Category Archives: Κινηματογράφος

Κονσέρτο για γομολάστιχες – Σχετικά με την ταινία: «Παληκάρι – Ο Louis Tikas και η σφαγή στο Ludlow»

Πρόσφατα έκανε την εμφάνιση του -εδώ θα λέγαμε κανονικά βγήκε στις αίθουσες αλλά μάλλον προς τιμήν του δεν βγήκε μόνο στις αίθουσες, αλλά αντιθέτως μέχρι στιγμής έχουν γίνει προβολές σε διάφορους χώρους σε όλη τη χώρα και όλες χωρίς αντίτιμο από όσο μπορώ να γνωρίζω- το ντοκιμαντέρ Palikari – Louis Tikas and the Ludlow Massacre σε σκηνοθεσία Νίκου Βεντούρα και δημοσιογραφική επιμέλεια Λαμπρινής Θωμά. Το ντοκιμαντέρ είναι μια προσπάθεια να ειπωθεί η ιστορία του Louis Tikas και της σφαγής στο Ludlow που έλαβε χώρα πριν από 100 ακριβώς χρόνια στις 20 Απριλίου του 1914.

Κριτικός κινηματογράφου δεν είμαι, και ούτε έχω όρεξη να γίνω, επομένως αυτό που θα ακολουθήσει δεν θα είναι μια κινηματογραφική κριτική. Πιθανά το ντοκιμαντέρ να ήθελε περισσότερα εξωτερικά πλάνα, ίσως να ήταν λίγο παραπάνω γραμμικό για τα γούστα μου και ίσως κάποιες εναλλαγές στην κινηματογράφηση να το βοηθούσαν έτσι ώστε να έχει περισσότερο παλμό σε κάποιο σημεία. Ωστόσο, η ιστορία είναι γοητευτική και ενδιαφέρουσα, οι συνεντεύξεις είναι δεμένες αρκετά καλά και παρόλο που υπάρχει συχνή ενάλλαγή στα πρόσωπα υπάρχει ένα πλαίσιο σαφές, κατανοητό και πολύ ωραία δεμένο παρόλες ίσως τις διαφορετικές οπτικές ή μάλλον ακριβώς για αυτό το λόγο.

Επίσης, θα αποφύγω και την αυστηρή πολιτική κριτική στο περιεχόμενο του ντοκιμαντέρ, και αυτό όχι από κάποια ευγένεια. Το μεγαλύτερο ίσως ατόπημα στο θέμα του περιεχομένου, είναι, ότι κατά τη γνώμη μου απουσιάζει σχεδόν τελείως ο ρόλος, τα έργα και οι ημέρες της UMWA, της οργάνωσης των ανθρακωρύχων που βρισκόταν υπό από την επιρρόη της IWW και της εμβληματικής μορφής του Big Bill Haywood εκείνη την περίοδο. Προφανώς, όμως, όταν έχεις μπροστά σου ένα υλικό το οποίο είναι τόσο ξένο προς έναν θεατή σε αυτή τη χώρα, θα πρέπει να κάνεις και κάποιου είδους οικονομία. Ειδικά, όταν από μόνες τους η UMWA και η IWW είναι τόσο τεράστια κεφάλαια. Ακόμα, ίσως σε κάποια σημεία, να υπήρχαν έντονες διαφωνίες με εκτιμήσεις ή ιστορικές προβολές που έκαναν κάποιοι από τους συνεντευξιαζόμενους (από τις οποίες ίσως μια ηρωοποιήση του Louis Tikas να ήταν η πιο προβληματική). Αυτά όμως κάποια άλλη στιγμή, και σίγουρα δεν ακυρώνουν το αποτέλεσμα, αλλά αντιθέτως καταφέρνουν να δώσουν υλικό προς συζήτηση.

Οι απεργοί ανθρακωρύχοι στο Ludlow.

Οι απεργοί ανθρακωρύχοι στο Ludlow.

