Category Archives: Détails sur la fin du monde

Détails sur la fin du monde no. 012

Για να ξηγιόμαστε: Εμένα η πανσέληνος δε μου αρέσει. Δηλαδή πια είναι τόσο τετριμμένη και ολοκληρωτική που τόσα χρόνια εγώ πάνω στον πλανήτη την έχω βαρεθεί. Επιπλέον, όλοι μαζί της ασχολούνται, ειδικά το καλοκαίρι, αγνοώντας -εμμονικά- έναν ολόκληρο κύκλο 29,5 ημερών. Α! Ειδικά το καλοκαίρι η πανσέληνος είναι μια τεράστια μαλακία. Δηλαδή, γιατί να βλέπεις μία τεράστια στρογγυλή μπάλα όταν την ίδια στιγμή μπορείς δεις εκατομμύρια άστρα και χιλιάδες γαλαξίες; Απλούστατα για να πίνεις χαζοκοκτέηλ στο μπητσόμπαρο και να αισθάνεσαι ερωτευμένος με το σύμπαν. Αφήνω κατα μέρος την σημειολογία που υποδηλώνει η πανσέληνος ως ολοκλήρωση. Και καλά. Βλακείες. Αυταπάτες. Προκαθορισμένα όλα. Όλα σικέ… Όχι φίλε μου. Εγώ προτιμώ τα μάλα τη νέα σελήνη, εκείνο το φεγγάρι με τις πιο αιχμηρές άκρες του σύμπαντος που διατηρεί την ανισορροπία του με εξαιρετική επιμονή, που εμφανίζεται τυχαία μόλις έχει σουρουπώσει σε ένα μωβ ουρανό λίγο πιο πάνω από τον τεθλασμένο ορίζοντα της πόλης και που θα το δουν μόνο εκείνοι και εκείνες που επιμένουν στη ζωή τους να κοιτάνε ψηλά μόλις νυχτώνει. Ή ακόμα περισσότερο προτιμώ εκείνον τον φθίνων μηνίσκο που θα εμφανιστεί ένα ξημέρωμα, σε εκείνο τον ελαφρύ θόρυβο που κάνει η νύχτα όταν αποσύρεται απο τον ουρανό, εκείνη τη λεπτή γραμμή που στέκεται παραδομένη στην άκρη του χρόνου, εκείνο το φεγγάρι που βλέπουν όσοι άντεξαν τη νύχτα και όσοι δεν αντέχουν τη μερα που θα ακολουθήσει.

Δεν ξέρω όμως ρε φίλε. Η πανσέληνος σου δίνει την αίσθηση του αιώνιου, του ολόκληρου, του διηνεκούς. Εγώ προτιμώ τα άλλα φεγγάρια, αυτά που είναι η καλύτερη υπενθύμιση προκειμένου να συμβιβαστώ κάποια στιγμή ο μαλάκας με όσα παίρνει ο χρόνος.

Détails sur la fin du monde no. 010

Ήταν εκείνη η στιγμή που στεκόσουν σε ένα ψηλό βράχο 5-6 μέτρα πάνω από τη θάλασσα. Στην άκρη ενός κόλπου, με τη θάλασσα ήρεμη και όλες τις δυνατές αποχρώσεις μεταξύ του πράσσινου και του τυρκουάζ. Στεκόσουν εκεί ψηλά στο βράχο και από κάτω σε περίμενε μια θάλασσα 7-8 μέτρα βάθος. Ποτέ κανείς δε σου έδειξε πως να βουτάς, όλα ήταν απλά ακόμα. Δεν έπαιρνες φόρα. Έβαζες το κεφάλι κάτω και έπεφτες με τη δύναμη της βαρύτητας. Παρόλο το ύψος χρόνος δεν υπήρχε μεταξύ αέρα και νερού. Απλά έμπαινες στο νερό προσπαθώντας να πας όσο πιο βαθιά γινόταν. Εύκολο. Το ζόρι ήταν όταν έφτανες στο βυθό, αλλά εκεί ήταν και η ομορφιά. Άνοιγες τα μάτια, αψηφούσες την πίεση στα αυτιά (που θα κληροδοτούσε μια ενήλικη ευαισθησία στους αέρηδες και στις πιέσεις, αλλά ίσως και να τα έκανε και πιο ευαίσθητα). Η ομορφιά ήταν εκεί που άνοιγες τα μάτια, στα 7 μέτρα κάτω από τη θάλασσα. Ήταν όλα θολά και καθαρά, ήταν όλα φωτεινά και πολύχρωμα, ήταν όλα δροσερά και βολικά και οι ήχοι και το φως περνούσαν τις διαθλάσεις του πιο όμορφου ματιού που είχες δει στη ζωή σου. Και έμενες εκεί όσο βάσταγε η ανάσα στα 7 μέτρα μεσα στη θάλασσα, κόβωντας βόλτα και ανεβαίνοντας όσο πιο αργά μπορούσες, γύρναγες ανάσκελα, στριφογύριζες μέχρι κάποια στιγμή να βγεις ξανά επιτέλους στην επιφάνεια. Στο φως, στον ήλιο, στις σκληρές ανάσες και σε έναν ιδρωμένο πλανήτη.

