. Υπήρξε από τις πρώτες που οργάνωσε συνδικαλιστικά γυναίκες σε μια εποχή που τα περισσότερα σωματεία δεν τις δεχόταν καν ως μέλη τους. Ήταν από τις πιο ενεργές αγωνίστριες στην “Εξέγερση των 20.000” –όπως έμεινε γνωστή αργότερα η απεργία. H απεργία αυτή έλαβε χώρα το 1909 στη Νέα Υόρκη, όπου 20.000 εργάτριες και εργάτες στα υφαντουργεία, κυρίως εβραϊκής καταγωγής, κατάφεραν να κερδίσουν υψηλότερους μισθούς, καλύτερες συνθήκες εργασίας και λιγότερες ώρες δουλειάς. Το 1912 σε ένα λόγο της η Schneiderman λέει –πολύ λιτά και απλά- τα εξής: “Αυτό που θέλει μια εργάτρια είναι το δικαίωμα της να ζει, όχι απλά να υπάρχει – το δικαίωμα στη ζωή όπως έχει και μία πλούσια γυναίκα δικαίωμα στη ζωή, στον ήλιο, στη μουσική και την τέχνη. Δεν έχετε τίποτα στο οποίο να μην έχει δικαίωμα και η τελευταία εργάτρια. Η εργάτρια πρέπει να έχει ψωμί, αλλά πρέπει να έχει και τριαντάφυλλα, επίσης.”

Η φράση για πρώτη φορά αποδίδεται στις εργάτριες του Lawrence to 1915 σε μία συλλογή με ποιήματα που επιμελήθηκε ο Upton Sinclair, ένας εξαιρετικά δημοφιλής σοσιαλιστής συγγραφέας. Η πρώτη όμως εμφάνιση της φράσης έγινε τρία χρόνια πιο πριν στο ομώνυμο ποίημα του James Oppenheim, αν και εκεί το ποίημα αφιερώνεται στις γυναίκες συνδικαλίστριες του Σικάγο.

Το ποίημα είναι αυτό εδώ:

As we come marching, marching in the beauty of the day,
A million darkened kitchens, a thousand mill lofts gray,
Are touched with all the radiance that a sudden sun discloses,
For the people hear us singing: «Bread and roses! Bread and roses!»
As we come marching, marching, we battle too for men,
For they are women’s children, and we mother them again.
Our lives shall not be sweated from birth until life closes;
Hearts starve as well as bodies; give us bread, but give us roses!
As we come marching, marching, unnumbered women dead
Go crying through our singing their ancient cry for bread.
Small art and love and beauty their drudging spirits knew.
Yes, it is bread we fight for — but we fight for roses, too!
As we come marching, marching, we bring the greater days.
The rising of the women means the rising of the race.
No more the drudge and idler — ten that toil where one reposes,
But a sharing of life’s glories: Bread and roses! Bread and roses!

Πολωνοεβραία λοιπόν, η Scneiderman, συνδικαλίστρια στην υφαντουργία, πολωνοεβραίες και εκείνες οι πρώτες δύο γυναίκες στο Lawrence, που πρώτες έκλεισαν τις κλωστικές μηχανές. Ψωμί και τριαντάφυλλα, δύο έννοιες διατυπωμένες διαφορετικά, σε ένα λόγο, σε ένα πλακάτ, σε ένα ποίημα, σε ένα τραγούδι.

Μία άγρια απεργία για 37 cents. Για μερικές φραντζόλες ψωμί. Ένα κείμενο για την αναγκαιότητα αυτού ακριβώς του ψωμιού. Ένα σύνθημα -μπορεί και όχι, έχει σημασία;- που ζητά από αυτόν τον κόσμο, από αυτή τη ζωή και ψωμί και τριαντάφυλλα. Ένα σύνθημα που γίνεται τραγούδι. Ένα σύνθημα-ψωμί που το μετατρέπουμε εμείς σε ένα τραγούδι-τριαντάφυλλο. Και εδώ είναι η δύναμη μας. Εδώ είναι εκείνη η δύναμη “που δεν υπάρχει μεγαλύτερη της κάτω από τον ήλιο” σε έναν κόσμο που αδυνατεί να προσφέρει τραγούδια, φτιάχνει τα τραγούδια μόνη της. Εδώ είναι εκείνη η συλλογική ευφυΐα που μετατρέπει το ίδιο το ψωμί σε τριαντάφυλλο. Εδώ είναι εκείνη η συλλογική ευφυΐα που μετατρέπει τον ίδιο τον αγώνα σε ομορφιά, σε παρηγορητικό, σε επουλωτική αλοιφή, σε ένα κομμένο τριαντάφυλλο ενός κήπου σε ένα γκρίζο προάστιο που κάποιος χαρίζει σε κάποιον, κάποια σε κάποια, κάποιος σε κάποιαν και κάποια σε κάποιον.

Και είναι το τριαντάφυλλο αυτό το ίδιο ο φορέας αυτής της κίνησης. Είναι το τριαντάφυλλο διεαυτόν που κυκλοφορεί. Όπως ακριβώς και η τάξη μας πρέπει να υπάρχει διεαυτήν. Ταυτόχρονα όμως είναι και το ψωμί εκείνο ακριβώς το οποίο δίνει μορφή και περιεχόμενο στο τριαντάφυλλο. Διαλεκτική συνήθως το λένε. Ένα μπουκέτο τριαντάφυλλα δίπλα σε μια αχνιστή φραντζόλα έχει άλλη γεύση, ακριβώς όπως η φραντζόλα έχει άλλο άρωμα.

Και εδώ είναι το σημείο που η κυρία Gertrude Stein θα έρθει να διαφωνήσει κάθετα δηλώνοντας: “Ένα τριαντάφυλλο είναι ένα τριαντάφυλλο είναι ένα τριαντάφυλλο είναι ένα τριαντάφυλλο.” Ας μας επιτραπεί να της δώσουμε την απάντηση ότι ένα τριαντάφυλλο δεν είναι ποτέ ένα τριαντάφυλλο. Κάτι συνοδεύει, από κάτι συνοδεύεται. Κάτι πάντα θα τονίζει, σε μία λέξη σε μία πρόταση, σε μια παράγραφο, σε ένα βιβλίο που χαρίζεται. Πάντα. Νυν και αεί.

Και εις τους αιώνας των αιώνων, πιο συγκεκριμένα βέβαια στον 19ο αιώνα όπου το 1867 γεννιέται στο Λονδίνο ο Ernest Dowson. Υπήρξε λογοτέχνης ο οποίος συνδέθηκε με το ρεύμα των Decadents και φίλος του Oscar Wilde. Δεν έγραψε πάρα πολλά πράγματα και πέθανε σχετικά νέος το 1900… Ανάμεσα στα πιο γνωστά του ποιήματα είναι και αυτό εδώ (φυσικά το αφήνω αμετάφραστο):

They are not long, the weeping and the laughter,
Love and desire and hate;
I think they have no portion in us after
We pass the gate.

They are not long, the days of wine and roses:
Out of a misty dream
Our path emerges for a while, then closes
Within a dream.

To οποίο ποίημα αυτό μας χάρισε τη φράση “The days of wine and roses” (ο ίδιος ποιητής παρεμπιπτόντως μας έχει χαρίσει και την έκφραση “gone with the wind”), η οποία φράση αποτελεί έναν συμβολισμό μιας εποχής όπου κάπου ανήκες και κάτι σου άνηκε. Όπου σου άνηκαν οι μέρες, ο οίνος και τα ρόδα. Η έκφραση έχει χρησιμοποιηθεί σε μία νουβέλα, που αργότερα έγινε ταινία του Blake Edwards σε soundtrack του Henry Mancini με ένα ομώνυμο μάλιστα τραγούδι, και έχει τέλος πάντων πλείστες όσες αναφορές σε διάφορα πολιτιστικά σημεία, σταυροδρόμια και κρυφές γωνίες.

breadandroses3

Μία από αυτές τις γωνίες βρίσκεται στο Los Angeles της California, όπου θα μαζευτούν η Kendra Smith, o Steve Wynn, o Karl Precoda και ο Dennis Duck, για να σχηματίσουν τους Dream Syndicate, να ηχογραφήσουν το The Days Of Wine And Roses, και να σηματοδοτήσουν την συμβολή της ανατολικής ακτής των ΕΠΑ στην άρρητη, σκοτεινή αλλά ταυτόχρονα σαφέστατη και ολοφώτιστη μυστική υπόγεια σκηνή των 80’s. Δεν είμαι αυτός που θα γράψει εδώ τους επαίνους για αυτόν τον αριστουργηματικό δίσκο και τα αστραφτερά κομμάτια ακατέργαστου κάρβουνου που τον αποτελούν. Ούτε είμαι αυτός που θα κάτσει να μιλήσει για το πορτραίτο του καλλιτέχνη σε νεαρή ηλικία. Δεν τα χρειάζονται, άλλωστε μια χαρά μπορεί να σας τα πει αυτά ένας μουσικός δημοσιογράφος.