Το μεγαλύτερο επίτευγμα όμως του ντοκιμαντέρ δεν είναι ούτε απαραίτητα ούτε μόνο η μορφή του, ούτε μόνο το περιέχομένο του, αλλά -όπως άλλωστε συνήθως συμβαίνει με την πραγματικότητα- η διαλεκτική σχέση αυτών των δυο (μορφής και περιεχόμενου) είναι που αποτελούν την παρέμβαση του. Και η παρέμβαση αυτού του ντοκιμαντέρ είναι καταλυτική. Είναι καταλυτική, πρωτότυπη και θα έλεγα εξαιρετικά καινοφανής γιατί καταφέρνει να αποκαλύπτει μία κρυφή ιστορία που έχει θαφτεί και από τις δύο τις πλευρές: Ως μια ιστορία αγώνα μεταναστών εργάτών και εργατριών, είναι μια θαμμένη ιστορία και στον τόπο που έλαβε χώρα, αλλά και στον τόπο (ή στους τόπους) από τον οποίο προέρχονται οι μετανάστες. Δεν ξέρω τι από τα δύο είναι πιο λογικό ή πιο αναμενόμενο. Για την ιστορία, η σφαγή στο Ludlow αποτέλεσε ιστορικά την πιο θερμή και έντονη με κάθε τρόπο σύγκρουση εργατών και αφεντικών στις ΗΠΑ και το συνεπακόλουθο της, που ήταν ένας κανονικός ένοπλος πόλεμος μεταξύ εργατών και μπράβων των αφεντικών (ή της εθνοφυλακής που σχεδόν ήταν το ίδιο πράγμα), που απλώθηκε στο μισό Colorado, αποτέλεσε το σημείο καμπής ώστε να αρχίσουν να αναγνωρίζονται σε εθνικό επίπεδο στοιχειώδη εργατικά και εργασιακά δικαιώματα. Ίσως με αυτή την έννοια, να είναι πιο λογικό η σφαγή στο Ludlow να είναι μια θαμμένη ιστορία στις ΗΠΑ, παρά στην Ελλάδα απλά και μόνο επειδή κάποιοι έλληνες μετανάστες έλαβαν μέρος στα γεγονότα. Από την άλλη όμως, δε θα έπρεπε αυτή η ιστορία να είναι ζωντανή κάπου, σε ένα μέρος, σε ένα χρόνο και σε κάποιες μνήμες όπου η ταξικότητα αμβλύνεται; Δηλαδή, όλοι μας, όσοι έχουμε συγγενείς μετανάστες, μαθαίνουμε τις ιστορίες τους, ξέρουμε με έναν τρόπο τι έκαναν ή δεν έκαναν στον τόπο μετανάστευσης. Που πήγε η ιστορία του Ηλία Σπαντιδάκη όταν αυτός έγινε Louis Tikas; Αλίμονο. Ο μετανάστης, δεν νοείται να επιστρέψει χωρίς χρήμα και ιστορίες δόξας στον τόπο καταγωγής του. Ειδικά, ο μετανάστης που δεν “πρόκοψε” στην Αμερική, συχνά δεν έχει καμία πια πατρίδα. Έχουμε και εθνικούς μύθους να θρέψουμε. Και προφανώς οι εθνικοι μύθοι δεν θρέφονται με μετανάστες που δεν μεγαλούργησαν στο εξωτερικό. Απέναντι σε αυτά, το ντοκιμαντέρ Palikari – Louis Tikas and the Ludlow Massacre πετυχαίνει συντριπτικά κατάγματα: από την μια θυμίζει στην Αμερική μια ιστορία ταξικού πολέμου, από την άλλη θυμίζει στην Ελλάδα ότι οι μετανάστες της δεν ήταν πάντα “θείες απο το Σικάγο” ή επιτυχήμενοι τύποι που διέπρεψαν σαν τον Τέλη Σαβάλας…

Η εθνοφρουρά στην περίμετρο του καταυλισμού των απεργών έτοιμη να παρέμβει.

Η εθνοφρουρά στην περίμετρο του καταυλισμού των απεργών έτοιμη να παρέμβει.

O Utah Philips, ένας απο τους τελευταίους τροβαδούρους wobblies ή ορθότερα ένας ακόμα συνεχιστής της παράδοσης της αμερικάνικης ριζοσπαστικής folk μουσικής, σε κάποιον δίσκο του, εκεί που διηγείται τις ιστορίες του, εκεί που εξηγεί τις ιστορίες και τους αγώνες που κρύβονται πίσω από τα τραγούδια λεει και το εξής: “Η μνήμη είναι σήμερα η πιο ριζοσπαστική ιδέα στην Αμερική.” Σε ένα πρώτο άκουσμα, αυτή η πρόταση υποδηλώνει το προφανές, (τουλάχιστον σε κάποιον ακροατή της στα σύνορα Μέσης Ανατολής και Ευρώπης), αυτό που κωδικοποιείται στο γνωστό: Ο αγώνας ενάντια στη λήθη είναι αγώνας ενάντια στην εξουσία. Ωστόσο, σε μια πιο δεύτερη ματιά τα πράγματα είναι πιο περίπλοκα και τα νοήματα βαθαίνουν.