Κάποτε για πολλά χρονιά επέμενε αυτός ο κόσμος να με ρωτά τι θέλω να κάνω στη ζωή μου. Δεν απάντησα ποτέ. Και αυτός ο κόσμος επιμένει να με ρωτά. Γιατί αυτό που έχω αποφάσισει ότι θέλω να κάνω στη ζωή μου είναι να γράψω το όνομα μου στην βρεγμένη αμμουδιά μιας παραλίας. Ήταν ο δικός μου τρόπος να πω τίποτα δε θέλω να κάνω στη ζωή μου.

Το αστείο είναι βέβαια ότι τώρα πια δεν έχω όνομα και έτσι και αλλιώς τόσα κύματα από τότε έχουν ξεπλύνει και το τελευταίο ίχνος ενός ονόματος που κάποτε υπήρξε.

Détails sur la fin du monde no. 009

Όταν ήμουν μικρός μάζευα μπίλιες, αλλά σχεδόν ποτέ δεν έπαιζα με αυτές. Τις έπιανα με τον αντίχειρα και το δείκτη τις έστρεφα στον ήλιο τις κολλούσα στο μάτι μου και έβλεπα τις διαθλάσεις του φωτός μεσα τους, τα χρώματα και τις δεκάδες χιλιάδες αποχρώσεις. Ήταν μια μορφής τεμπελιά. Και θα μπορουσα να το έκανα αυτό για πολύ ώρα. Έτσι πάει με την τεμπελιά. Θέλει ώρα. Ακόμα θυμάμαι τα χρώματα και εκείνο το τρισδιάστατο σύμπαν τους που βρίσκοταν στην άκρη των δαχτύλων μου και που υπάκουε στις ανεπαίσθητες κινήσεις των δαχτύλων μου. Ήταν ένα ψυχεδελικό ταξίδι, που μεσα του βυθιζόμουν για να σωπάσει το σύμπαν. Αλλά σύντομα άρχισαν να με πονάνε τα μάτια στο φως. Όποτε κοίταζα τον ήλιο έβλεπα χιλιάδες σκοτεινές εκρήξεις και έπρεπε να τα κρατήσω κλειστά μετά για πολύ ώρα. Πέρασα ένα διάστημα σε σκοτάδι, αναγκαστικά. Μάλλον μου πέρασε. Αλλά ακόμα θυμάμαι, και ακόμα πονάω στο έντονο φως.

Τις μπίλιες τις έσπασα. Είχαμε τη συνήθεια τα καλοκαίρια να μαζεύουμε γυαλιά σπασμένα, να τα πηγαίνουμε σε ενα διχτάκι, να τα κρύβουμε κάπου που το έγλυφε το κύμα και αυτά απο σπασμένα γυαλιά να γίνονται βότσαλα. Τα πήγα, τα έκρυψα κάπου δεν τα ξαναβρήκα όμως ποτέ. Κάποιος κλέφτης; Η θάλασσα; Κάνα ξωτικό του βυθού που για αυτά είναι πολύτιμοι λίθοι; Κάποια μάγισσα να τα ρίξει σε κάποιο μαγικό φίλτρο;

Κανείς δεν ξέρει ποτέ και κανείς δε θα μάθει.