Και εδώ είναι η στιγμή αγαπητέ μου αναγνώστη, όπου ο συγγραφέας συνειδητοποιεί την αδυναμία του ως συγγραφέας. Και αποφασίζει να σταματήσει να είναι συγγραφέας. Στρίβει ένα τσιγάρο, γεμίζει με κρύα μπύρα το ποτήρι όσο ακόμα είναι ακόμα ζεστός ο καιρός. Και βάζει να ακούσει την ζωντανή εκτέλεση, από το δίσκο Live At Raji’s, το τελευταίο live των Dream Syndicate, του τραγουδιού The days of wine and roses. Ακούει την οκτάλεπτη εκτέλεση μέχρι το 6ο περίπου λεπτό. Εκεί που ο Wynn σταματά το τζαμάρισμα. Εκεί που λέει “Stop!”. Εκεί που κρέμεσαι για δύο δεύτερα. Εκεί ακριβώς, πριν ακουστεί μια κραυγή από το πλήθος που θα μπορούσε να είναι δική του. Σταματά και αυτός εκεί την ακρόαση. Αλλά όχι για δύο δεύτερα.

The days of wine and roses λοιπόν. Στέκεται και κοιτά αυτό το εκκρεμές. Όπου η κλωστή του είναι το τριαντάφυλλο και τα ακραία σημεία των ταλαντώσεων είναι το ψωμί και το κρασί. Ψωμί, κρασί και τριαντάφυλλα. Ψωμί για να μπορούμε να κινηθούμε, κρασί για να μπορούμε να σταθούμε λίγο. Και τριαντάφυλλα για να μπορούμε να χαρακτηρίζουμε όλες τις ενδιάμεσες κινήσεις μας, όλα τα ενδιάμεσα κινήματα, όλες τις ενδιάμεσες πράξεις μας και θεωρίες μας ως όμορφες. Τι είναι όμορφο; Τι είναι η ομορφιά; Έχει σημασία; Έχει νόημα να πω οτιδήποτε εγώ για ένα θέμα που έχει συζητηθεί εδώ και 3000 χρόνια; Όχι δεν έχει. Το μόνο που ίσως έχει μια κάποια σημασία είναι να σας πει είναι τι θέλει να κάνει όμορφο. Πού βρίσκει αυτός τις μικρές του ομορφιές.

Στον Ernest Dowson που οι όμορφες του μέρες χάνονται μέσα σε ένα όνειρο.

Στην Rose Schneiderman που οι μέρες της δεν έχουνε ούτε ψωμί και βγαίνει και από πάνω ζητώντας και τριαντάφυλλα.

Στις δύο ανώνυμες πολωνοεβραίες εργάτριες που έκαναν αυτό το τόσο απλό πραγματάκι που λέγεται απεργία αλλά και τόσο δύσκολο συνάμα.

Στους 20.000 απεργούς της Νέας Υόρκης και του Lawrence, γυναίκες, αγόρια, κορίτσια, άντρες.

Στο παρεάκι του Los Angeles που εκεί την εποχή του τέλους των ιδεολογιών, την εποχή του τέλους των μεγάλων αφηγήσεων, την εποχή που έμοιαζε να μην έχει τίποτα νόημα στο τέλμα του θεάματος, την εποχή όπου όλα είχαν τελειώσει μόνο και μόνο για να ξαναρχίσουν, την εποχή που όλα ήταν μετέωρα χωρίς καμία αναφορά, που όλα κενά νοήματος περιστρέφονταν σαν ζαλισμένα από το φως των λαμπτήρων του νέον έντομα, εκείνη την εποχή λοιπόν στις 31 Ιανουαρίου του 1988. Ο Steve σταμάτησε την μπάντα. Πήραν όλοι μια ανάσα. Αλλά μία ανάσα. Και ούρλιαξαν, ο καθένας όπως μπορούσε την αρχή του τέλους ενός επικείμενου χωρισμού. Την αρχή της αποξένωσης. Της αλλοτρίωσης μας. Από τον άλλον και από εμάς τους ίδιους. Ουρλιάζουν τη χαμένη οικειότητα προσπαθώντας να ανασύρουν την ανάμνηση της.

I’m just trying to remember the days of wine and roses…

Θα ήθελε, ο συγγραφέας που ποτέ δεν υπήρξε συγγραφέας και ούτε τώρα είναι, να υπήρχε μια Rose Schneiderman σήμερα για να έρθει και να προσθέσει στο ψωμί και τριαντάφυλλα και το κρασί. Και όλοι μαζί να μιλήσουμε για μέρες ψωμιού, κρασιού και τριανταφύλλων.

 Ως τότε ουρλιάζοντας με όλη του την ψυχή το καταιγιστικό τέλος εκείνης της ζωντανής εκτέλεσης δε θα προσπαθεί να θυμηθεί τις μέρες του οίνου και των ρόδων ενός παρελθόντος, αλλά θα προσπαθεί να παλεύω για τις μέρες του οίνου και των ρόδων ενός μέλλοντος.

Για μια μέρα που δε θα είναι μέρα αλλά η πιο μαύρη νύχτα που θα κοιμηθώ δίπλα της αλλά εγώ δε θα είμαι εγώ και αυτή δε θα είναι αυτή, όπου εγώ θα είμαι εμείς, και αυτή θα είναι πάλι εμείς.

Είναι απλό οι μέρες του ψωμιού, του κρασιού και των τριανταφύλλων είναι οι μέρες, όπου εμείς θα είμαστε εμείς θα είμαστε εμείς θα είμαστε εμείς.

Ουδείς άλλος μπορεί να ομορφύνει αυτόν τον κόσμο.

Από το Harlan στα Λιόσα…

Αυτός ο κόσμος είναι χωρισμένος σε δύο στρατόπεδα το ένα εκ των οποίων επιθυμεί την ολοκληρωτική καταστροφή του άλλου.

Είμαστε στις αρχές της δεκαετίας του ’30. Η κρίση έχει χτυπήσει την Αμερική σε όλα τα μήκη και σε όλα τα πλάτη. Η IWW πρακτικά πλέον δεν υπάρχει μιας και έχει διαλυθεί κάτω από το βάρος της κρατικής καταστολής και των πληρωμένων από τα αφεντικά συμμοριών. Την έχει διαδεχθεί το Κομμουνιστικό Κόμμα των ΗΠΑ, το οποίο αντλεί τη βασική του δύναμη από το όποιο κύρος της νεαρής τότε ΕΣΣΔ. Το New Deal δεν έχει ξεκινήσει ακόμα, ούτε και η άνοδος του αστικού ολοκληρωτισμού (φασισμοί, ναζισμοί κλπ).

Αλλά όλα αυτά μπορεί και να έμοιαζαν ψιλά γράμματα για τους 18.000 ανθρακωρύχους που ζούσαν και έμεναν στην επαρχία Harlan του Kentucky… Στις αρχές του ’31 τα αφεντικά στα ανθρακωρυχεία αποφάσισαν να προχωρήσουν σε μειώσεις στους μισθούς της τάξης του 10%, αμέσως οι ανθρακωρύχοι ξεκίνησαν απεργία βάζοντας και επιπλέον αιτήματα που αφορούσαν τις συνθήκες διαβίωσης και εργασίας. Η πρώτη και ιδιαίτερα έντονη περίοδος της ταξικής αυτής σύγκρουσης με οπλισμένες και τις δύο μεριές κράτησε μέχρι τον Ιούνη του ’31, όταν ο κυβερνήτης του Kentucky έστειλε την εθνοφρουρά να αφοπλίσει και τις δύο πλευρές.