Την Ιστορία τη γράφουν οι νικητές, γνωστό και αυτό μάλλον. Αυτή βέβαια, είναι μία μάλλον μια αισιόδοξη προσέγγιση. Η πραγματικότητα είναι ότι οι νικητές δεν γράφουν την ιστορία, αλλά ότι οι νικητές την σβήνουν. Το τι μένει από αυτό το σβήσιμο καλό είναι να μην θεωρείται γραφή. Επίσης, ας έχουμε υπόψην μας, ότι δόθηκαν (και δίνονται κάθε στιγμή και στο παρόν) μάχες γύρω από το τί είναι “ιστορία”. Γύρω από το τι πρέπει να λεχθεί. Τι πρέπει να ειπωθεί και τι πρέπει να συνεχίσει να λέγεται και να πηγαίνει στόμα με στόμα, βιβλίο με βιβλίο, τραγούδι με τραγούδι από γενιά σε γενιά. Αυτό που δεν είναι γνωστό, αυτό που μάλλον μας διαφεύγει και αυτό που πολλές φορές το ξεχνάμε είναι ότι πολλά πράγματα συνεχίζονται, ότι το σβήσιμο που επιχειρείται ευτυχώς ποτέ δεν μπορεί να είναι πλήρες και ότι ναι μεν έχει καταστραφεί το πλαίσιο μέσα στο οποίο λέγονται πράγματα, αλλά δεν έχουν καταστραφεί αυτά που έχουνε ειπωθεί. Ετσι, το λοιπόν ένα καθήκον που προκύπτει σε μας (σε μας που λέμε ότι θέλουμε να συνεχίσουμε, σε μας για τους οποίους η Ιστορία δεν έχει ξεκινήσει ακόμα να γράφεται, σε μας για τους οποίους φτιαχνόμαστε από το παρελθόν σε σχέση όμως με το μέλλον), είναι να ανασυσταθεί αυτό το πλαίσιο. Όχι εύκολη δουλειά, και σίγουρα όχι δουλειά ενός. Στις ΗΠΑ, κατα τη διάρκεια της δεκαετίας του ’50 και την περίοδο του Red Scare, έγινε μια τρομερή προσπάθεια να εξαφανιστεί κάθε επιρροή και επίδραση κομμουνιστικής φύσης στην τέχνη, στην κουλτούρα, στον πολιτισμό, σε κάθε είδους ιστορία του παρελθόντος και γενικότερα μία ιστορικής εξαφάνισης κάθε ίχνους ενός από τα πιο μαζικά, επαναστατικά και καταλυτικά εργατικά και επαναστατικά κινήματα των βιομηχανικών κοινωνιών. Δεν είναι του παρόντος να είμαστε περισσότερο αναλυτικοί σε αυτό το θέμα καλλιτέχνες φιμώθηκαν, συνδικαλιστές εξοστρακίστηκαν, πανεπιστημιακοί περιθωριοποιήθηκαν και κυρίως απλοί άνθρωποι και καθημερινοί αγωνιστές ή έπρεπε να πειθαρχήσουν στο νέο πολιτικό δόγμα των ΗΠΑ ή αλλιώς τους περίμενε το κοινωνικό περιθώριο.

Θα είναι τα κινήματα της δεκαετίας του ΄60 τα οποία θα ανασυστήσουν αυτή τη σύνδεση των αγωνιζόμενων υποκειμένων με την ριζοσπαστική τους παράδοση, και αργότερα κατά τις δεκαετίες του ’70 και του ’80 θα επιταθεί αυτή η επανασύνδεση. Όμως εδώ υπάρχει ένα κενό. Η εξιστόρηση έχει διακοπεί βίαια από τα πάνω, και με ένα τρόπο η επανασύσταση της, η επανασύνδεση της ξαναγίνεται από τα πάνω. Χωρίς απαραίτητα αυτό να είναι κακό. Η ιστορία όμως υπάρχει, και είναι εκεί. Την κουβαλούν σιωπηλά από γενιά σε γενιά έναν αιώνα τώρα, γονείς σε παιδιά και μετά σε εγγόνια και μετά σε δισέγγονα. Με έναν τρόπο είναι μία σκοτεινή, κρυφή και αόρατη ιστορία. Και δεν είναι άλλη από την ιστορία της τάξης μας εν προκειμένω. Ιστορίες που δεν διδάσκονται στα σχολεία, ιστορίες που δεν χωράνε σε επίσημους εθνικούς μύθους εκατέρωθεν του Ατλαντικού, ιστορίες που δεν χωράνε σε καλούπια, κουτάκια, μπαούλα ή θυσαυροφυλάκια.

Τα ερείπια του καταυλισμού των απεργών μετά την επίθεση της εθνοφρουράς.

Τα ερείπια του καταυλισμού των απεργών μετά την επίθεση της εθνοφρουράς.