Τουλάχιστον όποτε κοιτώ τον ήλιο κατάματα βλέπω ακόμα εκείνες τις δεκάδες χιλιάδες αποχρώσεις και τις θορυβώδεις σκοτεινές εκρήξεις.

Détails sur la fin du monde no. 008

Αν έπρεπε να κάνω μόνο μια δουλειά στο υπόλοιπον της ελεεινής μου υπάρξεως αυτή θα ήτο να βάζω καπάκια στα τάπερ. Αν δε το γνωρίζατε ήδη, τα τάπερ έρχονται ξεχωριστά από τα καπάκια τους -για εξοικονόμηση χώρου- και έτσι το καθήκον του να καπακώσεις τα τάπερ πέφτει στις γεροδεμένες πλάτες ενος ταπεινού εμποροϋπαλλήλου σαν και μένα.

Σε σας απέξω μπορεί να φαίνεται μια βαρετή δουλειά άνευ νοήματος, αλλά κάνετε τραγικό λάθος. Γιατί στα αλήθεια τίποτα δεν μπορεί να συγκριθεί με την πρωτόγονη ευτυχία να παίρνεις ένα τάπερ καινούριο στα χέρια σου, λείο και καθαρό, χωρίς γρατζουνιές, λάδια και υπολείματα μυρωδιών, να το κοιτάς στο σκληρό βιομηχανικό φως και να διαθλόνται μέσα του καθαρές και ζωντανες οι εκατοντάδες λάμπες ενός αιώνιου ταβανιού. Ή η στιγμή που κρατάς το καπάκι και το κλείνεις και κάνει ένα υπέροχο κλαπ, ή κλοπ, ή φλαπ, ή φλιπ. Και που ξέρεις ότι εκείνη τη στιγμή κλείνοντας ένα τάπερ έχεις κλείσει μία ακόμα στιγμή μοναδική και σπουδαία στην ιστορία του ανθρώπινου είδους. Και μετά όταν τα εχεις κλείσει όλα και στέκονται σωρηδόν, καθαρά, πλήρη, ολοκληρωμένα, γεμάτα με υπέροχες στιγμές ήχων, χρωμάτων και φωτός τα παίρνεις ένα ένα και τα βάζεις ίσια, άρτια, σωστά ζυγιασμένα στο ράφι.

Και τότε είναι η στιγμή της απόλυτης ηδονής: τα βλέπεις μπροστά σου. Δεκάδες χρώματα παίζουν στο σταθερό φως. Μυρωδιά καθαρού πετρέλαιου γεμίζει τη μύτη σου. Στέκονται ευθυτενή, αγέρωχα, ατρόμητα, στην άκρη του ραφιού, εκατοντάδες στιγμές κάθονται εκεί απέναντι σου, σε ατέλειωτες σειρές έτοιμων τάπερ.

Ολοκληρωμένα, τακτοποιημένα, όμορφα, τυποποιημένα, με σαφή σκοπό στη ζωή τους αλλά παντελώς άδεια.

Détails sur la fin du monde no. 007

Λοιπόν, ξέρεις τι θα σου κάνω; Θα σε πάω πάνω σε μια βουνίσια λίμνη, εκεί κάτω από ένα δέντρο θα στήσω μία σκηνή, θα ανάψω μια φωτιά όμορφα και ωραία και έτσι γλαφυρά και ειδυλιακά. Θα σου ψήσω λοιπόν, εκεί στη φωτιά λέμε, δίπλα στη λίμνη και λίγο πιο πέρα από τη σκηνή, μπέηκον και αυγά. Κανονικό μπέηκον όμως και κανονικά αυγά, από κότες και γουρούνια. Θα έχω μαζί και ένα μπουκάλι μπέρμπον, έτσι για το φετίχ του πράγματος και για να βοηθήσει για τη βραδινή ψύχρα. Και εκεί λοιπόν, αφου θα έχουμε καθαρίσει τα αυγά και το μπέηκον, εκεί που θα σιγοκαίει η φωτιά και οι πρώτες γουλιές από το αλκοόλ θα γλυκαίνουν το εσώτερον του βασανισμένου μας σαρκίου, εκείνη τη στιγμή λοιπόν, που τα νερά της λίμνης θα σκοτεινιάζουν, οι κορφές των βουνών θα ξερογλείφονται με τις τελευταίες σταγόνες ήλιου και τα σύννεφα θα ροδοκοκκινίζουν σε ένα φθίνον γαλάζιο. Εκείνη τη στιγμή θα ακουστεί τσίτα, από το κρυφό ηχοσύστημα που θα έχω εγκαταστήσει στα βουνα, αυτό εδώ:

Μπας και καταλάβεις κάποτε.