Ο Sam Reece ήταν ένας από τους οργανωτές του συνδικάτου UMWΑ (United Mine Workers of America), τον οποίο ο σερίφης J. H. Blair και οι άντρες του, που είχαν όλοι τους προσληφθεί από τους ιδιοκτήτες, κυνήγησαν προκειμένου να τον “συλλάβουν”. Οι άντρες του σερίφη εισέβαλαν στο σπίτι της οικογένειας Reece, αλλά ο Sam είχε ειδοποιηθεί και κατάφερε να διαφύγει. Ωστόσο, η γυναίκα του Florence και τα παιδιά τους, όπως είναι φυσικό, τρομοκρατήθηκαν από αυτή την επίθεση.

Florence Reece

Εκείνο το βράδυ, η Florence μόνη της στο σπίτι, με τον άντρα της δραπέτη να τον κυνηγάνε οι τραμπούκοι των αφεντικών, να μην γνωρίζει αν είναι ζωντανός ή νεκρός, να μην ξέρει αν θα γυρίσει ή θα εξαφανιστεί για πάντα, εκείνο το βράδυ που η Florence ζώντας σε μια διαρκή αβεβαιότητα με την ίδια και τα παιδιά της φοβισμένα, πήρε ένα ημερολόγιο από το τοίχο της κουζίνας και παίρνοντας μία παραδοσιακή μελωδία της περιοχής (ακούτε απόσπασμα εδώ) γράφει με πολύ απλά λόγια ένα τραγούδι για την πιο βαθιά ρήξη αυτού του κόσμου, για τον πιο κάθετο και απόλυτο διαχωρισμό. Αυτόν των αφεντικών και των εργατών. Το τραγούδι είναι το Which side are you on? Το οποίο μέσα στην απλότητα του στέκεται με απόλυτη σαφήνεια, στέκεται με απόλυτη οργή, στέκεται με απόλυτη συνείδηση, στέκεται με απόλυτη ταξικότητα, στέκεται με την απόλυτη ενότητα της κοινότητας αγώνα απέναντι στην οικονομική, πολιτική και στρατιωτική βία της τάξης των αφεντικών. Και κερδίζει. Όπως κέρδισαν τελικά και οι αγώνες των ανθρακωρύχων της περιοχής έστω και μετά από 8 ολόκληρα χρόνια αγώνα (αυτό για να έχουμε και μια εικόνα του τι σημαίνει “δίνω έναν αγώνα…”).

Την πορεία του του τραγουδιού μέσα στην κοινότητα αγώνα της επαρχίας Harlan δεν μπορούμε να τη γνωρίζουμε. Υποθέτουμε ότι έγινε γνωστό σχετικά γρήγορα μέσα στους κόλπους της αν και μέχρι τότε δεν υπήρχε μάλλον λόγος ή μάλλον τρόπος το τραγούδι να βγει παραέξω. Αυτό που ξέρουμε είναι ότι το 1940 ο Pete Seeger μαζεύοντας εργατικά τραγούδια βρίσκει το Which side are you on? και την επόμενη χρονιά μαζί με τους Almanac Singers που τους αποτελούσαν μαζί με τον Seeger οι Millard Lampell, Lee Hays, και ο Woody Guthrie το ηχογραφούν για πρώτη φορά. Η ηχογράφηση που κυκλοφορεί της Florence Reece δεν είναι η πρώτη ηχογράφηση του τραγουδιού. Χωρίς να είμαι απόλυτα σίγουρος η ηχογράφηση από τη φωνή της Florence έγινε με αφορμή μια νέα απεργία στην επαρχία Harlan το 1974 και το γύρισμα του σχετικού ντοκιμαντέρ της Barbara Kopple Harlan County USA. Ας ξαναγυρίσουμε όμως στο 1941 και την πρώτη ηχογράφηση του τραγουδιού, η οποία έγινε και η αιτία να γίνει το τραγούδι γνωστό σε έναν πιο ευρύ κύκλο ανθρώπων. Οι ίδιοι οι Almanac Singers θα είναι και αυτοί που θα το αλλάξουν για πρώτη φορά με αφορμή μια απεργία ναυτεργατών, όπου και θα προσαρμόσουν τους στίχους ανάλογα. Ύστερα από αυτό το τραγούδι θα παραμείνει για πολλά χρόνια θαμμένο σα σπόρος και σχεδόν αποκλειστικά στους κόλπους της folk μουσικής. Οι εμπρηστικοί του στίχοι σε αντίθεση με την πολύ πιασάρικη μελωδία του το κάνουν λίγο άβολο σαν τραγούδι, και αν αναλογιστεί κανείς τα χρόνια του Red Scare μπορεί εύκολα να καταλάβει κανείς γιατί το τραγούδι περιέπεσε σε μια σχετική αφάνεια. Αλλά δεν είναι μόνο αυτοί οι λόγοι. Το τραγούδι είναι μια αυθεντική punk κραυγή 40 χρόνια πριν το punk. Είναι ένα τραγούδι που επιτίθεται στο ακροατήριο του. Ένα τραγούδι το οποίο δεν κανακεύει αυτούς που το ακούνε αλλά αντιθέτως τους καλεί να πάρουνε θέση. Όχι να πουν μια γνώμη, όχι να ταχθούν θετικά ή αρνητικά πάνω σε ένα θέμα, αλλά αντιθέτως λέει: Κοίταξε να δεις, εδώ υπάρχει ένας ολοκληρωτικός ταξικός πόλεμος, πάρε θέση, δεν έχεις περιθώρια. Με αυτή τη σημασία είναι και ένα επιθετικό τραγούδι. Και με αυτή τη σημασία στέκεται στα άκρα. Και με αυτή τη σημασία το αγαπάμε.

Almanac Singers

Οι μόνοι που τις δεκαετίες που ακολούθησαν το τραγουδούσαν ήταν καλλιτέχνες της folk (και ο Seeger φυσικά) αλλά και τα κινήματα… Είναι εντυπωσιακό που σχεδόν μέχρι το ’80 οι μόνες ηχογραφήσεις που υπάρχουν είναι από τον Seeger (είτε με τους Weavers είτε μόνος του) και τους SNCC Freedom Singers η οποίοι ήταν οι vocal band του Student Nonviolent Coordinating Committee από το Albany της Georgia.

Θα πρέπει να περάσουνε οι δεκαετίες, η μουσική βιομηχανία να αναπτυχθεί, να ηττηθούν τα κινήματα του ’60 (ή να νικήσουν χάνοντας, ή να χάσουν νικώντας) προκειμένου το τραγούδι να αποκτήσει μία νέα δυναμική. Υπεύθυνος για αυτό ο αγαπημένος αντιπαθής Billy Bragg οποίος το ηχογραφεί για το EP Between the Wars κατά τη διάρκεια της μεγάλης απεργίας των βρετανών ανθρακωρύχων διασκευάζοντας το προκειμένου να ταιριάζει στην περίπτωση. Την ίδια περίοδο πάλι στην Βρετανία o ο Σκοτσέζος τραγουδιστής της folk Dick Gaughan θα το διασκευάσει πάλι με αφορμή την απεργία αυτή. Απο αυτόν θα το πάρουνε λίγο αργότερα το 1987 οι επίσης Σκοτσέζοι Deacon Blue οι οποίοι θα είναι και οι πρώτοι Βρετανοί που θα πουν σχεδόν τους αυθεντικούς στίχους, και λέω σχεδόν επειδή στο τέλος έχουνε προσθέσει μια τελευταία στροφή δική τους έμπνευσης (όχι κακή πάντως).