Στον Woody Guthrie, την πιο εμβληματική μορφή της αμερικάνικης folk ριζοσπαστικής παράδοσης, χρωστάμε ίσως ένα μεγάλο κομμάτι της διατήρησης αυτής της μνήμης, ή μάλλον και αυτής της μνήμης, καθότι όλη του η τραγοδοποίια είναι γεμάτη με αναφορές σε εργατικούς αγώνες. Αναφορικά με το τραγουδι Ludlow Massacre, όπως ονομάζεται, ο ίδιος αναφέρει: «Το έγραψα το τραγούδι σα να ήμουν σε εκείνο το σημείο την μέρα που έγινε η σφαγή. Αυτός είναι ο καλύτερος τρόπος να κάνεις ένα τέτοιο τραγούδι. Αν διαβάσει κανείς το έργο ζωής της Mother Ella Reeves Bloor ‘We Are Many’ θα καταλάβει την ιστορία της σφαγής στο Ludlow, θα βρεθεί εκεί, θα το ζήσει. Η σφαγή στο Ludlow ήταν μια απο τις εκατοντάδες μάχες που δόθηκαν για να φτιαχτουν εργατικά συνδικάτα. Θέλω να τραγουδήσω ένα τραγούδι για να δείξω στους στρατιώτες ότι δεν χρειαζέται να ξαναγίνουν σφαγές σαν αυτή του Ludlow που σκοτώθηκαν 13 παιδιά και μια έγκυος απλά και μόνο για να επιβάλλουν χαμηλότερους μισθούς.” Σε αυτό το μικρό απόσπασμα, βρίσκεται ίσως η πιο ζωντανή απόδειξη αυτού που προσπαθώ να πω. Το να λες ιστορίες, το να συνεχίσεις να λες ιστορίες είναι το ίδιο φτιάξιμο της ιστορίας. Είναι το ίδιο Ιστορία από μόνο του. Ο τραγουδοποιός είναι εκεί, είναι στο Ludlow το βράδυ που γίνεται η σφαγή, και το επισημαίνει: Αυτός είναι ο καλύτερος τρόπος να γράψεις ένα τραγούδι, να πεις μια ιστορία, να αφηγηθείς κάτι. Αλλά, την ίδια στιγμή είναι και εδώ: επιχειρεί μια σύνδεση, επιχειρεί να ανοίξει το ζήτημα, όχι να το κλείσει σε ένα καλλιτεχνικό ή άλλο ντουλαπάκι. Εκεί νομίζω είναι και η χρυσή τομή, εκεί νομίζω είναι και το νόημα του πως πρέπει να φτιάχνουμε την Ιστορία. Ένας τρόπος που δεν σημαίνει καθόλου την επανασυναρμολόγηση της με βάση κάποιες επιστημονικές αρχές, ένας τρόπος που δε σημαίνει να την βάλεις στο κρεββάτι του Προκρούστη και να αρχίσεις να κόβεις ότι περισσεύει και να τεντώνει ότι δεν φτάνει και κυρίως ένας τρόπος που δεν σημαίνει κυρίως την αποσιώπηση, το σβήσιμο, τη διαγραφή και το πέταμα σε εκείνο τον καταραμένο σκουπιδοτενεκέ της ιστορίας. Ο μόνος τρόπος να κάνεις Ιστορία, είναι να ενωθούν οι πολλαπλές μικρές ιστορίες που θέλουν να την αποτελέσουν, να είναι ανοιχτές αυτές οι ιστορίες ώστε να βρίσκουν κοινά σημεία με τις άλλες, τις απέναντι, τις μακρινές. Και όταν δε μιλάμε για καλλιτεχνικά ή διανοητικά δημιουργήματα ο μόνος τρόπος να πουν μια Ιστορία, είναι να παίρνουν τα ποδαράκια τους και να βγαίνουν να συναντήσουν άλλες ανάλογες ιστορίες. Ο μόνος τρόπος εν ολίγοις να δημιουργηθεί Ιστορία, είναι να την δημιουργήσουν αυτοί που δημιουργούν ιστορίες.

Η κηδεία των θυμάτων της σφαγής στο Ludlow.

Η κηδεία των θυμάτων της σφαγής στο Ludlow.

Και είναι αυτό ίσως το πιο δυνατό σημείο το ντοκιμαντέρ του Νίκου Βεντούρα και της Λαμπρινής Θωμά. Είναι το ότι πετυχαίνει εκείνη τη συνάντηση μεταξύ της προφορικής ιστορίας ενός εργατικού αγώνα, μιας ταξικής σύγκρουσης με το πλαίσιο της, με την γραφή της και με την εξίστορηση της πια ως Ιστορία. Είναι εκείνο το σημείο στο ντοκιμαντέρ, όπου τα κόκκινα μαντήλια στο μνημείο του Louis Tikas και των νεκρών του Ludlow που βάζουν απόγονοι των ανθρακωρύχων για να τιμήσουν τη μνήμη τους είναι και δικά μας μαντήλια. Είναι εκείνο το σημείο, όπου το ντουφέκι που πήρε ο παπους πριν απο 100 χρόνια για να υπερασπιστεί την κοινότητα του αγώνα που έδωσε και το οποίο πηγαίνει από γενιά σε γενιά γίνεται και δικό μας τουφέκι. Είναι ακριβώς εκείνο το σημείο, όπου αναγνωρίζουμε κοινά σημεία, ενώσεις και προσαρμογές. Από τις ιστορίες, στην Ιστορία. Από τα πολλά στο ένα, που είναι πολλά και είναι ο μόνος τρόπος να είναι ένα.

Ένα λιθαράκι, μία σταγόνα, ένας κόκκος άμμου.

Η ψυχασθένεια, ο Κθούλου, μερικοί φόνοι και ένα ποτήρι bourbon

“Είσαι λίγο psycho.”

 Είναι πολύ περίεργο πράγμα ο φόβος. Και ο τρόμος είναι επίσης περίεργο πράγμα. Και γενικώς τα πράγματα είναι περίεργα και τέλος πάντων και οι άνθρωποι είναι περίεργοι και για να μην το πολυζαλίζουμε το θέμα μας, οι διαδρομές ανθρώπων και πραγμάτων έτσι και αλλιώς μόνο περίεργες είναι: ακανόνιστες, απροσδόκητες, μη γραμμικές και ευτυχώς όλο εκπλήξεις. Παρακάτω ακολουθεί μια μικρή τέτοια ιστορία. Είναι κάποιες διαδρομές ανθρώπων και δημιουργιών οι οποίες όμως θα έρθουν να διασταυρωθούν και με τις κοινωνικές συνθήκες και με τις μικρές προσωπικές ιστορίες.