 

Détails sur la fin du monde no. 006

Προχώραγα σε ένα πεζόδρομο, ήταν μεγάλος, είχε ένα κεντρικό ρεύμα στο κέντρο δύο σειρές δέντρα δεξιά και αριστέρα αλλά και χώρο πιο αριστερά και πιο δεξιά. Κατεβαίνω από αριστερά και φτάνω σε ένα σημείο όπου πρέπει να στρίψω δεξιά, μόλις στρίψω από αριστερά έρχονται δύο γυναίκες, αυτή που είναι στα αριστερά μου με κοιτάει και την κοιτώ εγώ. Η δεξιά πλευρά του προσώπου της είναι παραμορφωμένη, κάτι σαν έγκαυμα, κάτι σαν εκ γενετής σημάδι. Δεν αλλοιώνει το σχήμα το προσώπου, αλλάζει μόνο το ανάγλυφο του δέρματος. Μόλις με κοιτάζει και την κοιτάζω αρχίζουμε να ελκόμαστε σαν δύο αστρικά σώματα και με κάθε βήμα μας κάνουμε ένα σπιράλ χορό ο ένας γύρω από την άλλη, η μία γύρω από τον άλλο. Καθώς πλησιάζω προσπαθώ να διακρίνω αν είναι έγκαυμα ή εκ γενετής σημάδι η δεξιά πλευρά του προσώπου της. Αλλά στα πρώτα δύο τρία βήματα το δεξί της μάτι συνειδητοποιώ ότι έχει μια τεράστια μαύρη κόρη χωρίς καθόλου λευκό το μάτι. Που βήμα βήμα, η κόρη συστέλεται αφήνοντας να φανεί το λευκό. Βήμα με το βήμα, στροφή με τη στροφή γίνεται όλο και πιο μικρή και έλκει το δεξί μου μάτι ολοένα και πιο κοντά της. Βήμα με το βήμα, στροφή με τη στροφή. Το μάτι μου βυθίζεται στο δικό της τη στιγμή ακριβώς που η κόρη του ματιού της είναι η πιο μικρή μαύρη κουκίδα που μπορεί να υπάρξει σε άσπρο φόντο. Τη στιγμή ακριβώς που νιώθω ένα χέρι στη μέση μου, τη στιγμή ακριβώς που ο αντίχειρας μου πρωτακουμπά κάποιο τυχαίο πλευρό στην πλάτη της. Την στιγμή ακριβώς που νιώθεις στα χείλη τη ζέστη χειλιών χωρίς να έχεις ακουμπήσει. Τη στιγμή ακριβώς που τελειώνει αυτό εδώ το τραγούδι. Και ο κόσμος.

Détails sur la fin du monde no. 005

Ε, σήμερα νομίζω θα μπορούσε να τον δει ο καθένας. Ή τέλος πάντων όσοι και όσες μπορούσαν (ή τολμούσαν) να κοιτάξουν ψηλά και ενάντια σε έναν ουρανό που έριχνε αυτό που είχε να ρίξει. Σε έναν ουρανό που είχε απλά το ύφος ενός ανθρώπου που κάνει απλά τη δουλειά του.

Η δουλειά του ήταν εξαιρετικά απλή. Περπάταγε στις γωνίες των κτηρίων της πόλης, μάζευε όσες σταγόνες δεν έπεφταν στο έδαφος και φρόντιζε να ακολουθήσουν την σωστή τους διαδρομή και όχι να κάνουνε ηλίθιες και άχρηστες λιμνούνες στις ταράτσες. Φόραγε ένα δίασημο αδιάβροχο σκισμένο βέβαια στον ώμο, αλλά έτσι και αλλιώς δεν είχε σημασία γιατί η βροχή δεν έχει σημασία.