Billy Bragg

Η αγγλική άνοιξη του τραγουδιού είχε να κάνει προφανώς με τη συγκυρία και την απεργία των ανθρακωρύχων, αλλά είναι καμιά 15αριά χρόνια αργότερα όπου το τραγούδι ξαναγίνεται επίκαιρο με μια σειρά διασκευών που θα έλεγε κανείς ότι καλύπτει σχεδόν τα πάντα. Την αρχή την έκαναν οι Dropkick Murphys το 2001 στο Sing out loud! Sing out proud! και από κει δύο χρόνια αργότερα η Natalie Merchant στην πλέον απαράδεκτη και ξεψυχισμένη γυναικεία εκτέλεση του τραγουδιού. Η Merchant παρόλο που δεν έχει κακές προθέσεις και παρόλο που μουσικά το κομμάτι είναι εξαίσιο, ωστόσο του αφαιρεί κάθε αιχμή και κάθε ακίδα, παίρνει το ακατέργαστο ξύλο του τραγουδιού, το πλανάρει, το βερνικώνει και το γυαλίζει τρεις φορές το δευτερόλεπτο. Τη δόξα της ζήλεψε μάλλον και ο Tom Morello που καταφέρνει να κάνει, το 2011 μάλιστα, μια ακόμα πιο άνευρη εκτέλεση του τραγουδιού. Σε αυτήν την κατηγορία ανήκει και το δικό μας, συμπαθέστατο κατα τ’ άλλα κορίτσι η Νατάσα Μποφίλιου, η οποία ξεπερνάει σε γυάλισμα την Natalie στη γνωστή live εκτέλεση στο Πάρκο Τρίτση… Και εδώ περίπου είναι και το πρόβλημα. Στην εποχή του ύστερου μεταμοντερνισμού το νόημα, που έτσι και αλλιώς ολισθαίνει, είναι καμένο από χέρι. Στην προσπάθεια της η μηχανή να το δαγκώσει, να το μασήσει και να το καταπιεί προκειμένου να το μετατρέψει σε εμπόρευμα, δεν υπάρχει τίποτα να την εμποδίσει εκτός από την διαλεκτική σχέση μορφής και περιεχομένου. Με αυτή την έννοια ο συνδυασμός επιθετικών μουσικών μορφών ή έστω δύσπεπτων σε ένα τραγούδι με κατεξοχήν επιθετικό χαρακτήρα είναι η γραμμή άμυνας, είναι το αγκάθι στο ψάρι και το κόκκαλο στο κρέας. Μην τα κάνουμε σούπα λοιπόν… Υπό αυτό το πρίσμα προτιμάμε πολύ περισσότερο την ανέμπνευστη street ska punk διασκευή των γερμανών Commandantes του 2006 από τα γυαλισμένα παγάκια της διαφήμισης του Johnie Walker.

Και ενώ το 2000 ξεκίνησε με την άγρια διασκευή των Dropkick Murphys και έμοιαζε ευοίωνο αλλά μας ξενέρωσε μετά θα έπρεπε να μπούμε στα 10’s για να ακούσουμε κάποια σοβαρή διασκευή. Έτσι μόνο μέσα στο 2012 έπαιξαν 3 διασκευές του τραγουδιού. Η πρώτη από την πολύ αγαπητή Ani DiFranco η οποία παρ’ όλες τις πολιτικές διαφωνίες με τους στίχους -κλείνει στην ψύχρα το μάτι στον φιλοτσιπρικό Obama- έχει κάνει την πιο αιχμηρή διασκευή του τραγουδιού μαζί με τους Dropkick Murphys και τον Billy Bragg. Ωστόσο μια από τις καλύτερες διασκευές του τραγουδιού όχι μόνο για το 2012 αλλά γενικώς είναι αυτή των Panopticon από το Louisville του Kentucky (όπου στις γύρω πολιτείες γενικώς ανθεί η σημερινή folk punk σκηνή), μια one man band ατμοσφαιρικού heavy metal αναρχικών πεποιθήσεων με αναφορές στο crust, στη folk και σε κάποια άλλα μεταλλικά πράγματα που εγώ δεν τα καταλαβαίνω.

B. Dolan

Και για το τέλος θα κλείσουμε με το hip hop με δύο αναφορές. Η πρώτη είναι οι Rebel Diaz χιλιανοί μετανάστες στο Σικάγο με ενεργή δράση στην κοινότητα τους που το 2008 σάμπλαραν την ηχογράφηση των SNCC Freedom Singers και μας έδωσαν μια σπινταριστή εκδοχή του τραγουδιού που αγαπήσαμε. Ο δεύτερος είναι η πολύ πρόσφατη ανακάλυψη μου και η αιτία αυτής εδώ της ανάρτησης. Είναι ο B. Dolan που με ένα bluegrass hip hop χτυπάει στεγνά την macho αρρενοπώτητα, το μισογυνισμό και την ομοφοβία στο hip hop και φτιάχνει μια συγκλονιστική εκτέλεση, που τραβάει και ενώνει γραμμές, που συνδυάζει αγώνες, αιτήματα και κινήματα που κρατάει ολοζώντανη όλη την μεγάλη παράδοση (και) μουσικής αμφισβήτησης των κινημάτων των ΗΠΑ.

Και έτσι ερχόμαστε στο τέλος αυτού που δεν τελειώνει ποτέ, παρά μόνο για να αφήσει στην άκρη του να σταθεί ένα σημείο στίξης… θαυμαστικό, τελεία, κόμμα, άνω τελεία ή ερωτηματικό. Κυρίως ερωτηματικό θα έλεγα…

Όλα συνεχίζονται. Αλλά αυτό το ξέρετε ήδη.

The Preacher and the Wage

O Arthur Boose ηγετικό στέλεχος της IWW μιλάει στο πλήθος στην άκρη του δρόμου.

O Arthur Boose ηγετικό στέλεχος της IWW μιλάει στο πλήθος στην άκρη του δρόμου.

Το The Preacher And The Slave είναι ίσως το πιο γνωστό τραγούδι του Joe Hill μένοντας ζωντανό σε πολλές γενιές πολιτικοποιημένων καλλιτεχνών… Από τον Pete Seeger στην Joan Baez, και απο τον Utah Phillips στους Mischief Brew… Και συνεχίζει εδώ και έναν αιώνα να παραμένει επίκαιρο.

Ας πάμε όμως λίγο πίσω στο χρόνο.

Ο Στρατός της Σωτηρίας (Salvation Army) είναι μία από τις πιο παλιές φιλανθρωπικές-θρησκευτικές οργανώσεις του πλανήτη. Ιδρύθηκε το 1865 στην Αγγλία, έχει στρατιωτική δομή και ο στόχος της είναι να κάνει φιλανθρωπίες στους φτωχούς. Σήμερα έχει παραρτήματα σε 125 χώρες και αρκετές χιλιάδες εργαζόμενους και μέλη. Για τον Στρατό της Σωτηρίας ήταν συνηθισμένη πρακτική να στέκεται στην άκρη του δρόμου ή σε κάποια πλατεία και η μπάντα να παίζει ύμνους πριν και μετά από τα κηρύγματα και έτσι να μαζεύει δωρεές. Κάνοντας φυσικά και την ανάλογη θρησκευτική προπαγάνδα… (Εδώ ένα βίντεο του Στρατού της Σωτηρίας από το 1956 στην California.)

Ο δημόσιος χώρος όμως εκτός από χώρος κυκλοφορίας ανθρώπων και εμπορευμάτων είναι και πεδίο αντιφάσεων αλλά φυσικά και αναγκαστικά και πεδίο συγκρούσεων έτσι και αλλιώς. Η IWW φυσικά και αυτονόητα προπαγάνδιζε το λόγο της και στη δημόσια σφαίρα, στους δρόμους και τις πλατείες. Ένα δικαίωμα και ένας χώρος που τον διεκδίκησε και τον κέρδισε παρόλη την άγρια καταστολή που δέχτηκε και η οποία πυροδότησε τους αγώνες για την ελευθερία του λόγου. (Θα αναφερθώ σε αυτούς ελπίζω στο μέλλον.) Ωστόσο, πριν από την αστυνομική καταστολή οι wobblies στο San Pedro της California αντιμετώπιζαν ένα άλλο πρόβλημα: τον Στρατό της Σωτηρίας, ο οποίος όπως είπαμε είχε ολόκληρες ορχήστρες που παίζανε ύμνους και τραγούδια. Αυτή η κατάσταση είχε σαν αποτέλεσμα οι ομιλητές της IWW να μην ακούγονται… χώρια βέβαια το γεγονός της θρησκευτικής προπαγάνδας που τους έβρισκε σχεδόν εκ θέσεως αντίθετους.