Σε πολύ τρυφερή ηλικία αποφάσισα να ανατινάξω την καλύβα του μπάρμπα Θωμά με ένα κανόνι laser. Το πήρα και το έβαλα σε ένα λόφο που έκανα με την κουβέρτα πάνω στο κρεβάτι, στην πεδιάδα κάτω έστησα ένα σπιτάκι και μπουμ! έφυγε η ακτίνα και ανατίναξε την καλύβα. Ήταν η νίκη της λογοτεχνίας του φανταστικού επί της λογοτεχνίας του ρεαλισμού. Δεν θέλω να επιχειρηματολογήσω υπέρ της λογοτεχνίας του φανταστικού εδώ και άλλωστε πλέον δεν έχει ανάγκη από καμία υπεράσπιση (θέλω να πιστεύω) το είδος δηλαδή…

Μεγαλώνοντας λοιπόν ο νεαρός τότε συγγραφέας αυτού του άρθρου σε μία από τις περιπλανήσεις του στα βιβλιοπωλεία ενός νησιού γεμάτου υγρασία θα πέσει πάνω σε ένα μικρό θησαυρό, ο οποίος έμελλε να τον στιγματίσει για πάντα. Ήταν η σειρά των εκδόσεων Ωρόρα με μικρά διηγήματα και νουβέλες επιστημονικής φαντασίας και τρόμου με κοινό τίτλο “Ιστορίες με… ή για..” . Πιθανά κάπου να τα έχετε πετύχει και να έχετε εικόνα του θέματος. Η σειρά αποτελούνταν από διάφορα μικρά βιβλιαράκια τσέπης τύπου pulp, τα οποία ήταν εξαιρετικά σα μέγεθος γιατί ο νεαρός τότε αγόραζε 3 στην τιμή του ενός. Ειδικά τα πρώτα 20-25 της σειράς ήταν εκπληκτικά. Σε εκείνη τη σειρά ήρθα για πρώτη φορά σε επαφή με την μυθολογία Κθούλου.

Τι είναι η μυθολογία Κθούλου; Είναι μια ερώτηση η οποία δεν επιδέχεται απάντησης… Ή ξέρει κανείς το θέμα ή δεν το ξέρει. Το να δώσω μια απάντηση ότι είναι ένα σύνολο φανταστικών τρομακτικών όντων που απειλούν με εισβολή την πραγματικότητά μας, δεν λέει απολύτως τίποτα, ούτε σε μένα ούτε σε αυτόν που κάνει την ερώτηση. Εν ολίγοις πρέπει να διαβάσεις διηγήματα της μυθολογίας Κθούλου, του H. P. Lovecraft, δηλαδή, και του κύκλου του για να καταλάβει κανείς για ποιο πράγμα μιλάμε.

Σε αυτό το λογοτεχνικό υποείδος μου άρεσαν δύο πράγματα πάρα πολύ. Το πρώτο ήταν ότι τα περισσότερα από τα διηγήματα διαδραματίζονται σε πόλεις της ανατολικής ακτής των ΗΠΑ, στις πρώην αγγλικές αποικίες δηλαδή και σε ένα περιβάλλον υγρό και σκοτεινό με πολλές βροχές· ζώντας λοιπόν σε μια πρώην αγγλική αποικία με ένα παρόμοιο περιβάλλον μπορούσα πολύ εύκολα να εικονοποιήσω το χώρο της δράσης. Για να το πω πιο απλά, οι περιγραφές των σπιτιών (πάντα πολύ εκτενείς στα διηγήματα αυτά) ταίριαζαν σε πολλά οικήματα της μικρής μου πόλης στα οποία η φαντασία μου έβρισκε αντιστοιχίες και τα έντυνε με τον αέρα του τρόμου που τα διαβρώνει. Επιπλέον το να διαβάζεις για τη χορωδία των βατραχιών ως προμήνυμα της επέλασης του κακού και να ακούς τα βατράχια να κρώζουν έξω από το παράθυρο σου στο βάλτο απέναντι, σε φτιάχνει λίγο άγρια και μετατρέπει την ανάγνωση σχεδόν σε βίωμα, ειδικά άμα είσαι ένα 16χρονο με μπόλικη φαντασία. Το δεύτερο πράγμα που μου άρεσε και το οποίο μου πήρε χρόνια να καταλάβω γιατί μου άρεσε, ήταν το πώς εκφέρεται ο τρόμος στον Lovecraft και στον κύκλο του. Ή μάλλον για να είμαι περισσότερο ακριβής πως γεννιέται και πως αρθρώνεται. Ο τρόμος στον Lovecraft γεννιέται πρώτα στο μυαλό των ηρώων, χτίζεται πάνω στις λεπτομέρειες της καθημερινότητας και δομείται πάνω στην γνώση και την πράξη. Οι ήρωες του πρώτα ανακαλύπτουν ένα ασαφές κακό, στη συνέχεια διαπιστώνουν ότι αυτό το κακό είναι σύμφυτο με την καθημερινότητα ή την έχει διαβρώσει πλήρως και στη συνέχεια έρχονται σε σύγκρουση μαζί του ή για να αφομοιωθούν ή για να ηττηθούν ή για να γλιτώσουν παρατρίχα αλλά ποτέ για να το νικήσουν. Στην μυθολογία Κθούλου το κακό δεν μπορεί να νικηθεί. Απλά φανερώνεται η ύπαρξη του και επιβεβαιώνεται ως το απόλυτο κακό. Ακόμα δεν υπάρχει τελική λύση του αινίγματος σχεδόν ποτέ. Υπάρχει μια προσωρινή απάντηση και το φανέρωμα μιας ακόμα πτυχής από τις πάρα πολλές πτυχές του θέματος. Στα διηγήματα της μυθολογίας Κθούλου, όλα συνεχίζονται. Όλα είναι στιγμές. Η μόνη διάρκεια είναι η διάρκεια της απειλής.