Και έτσι κύλησε που λέτε αυτή η δύσκολη μέρα. Αυτός τη δουλειά του και εγώ τη δική μου. Όταν λούφαρα έβγαινα έξω να καπνίσω και κοίταζα ψηλά. Δε μου έδινε σημασία ή έτσι νόμισα.

Κάπου κει λοιπόν, σε ένα από τα μάλλον τελευταία τσιγάρα λούφας και ενώ κουρασμένος απο την αδιαφορία και τη μέρα, αδιαφορώ πλήρως για την ύπαρξη του, προσγειώνεται δίπλα μου, ακριβώς όπως κάνουνε οι υπερήρωες στις ταινίες και πριν καν τον πάρω χαμπάρι αρχίζει να ψιθυρίζει ακριβώς μέσα στο αυτί μου:

«Ξέρεις από πρώτο χέρι νέε μου ότι το χάος και η τάξη δεν είναι παρά ακριβώς το ίδιο νόμισμα, το οποίο παρόλο που δεν έχει κορώνα ή γράμματα εσύ επιμένεις ενόσω αυτό στριφογυρνά να διαλέγεις πότε τη μια και πότε την άλλη του πλευρά. Νομίζεις ότι το πρόβλημα είναι ότι δεν αποφασίζεις, νομίζεις ότι το πρόβλημα είναι ότι δεν σταματά να γύρίζει, και τώρα που σου αποκάλυψα και αυτή την αλήθεια νομίζεις ότι το πρόβλημα είναι ότι δεν υπάρχει διαφορά ανάμεσα στις δύο όψεις ενός νομίσματος που στριφογυρνά συνεχώς ακριβώς όπως και το στοίχημα σου. Αλλά φυσικά κάνεις λάθος.»

«Οπ, ρε φίλε… για διαφώτισε μας λοιπόν.» Ανταπάντησα εγώ όλο υφάκι…

«Αρχηγέ, η απάντηση είναι ότι κάθε σταγόνα που έπεσε σήμερα σε αυτή την πόλη, είχε έναν σαφή και ξεκάθαρο σκοπό.»

Détails sur la fin du monde no. 004

Άκου δω τώρα ρε φίλε, επειδή εγώ όταν πεθάνω θα πάω στον παράδεισο των εμποροϋπαλλήλων πως θα είναι η φάση, λοιπόν καταρχήν θα είμαι στην είσοδο ενός τεράστιου κτηρίου με δεκάδες ορόφους κάτι σαν 99 ας πούμε ή 66 ή 69, κάτι τέτοιο φροϋδικό βρε παιδί μου, λοιπόν εκεί στην είσοδο θα έχει ένα τεράστιο πάγκο, πολύ πολύ μεγάλο όμως κάτι σαν 36 ή 33 ή 39 μέτρα ας πούμε, κάτι τέτοιο επαναστατικό βρε παιδί μου, το λοιπόν θα είμαι εγώ εκεί πάνω σε αυτό τον πάγκο και θα κάθομαι πάνω του σα να κάθομαι σε ένα πολύ μεγάλο παγκάκι, και θα έχω μονίμως ένα καφέ και ένα τσιγάρο να καπνίζω, και θα γίνεται το εξής, κάθε πρωί και μέχρι το μεσημέρι θα έρχεστε εσείς οι πελάτες μου, θα αλληλοκαλημεριζόμαστε ευγενικά και θα ξεκινάτε να μου λέτε τι όνειρο είδατε χτες το βράδυ ή αν είστε άϋπνοι τι όνειρο θα θέλατε να δείτε, λοιπόν εγώ θα ακούω προσεκτικά τα όνειρα σας και αφού καπνίσω δύο τζούρες και σας κοιτάξω στα μάτια μες στη σιωπή θα πιάσω στα χερια μου το τηλεκοντρόλ, το οποίο ελέγχει όλο το κτήριο το οποίο κτήριο είναι μια πλήρως ρομποτοποιημένη αποθήκη, και εγώ θα ξέρω που είναι το καθετί και θα βρίσκω εκείνην ακριβώς τη μαλακία που θα ανταποκρίνεται στις πιο μύχιες πτυχές του ασυνείδητου σας, θα πατάω τσουπ τσουπ τα κουμπιά και το ρομποτοποιημένο κτήριο θα σας δίνει στα χέρια τη μαλακία που εγώ ο σοφός πιστεύω ότι σας ταιριάζει, το λοιπόν αφού γίνει αυτή η δουλειά μέχρι το μεσημερι θα πάρετε όλοι από μια τέτοια βλακεία και θα περάσετε κάποιες στιγμές μαζί της ή και όλη την υπόλοιπη μέρα.