Πάνω σε αυτό το πολιτικό και πρακτικό πρόβλημα ο Joe Hill και οι σύντροφοι του μηχανεύονται το εξής: σκαρώνουν ένα τραγούδι πάνω στη μελωδία που έπαιζε η ορχήστρα του Στρατού της Σωτηρίας (και η οποία ειναι ο ύμνος In the Sweet By-And-By) και με αυτόν τον τρόπο χρησιμοποιούν τη μουσική των απέναντι και για να περάσουν το δικό τους μήνυμα αλλά και για να πραγματοποιήσουν τις ομιλίες τους.

Εκεί λοιπόν γύρω στα 1910 στους δρόμους του San Pedro όπου ζούσε και ήταν δραστήριος o Joe Hill, μαζί με τους συντρόφους και συντρόφισσες του στέκεται στο απέναντι πεζοδρόμιο από την ορχήστρα του Στρατού της Σωτηρίας και τραγουδάνε όλοι μαζί:

Παπάδες με μακριά μαλλιά βγαίνουν κάθε βράδυ
για να σου πουν τι είναι λάθος και τι σωστό
αλλά όταν τους ρωτάς τι θα φας
σου απαντάνε με γλυκές φωνές

Ρεφρέν

Θα φας αργότερα*
Σε αυτή την ένδοξη χώρα στον ουρανό
δουλειά και προσευχή, ζήσε με σανό
θα φας την πίτα στον ουρανό όταν πεθάνεις.

Ο στρατός της πείνας (λογοπαίγνιο Starvation army στα αγγλικά) παίζει
τραγουδούν, χειροκροτούν και προσεύχονται
μέχρι να σου πάρουν όλα τα λεφτά στην τσέπη τους
και όταν μείνεις άφραγκος θα σου πουν:

Τσαρλατάνοι και γελωτοποιοί
ουρλιάζουν πηδάνε και κραυγάζουν
δώσε τα λεφτά σου στον Ιησού σου λένε
και θα γιατρέψει όλες τις αρρώστιες σήμερα

Αν παλεύεις σκληρά για τα παιδιά και τη γυναίκα σου
προσπαθώντας για κάτι καλό σε αυτή τη ζωή
είσαι αμαρτωλός και κακός άνθρωπος
και όταν πεθάνεις σίγουρα θα πας στην κόλαση.

Εργάτες όλου του κόσμου ενωθείτε
και πολεμήστε πλάι πλάι για την ελευθερία
και όταν κερδίσουμε τον κόσμο και τον πλούτο του
θα τραγουδήσουμε στους ύπουλους κερδοσκόπους αυτό το ρεφρέν

(Τελευταίο ρεφρέν)

Θα φας αργότερα
όταν μάθεις να ψήνεις και να τηγανίζεις
κόψε κάνα ξύλο καλό θα σου κάνει
και θα φας κάποια στιγμή στο γλυκό μέλλον.

* εδώ γίνεται λογοπαίγνιο. Βy-and-by που είναι στο πρωτότυπο θα πει σύντομα στο μέλλον, οσονούπω αλλά ο Hill το γράφει bye-and-bye το οποίο παίζει με το αντίο και που θα μπορούσε να αποδοθεί με φράσεις που μεταφέρουν κάτι σε ένα απίθανο μέλλον… Κάπως έτσι τέλος πάντων και με κάθε επιφύλαξη.

Το τραγούδι καταρχήν έρχεται να συναντηθεί, όπως πολύ εύκολα καταλαβαίνει κανείς, με την μεγάλη αντικληρική παράδοση των επαναστατικών κινημάτων. Αλλά αυτό είναι μόνο το πρώτο επίπεδο. Άλλωστε εδώ εξετάζουμε πολύ περισσότερο το τραγούδι σαν κίνηση, σαν διαδικασία, σαν χειρονομία παρά σαν καλλιτεχνικό δημιούργημα. Σχεδόν αναγκαστικά θα πρέπει να αναφερθούμε και πάλι στους καταστασιακούς και να προσπαθήσουμε να φανταστούμε τη στιγμή που ξεκινά η μπάντα του Στρατού της Σωτηρίας να παίζει ενώ την ίδια στιγμή οι wobblies πιάνουν το τραγούδι σαν δημιουργία μιας κατάστασης (με τους όρους της Καταστασιακής Διεθνούς η λέξη). Αλήθεια άραγε τι συναισθήματα γέννησε αυτή η κατάσταση στα δύο αντίπαλα στρατόπεδα; Σίγουρα αφάνταστη χαρά στους wobblies που οι γκαρίδες τους επιτέλους ακούγονταν πάνω από τους θρησκευτικούς ύμνους. Και προφανώς αμηχανία και ίσως οργή στους στρατιώτες της Σωτηρίας. Το μεγάλο όμως ζητούμενο είναι τι προκάλεσε σε αυτούς που άκουγαν εκείνη τη στιγμή το Στρατό της Σωτηρίας να παίζει και τους wobblies να τραγουδάνε. Αυτό δε θα το μάθουμε ίσως ποτέ. Και εκεί είναι το ενδιαφέρον και εκεί το ζητούμενο.

Το The Preacher and the Slave είναι η επιτομή της προλεταριακής εφευρετικότητας, ταλέντου, ευφυίας και ταξικού μίσους. Μέσα σε μια δυσχερή αντικειμενική συνθήκη επινοεί όχι μόνο έναν άλλο τρόπο να μιλήσει αλλά και έναν νέο τρόπο να μιλήσει. Νέο τρόπο και στο περιεχόμενο του και στη μορφή του. Ακόμα πιο πέρα χρησιμοποιεί το εμπόδιο που της μπαίνει ως εργαλείο. Το χρησιμοποιεί και κερδίζει με συντριπτικά κατάγματα την αντίπαλη φωνή. Και αυτή η χρήση δεν είναι απλά χρηστική, όπως ας πούμε θα πάρεις το όπλο από έναν μπάτσο και θα του το κοπανήσεις στην κεφαλή. Είναι απαλλοτρίωση. Η μουσική γίνεται μέσο αναπαραγωγής του λόγου μας που απαλλοτριώνεται. Δική μας για να την δουλεύουμε και να μας ανήκει. Δε θα το ανοίξω άλλο το θέμα προς το παρόν όπτε σταματάω εδώ.

Δεν μπορώ να αποφύγω μία αναγωγή στο σήμερα. Ας πούμε δε θα ήταν πολύ χρήσιμη μια παρωδία του εθνικού μας ύμνου; Δε θα είχε και πολύ ενδιαφέρον να γράφαμε άλλους στίχους για το “Περνάει ο στρατός της Ελλάδας φρουρός;” Δε θα διασκεδάζαμε και λίγο αν λεηλατούσαμε και σε αυτό το πεδίο τα ιερά τους λάβαρα;

Κλείνουμε με μια αφιέρωση. Είναι οι Mischief Brew στο Preacher and the Slave και είναι αφιερωμένο εξαιρετικά στο Στρατό της Σωτηρίας της χώρας.

Ο πολεμικός ύμνος του συνδικαλισμού

Στις δύο προηγούμενες αναρτήσεις, έπιασα 2 τραγούδια και τα “εξιστόρησα” σαν ένα πεδίο διαλεκτικού γίγνεσθαι. Ή τέλος πάντων αυτό προσπάθησα να κάνω… Να δείξω δηλαδή τις μελωδίες ως το πεδίο το οποίο λάμβανε χώρα η σύγκρουση και τα λόγια ως τους στρατιώτες οι οποίοι διεξήγαγαν τη σύγκρουση. Στο πρώτο μας τραγούδι το κέντρο ήταν ο αντιαποικιοκρατικός αγώνας των αμερικάνων και ο αντιαποικιοκρατικός αγώνας κατά των αμερικάνων. Στο δεύτερο κινηθήκαμε στον πυρήνα της πιο κεντρικής αντίφασης της εργατικής τάξης: αυτήν της μισθωτής σχέσης, και του πως ένα τραγούδι που εξυμνεί έναν καλό εργάτη μετατρέπεται σε ένα τραγούδι ενάντια στους καλούς εργάτες. Στο τρίτο τραγούδι που θα πιάσουμε εδώ θα φέρουμε στο φως την καθαρή ταξική πάλη εντός ενός τραγουδιού. Και του πως η ίδια μελωδία ταξιδεύει μέσα στις δεκαετίες για να οπλίσει διαφορετικά στόματα κάθε φορά.