Είμαστε στα μέσα της δεκαετίας του ’30 και η οικονομική κρίση έχει χτυπήσει άγρια την αμερικάνικη κοινωνία και με πολύ ένταση και σε βάθος, και για πρώτη φορά έχουμε μια μετάλλαξη του φόβου, του τρόμου και του άγχους. Πια φόβος δεν είναι ο πόλεμος, ο θάνατος δηλαδή, επίσης πια ο φόβος δεν είναι θρησκευτικός με τις φωτιές της αιώνιας κόλασης να περιμένουν τους απίστους, επίσης ο φόβος δεν είναι πια καθορισμένος: φοβάσαι τα πάντα. Ο φόβος τη δεκαετία του ’30 θα υποστεί μια μετάλλαξη  την οποία η λογοτεχνία της μυθολογία Κθούλου απεικονίζει με τρομαχτικές λεπτομέρειες: ο φόβος γειώνεται, γίνεται διαρκής, έγκειται σε κάθε λεπτομέρεια: απο το να μην έχεις να φας και το να μην έχεις δουλειά, μέχρι το που θα μείνεις και το αν θα καταφέρεις να επιβιώσεις μια ακόμα μέρα. Το ξέσπασμα του κακού στη μυθολογία Κθούλου είναι το ξέσπασμα του ακατονόητου κόσμου της οικονομίας πάνω στους μέχρι τότε κατανοητούς κανόνες της καθημερινότητας. Οι ήρωες δεν απειλούνται με θάνατο: απειλούνται με απαγωγή σε έναν κολασμένο κόσμο, απειλούνται με μετάλλαξη σε όντα που δεν είχαν καμία σχέση με τον προηγούμενο τους εαυτό, απειλούνται με υποδούλωση σε έναν νέο αφέντη. Και αν όλες αυτές οι απειλές σας θυμίζουν κάτι, δεν είναι επειδή η ιστορία κάνει κύκλους. Είναι επειδή οι άνθρωποι κάνουν τους κύκλους.

Ένας από τους συγγραφείς του κύκλου του Lovecraft και της μυθολογίας Κθούλου, ήταν ο Robert Bloch. Πολύ νεαρός, μόλις 17 ετών δημοσίευσε τα πρώτα του διηγήματα και στην συνέχεια έγινε μέρος του κύκλου του Lovecraft μαζί με άλλους συγγραφείς. Τα πρώτα χρόνια εκεί πάντα στη σκοτεινή δεκαετία του ’30 θα αρχίσει να γράφει συστηματικά και να αναπτύσσει μαζί με τους υπόλοιπους συλλογικά την λογοτεχνία γύρω από τη μυθολογία Κθούλου… Το έργο όμως με το οποίο γίνεται ευρέως γνωστός είναι η νουβέλα Psycho πάνω στην οποία βασίστηκε το σενάριο της ομώνυμης ταινίας του Alfred Hitchcock. Αν έχετε διαβάσει και τη νουβέλα και έχετε δει και την ταινία δεν ξέρω αν προσέξατε ή αν κάτσατε να αναρωτηθείτε πως δομείται ο τρόμος και πως στο τέλος εκφέρεται ως γεγονός…

Η αλήθεια είναι ότι Hitchcock δεν έχω δει πολύ και δεν είχα δει επειδή γενικώς παρόλο που μου αρέσει η λογοτεχνία τρόμου απολαμβάνω καλύτερα να διαβάζω τον τρόμο παρά να τον βλέπω. Όταν σε σχετικά μεγάλη ηλικία διαπίστωσα ότι συγγραφέας είναι ο Bloch, πρώτα διάβασα τη νουβέλα και μετά είδα την ταινία. Η πικρή προσωπική μου αλήθεια, μπορεί να ήταν και προκατάληψη ήταν ότι σε μερικά σημεία περίμενα τον Χαστούρ (άλλη θεότητα πλάσμα της μυθολογίας Κθούλου) να κάνει την εμφάνιση του. Μάλλον όμως ήταν σκέτη προκατάληψη. Ο τρόμος αν και δομημένος με τον ίδιο τρόπο αλλάζει τόπο κατοικίας. Δεν είναι πια το εξωτικό. Δεν είναι πια το υπερφυσικό. Δεν είναι μια θεότητα. Δεν είναι το ακατανόητο και το βδελυρό εξωγήινο πλάσμα της οικονομίας. Ο τόπος κατοικίας του τρόμου είναι πια ο ανθρώπινος εγκέφαλος. Όλα είναι ένα παιχνίδι, μια κατάρα, ένα λάθος, μια ασθένεια, ένα μπλοκάρισμα του μυαλού. A momentary lapse of reason, κοινώς…

Αλλά η τρομερή δύναμη του Psycho και σαν νουβέλα και σαν ταινία δεν είναι εκεί ακριβώς… Η βασική του δυναμική βρίσκεται στο ότι αυτός ο τρόμος αναπτύσσεται (όπως και στην μυθολογία Κθούλου) στην καθημερινότητα ή για την ακρίβεια ο τρόμος είναι η καθημερινότητα. Καθημερινοί άνθρωποι, καθημερινές δουλειές, καθημερινές συνήθειες, καθημερινά ζητήματα, καθημερινές κινήσεις. Όλα αυτά τα βλέπουμε και τα διαβάζουμε υπό το πρίσμα του τρόμου. Και φτάνεις στο σημείο να αναρωτηθείς αν τελικά είναι και η δική σου πραγματικότητα τρομακτική. Και απλά δεν το ξέρεις. Δεν το έχεις συνειδητοποιήσεις ή επιμένεις ή αδιαφορείς να το αποδεχτείς γιατί απλούστατα δεν μπορείς να κάνεις τίποτα για αυτό.