Έτσι θα είστε ευτυχισμένοι.

Αλλά για να είμαι και γω ευτυχισμένος ξέρετε τι θα κάνουμε; Κάθε βράδυ, πριν το βραδινό, θα μαζεύουμε σε ένα τεράστιο σωρό όλες τις μαλακίες που εγώ σας έδινα και θα τους βάζουμε μια τεράστια, μεγάλη και υπερφίαλη φωτιά.

Έτσι θα είμαι και γω ευτυχισμένος.

Détails sur la fin du monde no. 003

Όχι.

Εμείς θα έχουμε αγκαλιές ακόμα και στα τελευταία ψυχορραγήματα μας. Στο Κερατσίνι, στην Ομόνοια, στα Εξάρχεια, στο Περιστέρι, στο Ηράκλειο, στη Ρόδο, στην Άνω Πόλη, στην Τούμπα, στο Μαντούκι, στην Πάτρα, στα Γιάννενα, στο Βόλο, στο Παρίσι, στην Μασσαλία, στη Βαρκελώνη, στη Μαδρίτη, στο Λονδίνο, στο Εδιμβούργο, στο Αμστερνταμ, στο Βερολίνο, στο Ελσίνκι, στην Κοπεγχάγη, στη Βαρσοβία, στο Βουκουρέστι, στη Μόσχα, στην Ισταμπούλ, στο Σεράγεβο, στη Ρώμη, στο Κάιρο, στο Κεηπ Τάουν, στη Μελβούρνη, στη Σαγκάη, στο Τόκιο, στο Οκλαντ, στο Σηάτλ, στο Ντητρόιτ, στο Μέξικο Σίτι, στο Ρίο ντε Τζανέιρο, στο Μπουένος Άιρες και στο Μοντεβίδεο.

Εσείς δε θα έχετε πουθενά τέτοιες αγκαλιές. Ούτε ζωντανοί, ούτε ετοιμοθάνατοι, ούτε νεκροί.

Δεν υπάρχει πουθενά μία/ένας/πολλοί Bobby Mc Gee στο δικό σας άκρο.

Détails sur la fin du monde no. 002

Καμιά φορά θυμάμαι τα λόγια ενός τύπου που είχα πετύχει σε ένα μπαρ κάπου στην Οκλαχόμα. Συγγνώμη για την ασάφεια αλλά πολλά πράγματα πια τα έχει σκεπάσει ομίχλη στο μυαλό μου. Ήταν ένα περίεργο βράδυ, μέσα Φλεβάρη και ενώ όλα ήταν κρύα, ο αέρας ήταν ζεστός και έτσι κρύωνες και ζεσταινόσουν ταυτόχρονα. Τράβαγα, γενικώς, και άλλα άγχη και τα δύο ουίσκια δεν είχαν βοηθήσει καθόλου την κατάσταση. Εκεί, λοιπόν, στο μπαρ που βρισκόμουν και ανάβοντας τσιγάρο μεταξύ του δεύτερου και του τρίτου ποτηριού, γυρνάει ο διπλανός μου που μόνο τότε τον πρόσεξα, ήταν ένας ατημέλητος κοκκινομάλλης με ακούρευτα γένια και μαλλιά και κάτι ξεβαμμένα και τριμμένα ρούχα, και μου λέει:

-Στεναχώριες;

-Ε ναι.

-Στενός ο χώρος;

-Σαν τάφος.

-Κάπου, υπάρχει ένα τραγούδι, που σε κάποιο στίχο λέει: Είδα ένα τεράστιο τοίχο να προσπαθεί να με εμποδίσει και είχε μία πινακίδα του έλεγε Ιδιωτική Περιουσία αλλά από την πίσω του πλευρά δεν έγραφε τίποτα, αυτή η χώρα φτιάχτηκε για σένα και για μένα.

Ήρθε το τρίτο ουίσκι. Άναψα το επόμενο τσιγάρο. Και ακόμα ψάχνω εκείνο το τραγούδι.