Θα αρχίσουμε από το σημείο που αρχίζει κάθε κοινωνική δημιουργία. Το σημείο αυτό είναι πάντα η στιγμή που πολλοί άνθρωποι αποφασίζουν να κάνουν από κοινού κάτι. Σε αυτή την ιστορία αυτή η στιγμή είναι τα camp meetings. Το πιο κοντινό πράγμα που έχουμε εμείς εδώ στα camp meetings είναι μάλλον τα πανηγύρια. Τα camp meetings ήταν μαζέματα, συγκεντρώσεις ως επί το πλείστον θρησκευτικού περιεχομένου των αποίκων. Το περιεχόμενο τους ήταν επίσης ως επί το πλείστον κυρήγματα ιερέων και ομαδικά θρησκευτικά τραγούδια. Αλλά προφανώς υποθέτουμε ότι είχαν ένα ευρύτερο νόημα κοινωνικότητας. Αυτα τα camp meetings διοργανώνονταν από Βαπτιστές, Μεθοδιστές και λοιπά προτεσταντικά δόγματα προκειμένου να προσηλυτίσουν νέο κόσμο. Γενικώς από τα τέλη του 18ου αιώνα μέχρι και τα μέσα του 19ου ήταν πολύ διαδεδομένα σαν κοινωνική πρακτική και πολύ αποτελεσματικά μιας και χιλιάδες προσηλυτίζονταν στα διάφορα αυτά χριστιανικά δόγματα. Μια παρένθεση εδώ: ας μην ξεχνάμε ότι ακόμα εκείνη την περίοδο πολλά από τα δόγματα αυτά ευαγγελίζονταν και κοινωνικές αλλαγές σαν καθυστερημένη ίσως ηχώ των διάφορων δογμάτων που είχαν αναπτυχθεί δεκαετίες πριν στην γηραιά Ευρώπη.

Ο John Brown (1800-1859) αποτελεί μια πολύ ενδιαφέρουσα φιγούρα. Αποτέλεσε τον πρώτο υπέρμαχο της κατάργησης της δουλείας που καλούσε σε ένοπλη εξέγερση των σκλάβων. Η ιστορία του είναι αρκετά ενδιαφέρουσα σε κάθε περίπτωση. Από πολύ νεαρός ήταν ενεργός στο κίνημα για την κατάργηση της δουλείας και ενεργό μέλος του Underground Railway ενός δικτύου νομικής, υλικής, οικονομικής και τεχνικής υποστήριξης νέγρων φυγάδων από το Νότο. Η πιο σημαντική στιγμή του είναι η επιδρομή στο Harper’s Ferry της Δυτικής Virginia. Έχοντας συγκεντρώσει πριν μια ομάδα 19 μόλις ατόμων επιτέθηκε στο οπλοστάσιο της πόλης με σκοπό να πάρει τα όπλα που φυλασσόταν εκεί και να ξεκινήσει μια πορεία στις πολιτείες του Νότου απελευθερώνοντας και εξοπλίζοντας κατά τη διαδρομή τους σκλάβους. Κατέλαβε εύκολα το οπλοστάσιο μιας και το φύλαγε ένας και μόνο άντρας αλλά στη συνέχεια περικυκλώθηκε από πεζοναύτες και συνελήφθη. Στη συνέχεια δικάστηκε για προδοσία, καταδικάστηκε και τελικά κρεμάστηκε στις 2 Δεκεμβρίου του 1859. Η ηρωική του έφοδος και το τολμηρό του σχέδιο ενέπνευσε τους υπέρμαχους για την κατάργηση της δουλείας. Και αποτέλεσε τον προπομπό του αμερικάνικου εμφυλίου.

Τον Απρίλη του 1861 ξεκίνησε ο Αμερικάνικος Εμφύλιος Πόλεμος όταν εφτά πολιτείες του Νότου αποφάσισαν να αποσχιστούν από τις ΕΠΑ. Μετά από κάποιες συρράξεις στα σύνορα των αποσχισθέντων πολιτειών που οδήγησαν στην κατάληψη εδαφών της Ένωσης (των υπολοίπων πολιτειών των ΕΠΑ δηλ.) ο Λίνκολν κάλεσε εθελοντές να ανακαταλάβουν αυτά τα εδάφη και ουσιαστικά κύρηξε τον πόλεμο στην Συνομοσπονδία (οι πολιτείες του Νότου που αποσχίστηκαν). Αμέσως μετά άλλες τέσσερεις πολιτείες προσχωρούν στην Συνομοσπονδία ανεβάζοντας τον αριθμό τους στις έντεκα συνολικά πολιτείες.

Ένα μήνα αφού είχε ξεκινήσει ο εμφύλιος, σε κάποιο στρατόπεδο της Ένωσης ακούγεται το τραγούδι John Brown’s Body… Βασίστηκε σε μια μελωδία από έναν ύμνο των meeting camps το Say, Brothers, Will You Meet Us? το οποίο τυπώθηκε το 1858 (ή το 1856) και αποτελούσε εκείνη την περιόδο ένα από το πιο διαδεδομένα τραγούδια. Αρχικά το τραγούδι είναι συλλογική σύνθεση ενός συντάγματος στρατιωτών της Ένωσης και οι στίχοι του είναι αρκετά απλοί.

“Το σώμα του John Brown σαπίζει στον τάφο του
αλλά η ψυχή του συνεχίζει να μας οδηγεί”

Το τραγούδι γίνεται εξαιρετικά δημοφιλές στις τάξεις των στρατιωτών της Ένωσης και σύντομα εμφανίζονται στιχουργικά πιο λογοτεχνικές και πιο πολιτικές εκδοχές του. Όπως συνηθίζεται σε τέτοιου τύπου τραγούδια υπήρξαν αρκετές διαφορετικές εκδοχές. Ωστόσο ας κρατήσουμε σε πρώτη φάση ότι το τραγούδι στιχουργικά ήταν εμπρηστικό: Υπερασπιζόταν το πνεύμα του John Brown, της ένοπλης εξέγερσης των μαύρων, της απελευθέρωσης τους και της ισότητας. Και με αυτή τη σημασία διατηρήθηκε στις δεκαετίες που πέρασαν ως ένα τραγούδι υπέρ των δικαιωμάτων των μαύρων και των αγώνων τους για την ελευθερία κυρίως όμως από λευκούς συνοδοιπόρους τους.

Ας το ακούσουμε αρχικά από τον Pete Seeger στη μορφή που έχει φτάσει ως τις μέρες μας…

Μερικούς μήνες αργότερα η Julia Ward Howe ακούει το John Brown’s Body αλλά μάλλον δεν ήταν αρκετά θρησκευτικό για τα γούστα της. Και ίσως οι ακρότητες του John Brown να μην ήταν και πολύ αρεστές σε αυτήν. Έτσι ουσιαστικά παίρνει ένα κοινωνικοπολιτικό τραγούδι και το μετατρέπει σε μια θρησκευτική αλληγορία επί του πολέμου… Η αλήθεια του κυρίου είναι μαζί μας και το σπαθί της δικαιοσύνης του θα λάμψει και κάτι τέτοια. Λιγότερο πολιτικό και προφανώς με ακροατήριο και τις δύο μεριές του πολέμου μιας και η αλήθεια του Κυρίου μπορεί να ξεχειλωθεί πιο εύκολα από την αλήθεια του John Brown. Αυτό το τραγούδι έμεινε γνωστό ως τις μέρες μας σαν Battle Hymn Of The Republic.

Εδώ το ακούμε (στην πιο ανεκτή εκτέλεση που βρήκαμε) από τον Johnny Cash.