Ο τρόμος στα ’60s της Αμερικής 30 χρόνια μετά είναι και δεν είναι κάτι άλλο πια… Ο μυστικισμός έχει χαθεί, αν εμφανιστεί ο Κθούλου θα στείλουμε το Enola Gay, οι δεισιδαιμονίες και οι προκαταλήψεις υποχωρούν κάτω από το φως μιας καλογυαλισμένης Cadillac που διασχίζει τον αυτοκινητόδρομο και τα πλάσματα της κόλασης κινδυνεύουν να στραπατσαριστούν στο μποτιλιάρισμα. Ο τρόμος πια περιπλέκεται και αναπτύσσεται γύρω από την ευμάρεια της δεκαετίας του ’60. Μια ευμάρεια πάντα επαπειλούμενη. Μια ευμάρεια που η απώλεια της ή αδυναμία της να ανταπεξέλθεις στους όρους της ισοδυναμεί με θάνατο. Η συνάντηση των δύο ηρώων του Psycho είναι ενδεικτική: το κορίτσι πάνω στην τρέλα του έρωτα καταχράται τα λεφτά του αφεντικού, και μοιάζει με τρελή έτσι όπως προσπαθεί να ξεφύγει. Ο άντρας πάνω στην τρέλα της μοναξιάς καταχράται τον έρωτα του κοριτσιού αφαιρώντας της την ζωή. Και οι δύο τους δεν είναι “τρελοί” για τον εαυτό τους. Όλα όσα κάνουνε έχουνε μια λογική εξήγηση: τον πλούτο και με την κυριολεκτική και με την μεταφορική έννοια.

Ο Leon Payne ήταν ένας συνθέτης και τραγουδιστής της country εκεί μετά τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο… Ο ίδιος δεν έκανε μεγάλες επιτυχίες πολλές και είναι πιο γνωστός σαν ο συνθέτης τραγουδιών που έγιναν επιτυχίες με φωνές άλλων. Ο Leon Payne παρόλο που ήταν τυφλός και αυτός και η γυναίκα του, πήγαιναν με την κόρη τους σινεμά η οποία αναλάμβανε να τους περιγράφει το τι συνέβαινε στην οθόνη. Σύμφωνα με τα λεγόμενα της κόρης τους, η οικογένεια Payne είχε δει το Psycho του Hitchcock και από κει μάλλον αντλώντας έμπνευση το 1968 θα κυκλοφορήσει μία δική του σύνθεση τραγουδισμένη από τον Eddie Noack με τον ίδιο ακριβώς τίτλο: Psycho. Είναι φαινομενικά μια ακόμα country murder ballad στην οποία όμως αν εμβαθύνει κανείς λίγο περισσότερο θα δει πολύ σύντομα ότι ξεφεύγει τελείως σχεδόν από το πλαίσιο αυτής της κατηγορίας τραγουδιών.

Παραθέτω τους στίχους αμετάφραστους είναι σχετικά απλοί οπότε δε θα δυσκολευτείτε.

Can Mary fry some fish, mama
I’m as hungry as can be
Oh lord, how I wish, mama
You could stop the baby cryin’
‘Cause my head is killing me
I saw my ex again last night mama
She was at the dance at Miller’s store
She was with that Jackie White mama
I killed them both
And they’re buried under Jacob’s sycamore

You think I’m psycho don’t you mama
I didn’t mean to break your cup
You think I’m psycho don’t you mama
You better let ’em lock me up

Oh, don’t hand me Johnny’s pup mama
As I might squeeze him too tight
I’m havin’ crazy dreams again mama
So let me tell you ’bout last night
I woke up in Johnny’s room mama
Standing right there by his bed
With my hands around his throat mama
Wishing both of us were dead

You think I’m psycho don’t you mama
I just killed Johnny’s pup
You think I’m psycho don’t you mama
You’d better let ’em lock me up

Oh you recall that little girl mama
I believe her name was Betty Clark
Oh don’t tell me that she’s dead mama
‘Cause I just saw her in the park
We were sitting on a bench mama
Thinking of a game to play
Seems I was holding a wrench mama
Then my mind just walked away

You think I’m psycho don’t you mama
I didn’t mean to break your cup
You think I’m psycho don’t you mama
Mama why don’t you get up?

Ο κακός δεν είναι παράνομος. Ο κακός δεν είναι κακός. Δεν πυροβόλησε έναν άντρα στο Reno για να τον δει απλά να πεθαίνει. Δεν έκανε κάποιο έγκλημα πάθους. Δεν βρέθηκε σε δύσκολη θέση και αναγκάστηκε να εγκλιματίσει. Του βγαίνει φυσικά… αυθόρμητα… χωρίς σκέψη ή συναίσθηση παρά μόνο εκ των υστέρων ότι κάνει κάτι κακό… Εδώ το χειρότερο κακό δεν είναι ότι το κακό είναι κακό. Είναι ότι το κακό δεν έχει επίγνωση της κακίας του. Παρά μόνο μια ανατριχιαστική υποψία

Αλλά ας γυρίσουμε στα σημεία μας. Το τραγούδι του Payne θα παραμείνει στην αφάνεια για πάνω από μια δεκαετία και θα είναι κάτι καλά παλικάρια από την Αυστραλία αυτοί που θα το αναστήσουν, και πραγματικά θα πάρουν την ψυχρότητα, την παράνοια, τη φρίκη του τραγουδιού και θα την επανατοποθετήσουν στην εποχή τους. Πρόκειται για τους Beasts of Bourbon οι οποίοι θα το επιλέξουν ως το πρώτο τους single. Είναι μια από εκείνες τις περιπτώσεις διασκευών όπου δε φαντάζεσαι, δεν υποψιάζεσαι και δεν πάει το μυαλό σου με τίποτα στο ότι μπορεί να είναι διασκευή γιατί έρχεται και δένει πολύ φυσικά με αυτούς που το ερμηνεύουν… Το βασικότερο όμως, είναι ένα τραγούδι που κάτω από το βάρος της ακόμα πιο τρομερής δεκαετίας του ’80 πρέπει να ξαναειπωθεί. Με μεγαλύτερη ένταση και μεγαλύτερο πάθος. Κυρίως με μεγαλύτερη ψύχωση. Η pop αισθητική και η παστέλ απαλότητα της δεκαετίας του ’60 έχει μετατραπεί σε heavy metal ακρότητες σκισμένων σαρκών και φωσφοριζέ χρώματα. Και εδώ έρχονται τα τέρατα του bourbon να επιτείνουν την ψύχωση. Να μετατρέψουν την αποτραβηγμένη και flat εκτέλεση των country εκδοχών σε ειρωνικό σιγανό μουρμούρισμα που σταδιακά μετατρέπεται σε μια βουβή οργή και ένα τρελό παρανοϊκό γέλιο.

Και έτσι πια στη δεκαετία του ’80 ο τρόμος και η τρέλα γίνεται αντίσταση και αντίδραση. “Νομίζεις ότι είμαι psycho έ μανούλα; Έτσι δεν είναι; Μπορείς να στείλεις να με μαζέψουνε…” Μας λέει το τραγούδι, αλλά υπονοεί με σαράντα τρόπους και κυρίως με την επανάληψη του “mama” κάθε δεύτερο στίχο “Άκου μανούλα, δικό σου παιδί είμαι, από τα σπλάχνα σου βγήκα, εσύ με έφτιαξες, εσύ με μεγάλωσες, εσύ με τάισες, εσύ με τιμώρησες, εσύ με πόνεσες, εσύ μου έφτιαξες το πλαίσιο! Οπότε ναι, είμαι psycho! Χαίρεσαι τώρα;” Είτε η μανούλα μας είναι η κανονική μανούλα μας, είτε η μανούλα μας είναι οι κοινωνικές συνθήκες που μας γεννάνε και μας μεγαλώνουνε το νόημα είναι το ίδιο: Σου γυρνάω την τρέλα, στην επιστρέφω, στην γυρίζω με το ίδιο νόμισμα. Μετατρέπω την τρέλα μου σε όπλο εναντίον σου ακριβώς όπως εσύ έστρεψες τα όπλα του ορθολογισμού σου εναντίον μου. Αυτό που έλεγαν στο κίνημα της αντιψυχιατρικής πολύ απλά: Η αρρώστια όπλο ενάντια στον καπιταλισμό.

Ή όπως ακόμα λένε νεαρές ή όχι τόσο νεαρές παρεκτρέπουσες συμπεριφορές στις γωνίες της σκοτεινής μητρόπολης: Αρώώώώώώστια…

Και εδώ είναι το κλειδί. Το ΄30, τρόμος ήταν η απουσία της οικονομίας, το ’60 τρόμος γίνεται η παρουσία της οικονομίας, το ’80 τρόμος είναι το lifestyle δηλαδή η απεικόνιση της οικονομίας την οποία απεικόνιση του γυαλισμένου εξωφύλλου απειλεί η παρακμή, η αρρώστια, η παρεκτροπή διανοητική ή σωματική.

Τρόμος θα είναι πάντα κάτι το ξένο που επιβάλλεται πάνω στις ζωές μας.

Σημείωση: Για την ιστορία του θέματος το τραγούδι το έχουνε διασκευάσει ακόμα ο Elvis Costello για το Almost Blue το οποίο όμως δεν κυκλοφόρησε όταν βγήκε ο δίσκος παρά μόνο αργότερα σε κάποια deluxe έκδοση και ο Rudi Petrudi στο White Trash… Η πιο cult όμως εκτέλεση είναι αυτή της Amanda Palmer με το γιουκαλίλι της παρέα του εκλεκτού της συζύγου Neil Gaiman.