Ας αφήσουμε πίσω μας όλα αυτά. Ας αλλάξουμε αιώνα, ας αλλάξουμε ιστορικές συνθήκες και ας πάμε στους αγαπημένους μας wobblies.

O Ralph Chaplin (1887-1961) αποτελεί μια αρκετά ιδιάζουσα περίπτωση ανάμεσα στους wobblies. Συνδικαλιστής, οργανωτής απεργιών, εκδότης, δημοσιογράφος, ποιητής και σκιτσογράφος. Είναι υπεύθυνος ανάμεσα στα άλλα και για την σχεδίαση της θρυλικής μαύρης γάτας, ως σύμβολο των wildcat strikes, των άγριων απεργιών δηλαδή. Μετά την απελευθέρωση των ηγετικών μελών της IWW το 1919 (που είχαν συλληφθεί εξαιτίας της ενεργούς στάσης της οργάνωσης κατά του Α’ Παγκοσμίου Πολέμου) αρνήθηκε να ακολουθήσει τον Big Bill Haywood και άλλους wobblies στην ΕΣΣΔ και παρέμεινε στις ΕΠΑ και ενεργός πια μόνο στον συνδικαλισμό. Τη δεκαετία του ’30 απογοητευμένος από την εξέλιξη της Οκτωβριανής Επανάστασης ασχολήθηκε με το να προσπαθεί να αναχαιτίσει την κομμουνιστική επιρροή στα συνδικάτα. Προς το τέλος της ζωής του βαφτίστηκε ρωμαιοκαθολικός και ήταν ενεργός στο κίνημα για τα δικαιώματα των ιθαγενών Ινδιάνων. Πόσες πια αντιφάσεις σε έναν άνθρωπο;

Το 1915 ολοκληρώνει το πιο δημοφιλές ανάμεσα στο συνδικαλιστικό κίνημα Solidarity Forever. Το οποίο είναι το εξής:

(Εδώ από τον Utah Phillips).

Όταν η ιδέα του συνδικάτου θα είναι στο αίμα των εργατών
δε θα υπάρχει μεγαλύτερη δύναμη πουθενά κάτω από τον ήλιο
ωστόσο ποια δύναμη στη γη είναι πιο ανίσχυρη από την λειψή δύναμη του ενός
αλλά το σωματείο μας κάνει δυνατούς.

Πάντοτε αλληλεγγύη
επειδή το συνδικάτο μας κάνει δυνατούς

Υπάρχει κάτι κοινό με τα αχόρταγα παράσιτα
που θα μας καθυποτάξουν στην δουλοπαροικία και θα μας συντρίψουν με τη δύναμη τους;
Έχει μείνει τίποτα άλλο από το να οργανωθούμε και παλέψουμε;
Επειδή το συνδικάτο είναι που μας κάνει δυνατούς

Είμαστε εμείς που οργώνουμε τα λιβάδια, που φτιάχνουμε τις πόλεις που εμπορεύονται
σκάβουμε στα ορυχεία, χτίζουμε τα εργοστάσια και τους ατέλειωτους σιδηροδρόμους
Και τώρα στεκόμαστε απόβλητοι και πεινασμένοι ανάμεσα στα θαύματα που έχουμε φτιάξει.
Αλλά το σωματείο μας κάνει δυνατούς.

Όλος ο κόσμος που ανήκει στους τεμπέληδες κηφήνες είναι δικός μας και μόνο.
Έχουμε χτίσει τα βαθιά θεμέλια μέχρι τον ουρανό πέτρα πέτρα,
είναι δικά μας όχι για να τους είμαστε σκλάβοι αλλά για να τα δουλεύουμε και να μας ανήκουν,
καθώς το σωματείο μας κάνει δυνατούς.

Έχουνε πάρει αμύθητα πλούτη που δεν ίδρωσαν να τα αποκτήσουν,
αλλά χωρίς το μυαλό και τα χέρια μας ούτε μία ρόδα δε γυρνάει
μπορούμε να τσακίσουμε την αλαζονική τους δύναμη, και να κερδίσουμε την ελευθερία μας όταν μάθουμε
ότι το συνδικάτο μας κάνει δυνατούς

Στα χέρια μας υπάρχει μια δύναμη μεγαλύτερη από τα κρυμμένα τους χρυσάφια
μεγαλύτερη από τη δύναμη των στρατών μεγενθυμένη χίλιες φορές
μπορούμε να δημιουργήσουμε έναν καινούριο κόσμο στις στάχτες του καινούριου
επειδή το σωματείο μας κάνει δυνατούς.

Αυτό το τραγούδι παρόλο που ήταν γραμμένο ως τραγούδι της IWW πολύ γρήγορα γίνεται δημοφιλές σε όλο το συνδικαλιστικό κίνημα και στις ΕΠΑ και στον Καναδά αλλά και στην Αυστραλία, σε σημείο που και ο ίδιος ο Chaplin να ενοχλείται από αυτό το γεγονός λέγοντας ότι το τραγούδι δεν το έγραψε για να το τραγουδάνε κουστουμαρισμένοι συνδικαλιστές και ότι δεν αποτελεί καμιά πρόοδο ο συνδικαλισμός από σκοπός να μετατρέπεται σε επάγγελμα. Γενικώς, πάντως το τραγούδι συνηθίζεται να τραγουδιέται χωρίς την δεύτερη και τέταρτη στροφή (που είναι και οι πιο ριζοσπαστικές -το ίδιο έχει πάθει και το This land is your land του Woody Guthrie).

Εν κατακλείδι, εγώ εδώ θέλω να σταθώ για άλλη μια φορά στο ίδιο το τραγούδι το οποίο και είναι ένα σχεδόν έμμετρο το καταστατικό της IWW, τοποθετημένο πάνω σε ένα εξαιρετικά δημοφιλές πατριωτικό πια τραγούδι.

Η μουσική, τα τραγούδια και οι στίχοι είναι και θα είναι πάντα και αυτά πεδίο του ταξικού και κοινωνικού ανταγωνισμού.

Σημείωση: Όλοι οι σύνδεσμοι είναι από τη wikipedia για λόγους ευκολίας.

Δύο-τρία πράγματα που ξέρω για αυτήν

Αυτό εδώ το ιστολόγιο θέλει να είναι ένα μουσικό ημερολόγιο. Ημερολόγιο το οποίο θα καταγράφει και θα μοιράζεται σκέψεις και μουσικές, σημειώσεις και απόψεις, αγάπες και πάθη γύρω από την πιο λαϊκή μορφή καλλιτεχνικής έκφρασης του ανθρώπινου είδους, τη μουσική. Σε όλο αυτό κεντρικό ρόλο θα παίξει κάτι παράδοξο –μάλλον- για τα δεδομένα των περισσότερων από εμάς: αυτό το παράδοξο είναι η αμερικάνικη folk μουσική. Τι με οδήγησε σε αυτόν τον παράδοξο δρόμο; Και κάνω αυτή την ερώτηση, διότι η απάντηση φανερώνει και την οπτική μου πάνω στο θέμα. Λίγο τα blues και το punk, λίγο το λάγνο αναρχοκομμουνιστικό μου παρελθόν και οι wobblies με την IWW, λίγο κάποιες ταινίες και λίγο η αγάπη μου για την κρυμμένη αμερική (ή μάλλον για τις κρυμμένες αμερικές), λίγο οι εργατικοί αγώνες και λίγο η εμμονή μου ότι εργατική τάξη παράγει (ή τέλος πάντων πρέπει να παράγει) τον δικό της πολιτισμό με οδήγησαν εδώ και μια πενταετία στον σκονισμένο δρόμο της folk μουσικής. Ωστόσο, δε θα περιοριστώ εκεί πέρα. Αναγκαστικά σχεδόν, κάτι τέτοιο αποκλείεται. Αλλά επίσης αναγκαστικά όλα θα τείνουν προς τα εκεί.

Τέλος για να τελειώνουμε με τους άβολους προλόγους, μην περιμένετε καμία «συστηματική» ή «επιστημονική» ή «κοινωνιολογική» ή ακόμα «δημοσιογραφική» προσέγγιση, αν εμμένετε σε τέτοιες ταμπέλες μπορείτε να πάρετε την εξής και να την κοτσάρετε: προσπαθώ να δω την μουσική δημιουργία υπό το πρίσμα της «διεαυτήν δημιουργικότητας της εργατικής τάξης» και της πάλης αυτής της δημιουργικότητας με την καπιταλιστική συνθήκη (ακριβώς δηλαδή αυτό που γίνεται και με τη μισθωτή εργασία, μην μου αγχώνεστε). Με απλά λόγια, η προσέγγιση μου θα είναι κομμουνιστική. Και ότι καταλάβατε, καταλάβατε, τι άλλο να κάνω;

 Καλώς ήρθατε.

***

Δύο-τρία πράγματα που ξέρω για αυτήν

«Όπου μαζεύοταν τρεις κομμουνιστές, ο τέταρτος θα έπρεπε να έπαιζε κιθάρα».

Woody Guthrie

Τι μπορεί να σπρώξει έναν άνθρωπο να ασχοληθεί με ένα τέτοιο ζήτημα στους καιρούς που ζούμε; Φαινομενικά η μελέτη μιας τέτοιας θεματικής μοιάζει εκτός τόπου και χρόνου, αλλά θέλω να πιστεύω ότι αν έχει κανείς μια χρήσιμη οπτική για το τι ήταν, είναι και θα είναι η folk μουσική και ειδικά η αμερικάνικη, αυτή η χρησιμότητα εφαρμόζεται και στο δικό μας παρόν, στα δικά μας ζητήματα, στις δικές μας ανάγκες, επιθυμίες και αγώνες. Τόσο απλά.

Καταρχήν νομίζω ότι θα πρέπει να διαλύσουμε μερικούς μύθους σε σχέση με την folk. Μύθοι που προέρχονται κυρίως από τη μουσική βιομηχανία και τα media.

Ο πιο διαδεδομένος μύθος είναι ότι η folk αποτελεί μουσική διαμαρτυρίας τουλάχιστον για να μην πούμε ότι στα μυαλά ορισμένων αποτελεί και στρατευμένη τέχνη. Αυτή η εικόνα προφανώς προέρχεται από την κύρια αντανάκλαση της folk στα δικά μας από τα 60’s και τα αντιπολεμικά κινήματα. Αλλά ήδη από τότε η folk είχε πίσω της μια ιστορία μισού αιώνα –ανάμεσα στα άλλα θα προσπαθήσουμε να πούμε και αυτή την ιστορία. Εν ολίγοις, η folk μπορεί στην τάδε ή στην δείνα περίπτωση να γινόταν μουσική διαμαρτυρίας ή ακόμα και στρατευμένη αλλά αυτό γινόταν μόνο και μόνο επειδή εκείνη τη στιγμή, ο συνθέτης, ο στιχουργός, ο τραγουδιστής διαμαρτύροταν για κάτι. Με αυτή την έννοια η folk είναι ένα επίπεδο πάνω από τη μερικότητα του πολιτικού ή του στρατευμένου τραγουδιού. H folk είναι μουσική με κοινωνική συνείδηση. Ακόμα πιο πέρα, η folk αποτελεί το όχημα της κοινωνικής συνείδησης των κοινοτήτων, αποτελεί ένα από τα συστατικά στοιχεία της έννοιας κοινότητα[i] στις ΕΠΑ των αρχών του 20ου αιώνα. Χωρίς όμως –και το τονίζουμε αυτό- να αποτελεί ποτέ, τουλάχιστον μέχρι το ’60 κεντρικό συστατικό στοιχείο αυτών των κοινοτήτων. Αυτές, δηλ., οι κοινότητες δεν είχαν σαν θεμέλιο λίθο τους τη folk. Αν ήταν ανθρώπινο σώμα, δεν ήταν ο σκελετός αλλά ο αέρας στα πνευμόνια. Και ναι ήταν το ίδιο σημαντική για τις κοινότητες αυτή η ανάσα.

Ένας άλλος μύθος λιγότερο διαδεδομένος αλλά το ίδιο μύθος είναι ότι η folk είναι η μουσική των λευκών «μαύρων». Των χαμηλών στρωμάτων, δηλ. της αμερικάνικης λευκής κοινωνίας. Αυτό είναι εν μέρει αλήθεια. Η διαστρέβλωση μάλλον προέρχεται από μία σχετική μάλλον εμμονή διάφορων να διαχωρίζουν τις μουσικές μεταξύ τους πολύ περισσότερο από όσο είναι οι άνθρωποι ήδη χωρισμένοι.  Είναι τυχαίο ότι ο όρος genre που χρησιμοποιείται και στη μουσική προέρχεται κατευθείαν από τη βιολογία; Με αυτή την έννοια θα τολμήσουμε να πούμε ότι ο χωρισμός της μουσικής σε είδη ή γένη είναι εξίσου ρατσιστικός με τον χωρισμό των ανθρώπων. Δεν «υπάρχει» μαύρη μουσική, όπως δεν υπάρχει και «λευκή» μουσική. Υπάρχουνε μουσικές κοινοτήτων, νέτα σκέτα. Το τι φυλετικά, πολιτισμικά, γεωγραφικά, ταξικά ή πολιτικά χαρακτηριστικά  έχουνε αυτές οι κοινότητες δεν αποδίδει αυτομάτως αυτά τα χαρακτηριστικά καθολικά στην πρακτική της κοινότητας. Οι προσμείξεις και το μπαστάρδεμα των μουσικών ειδών είναι πολύ μεγαλύτερο από το αντίστοιχο γενετικό έτσι και αλλιώς. Αυτό το οποίο θα κάνουμε εδώ και το οποίο δεν κάνουν πολλοί από όσους καταπιάνονται με τα μουσικά είδη είναι να λοξοκοιτάμε συνεχώς και προς άλλα είδη αλλά και προς άλλα πεδία. Εν κατακλείδι η folk είναι μία μουσική με στενότατη αλληλεπίδραση με τα blues, σχεδόν όσο και τα blues αλληλεπέδρασαν μαζί της.

Αυτά σε σχέση με ένα βασικό πλαίσιο το οποίο νομίζω θα πρέπει να έχει κανείς προκειμένου να δει την ιστορία της συγκεκριμένης μουσικής. Ιστορία που θα αφηγηθούμε εδώ πέρα. Ιστορία όμως που δεν θα την αφηγηθούμε ούτε ως ιστορικοί, ούτε ως μουσικολόγοι, ούτε ως μουσικοί δημοσιογράφοι, ούτε ως κοινωνιολόγοι… Αυτή την ιστορία θα την αφηγηθούμε όπως βιώθηκε, μέσα από τις μουσικές και τους στίχους, μέσα από τις ζωές και τα ζόρια κάποιων πρωταγωνιστών αλλά κυρίως και βασικά μέσα από τις πορείες, τις διαδρομές, τους αγώνες, τους καυμούς, τον πόνο και την χαρά των κοινοτήτων των οποίων η folk αποτέλεσε βασική καλλιτεχνική έκφραση…

Η δομή που θα προσπαθήσω να ακολουθήσω είναι να πιάσω κάποια σημεία και κάποια σταυροδρόμια, πιο πολύ υπομορφή σημειώσεων και μικρών ενοτήτων πάνω στο θέμα μας, παρά μια δομημένη αφήγηση. Με αυτή την έννοια πιθανά να υπάρξουν πολλά πισωγυρίσματα. Και αυτό είναι λογικό, τη στιγμή που αυτή την ιστορία με τον έναν ή τον άλλο τρόπο την έχω συνθέσει εκ των υστέρων και αποσπασματικά και γω ο ίδιος στο κεφάλι μου.


[i] Με τον όρο κοινότητα εδώ εννοούμε εκείνο το πλαίσιο στοιχείων που άνθρωποι αναγνωρίζουν ως κοινά μεταξύ τους και δρουν και σκέφτονται εντός αυτού του πλαισίου. Με αυτή την έννοια οι κοινότητες για τις οποίες μιλάμε μπορεί να είναι φυλετικές, γεωγραφικές, ταξικές, επαγγελματικές, θρησκευτικές κλπ.