Category Archives: Ιστορία

Κονσέρτο για γομολάστιχες – Σχετικά με την ταινία: «Παληκάρι – Ο Louis Tikas και η σφαγή στο Ludlow»

Πρόσφατα έκανε την εμφάνιση του -εδώ θα λέγαμε κανονικά βγήκε στις αίθουσες αλλά μάλλον προς τιμήν του δεν βγήκε μόνο στις αίθουσες, αλλά αντιθέτως μέχρι στιγμής έχουν γίνει προβολές σε διάφορους χώρους σε όλη τη χώρα και όλες χωρίς αντίτιμο από όσο μπορώ να γνωρίζω- το ντοκιμαντέρ Palikari – Louis Tikas and the Ludlow Massacre σε σκηνοθεσία Νίκου Βεντούρα και δημοσιογραφική επιμέλεια Λαμπρινής Θωμά. Το ντοκιμαντέρ είναι μια προσπάθεια να ειπωθεί η ιστορία του Louis Tikas και της σφαγής στο Ludlow που έλαβε χώρα πριν από 100 ακριβώς χρόνια στις 20 Απριλίου του 1914.

Κριτικός κινηματογράφου δεν είμαι, και ούτε έχω όρεξη να γίνω, επομένως αυτό που θα ακολουθήσει δεν θα είναι μια κινηματογραφική κριτική. Πιθανά το ντοκιμαντέρ να ήθελε περισσότερα εξωτερικά πλάνα, ίσως να ήταν λίγο παραπάνω γραμμικό για τα γούστα μου και ίσως κάποιες εναλλαγές στην κινηματογράφηση να το βοηθούσαν έτσι ώστε να έχει περισσότερο παλμό σε κάποιο σημεία. Ωστόσο, η ιστορία είναι γοητευτική και ενδιαφέρουσα, οι συνεντεύξεις είναι δεμένες αρκετά καλά και παρόλο που υπάρχει συχνή ενάλλαγή στα πρόσωπα υπάρχει ένα πλαίσιο σαφές, κατανοητό και πολύ ωραία δεμένο παρόλες ίσως τις διαφορετικές οπτικές ή μάλλον ακριβώς για αυτό το λόγο.

Επίσης, θα αποφύγω και την αυστηρή πολιτική κριτική στο περιεχόμενο του ντοκιμαντέρ, και αυτό όχι από κάποια ευγένεια. Το μεγαλύτερο ίσως ατόπημα στο θέμα του περιεχομένου, είναι, ότι κατά τη γνώμη μου απουσιάζει σχεδόν τελείως ο ρόλος, τα έργα και οι ημέρες της UMWA, της οργάνωσης των ανθρακωρύχων που βρισκόταν υπό από την επιρρόη της IWW και της εμβληματικής μορφής του Big Bill Haywood εκείνη την περίοδο. Προφανώς, όμως, όταν έχεις μπροστά σου ένα υλικό το οποίο είναι τόσο ξένο προς έναν θεατή σε αυτή τη χώρα, θα πρέπει να κάνεις και κάποιου είδους οικονομία. Ειδικά, όταν από μόνες τους η UMWA και η IWW είναι τόσο τεράστια κεφάλαια. Ακόμα, ίσως σε κάποια σημεία, να υπήρχαν έντονες διαφωνίες με εκτιμήσεις ή ιστορικές προβολές που έκαναν κάποιοι από τους συνεντευξιαζόμενους (από τις οποίες ίσως μια ηρωοποιήση του Louis Tikas να ήταν η πιο προβληματική). Αυτά όμως κάποια άλλη στιγμή, και σίγουρα δεν ακυρώνουν το αποτέλεσμα, αλλά αντιθέτως καταφέρνουν να δώσουν υλικό προς συζήτηση.

Οι απεργοί ανθρακωρύχοι στο Ludlow.

Οι απεργοί ανθρακωρύχοι στο Ludlow.

Το μεγαλύτερο επίτευγμα όμως του ντοκιμαντέρ δεν είναι ούτε απαραίτητα ούτε μόνο η μορφή του, ούτε μόνο το περιέχομένο του, αλλά -όπως άλλωστε συνήθως συμβαίνει με την πραγματικότητα- η διαλεκτική σχέση αυτών των δυο (μορφής και περιεχόμενου) είναι που αποτελούν την παρέμβαση του. Και η παρέμβαση αυτού του ντοκιμαντέρ είναι καταλυτική. Είναι καταλυτική, πρωτότυπη και θα έλεγα εξαιρετικά καινοφανής γιατί καταφέρνει να αποκαλύπτει μία κρυφή ιστορία που έχει θαφτεί και από τις δύο τις πλευρές: Ως μια ιστορία αγώνα μεταναστών εργάτών και εργατριών, είναι μια θαμμένη ιστορία και στον τόπο που έλαβε χώρα, αλλά και στον τόπο (ή στους τόπους) από τον οποίο προέρχονται οι μετανάστες. Δεν ξέρω τι από τα δύο είναι πιο λογικό ή πιο αναμενόμενο. Για την ιστορία, η σφαγή στο Ludlow αποτέλεσε ιστορικά την πιο θερμή και έντονη με κάθε τρόπο σύγκρουση εργατών και αφεντικών στις ΗΠΑ και το συνεπακόλουθο της, που ήταν ένας κανονικός ένοπλος πόλεμος μεταξύ εργατών και μπράβων των αφεντικών (ή της εθνοφυλακής που σχεδόν ήταν το ίδιο πράγμα), που απλώθηκε στο μισό Colorado, αποτέλεσε το σημείο καμπής ώστε να αρχίσουν να αναγνωρίζονται σε εθνικό επίπεδο στοιχειώδη εργατικά και εργασιακά δικαιώματα. Ίσως με αυτή την έννοια, να είναι πιο λογικό η σφαγή στο Ludlow να είναι μια θαμμένη ιστορία στις ΗΠΑ, παρά στην Ελλάδα απλά και μόνο επειδή κάποιοι έλληνες μετανάστες έλαβαν μέρος στα γεγονότα. Από την άλλη όμως, δε θα έπρεπε αυτή η ιστορία να είναι ζωντανή κάπου, σε ένα μέρος, σε ένα χρόνο και σε κάποιες μνήμες όπου η ταξικότητα αμβλύνεται; Δηλαδή, όλοι μας, όσοι έχουμε συγγενείς μετανάστες, μαθαίνουμε τις ιστορίες τους, ξέρουμε με έναν τρόπο τι έκαναν ή δεν έκαναν στον τόπο μετανάστευσης. Που πήγε η ιστορία του Ηλία Σπαντιδάκη όταν αυτός έγινε Louis Tikas; Αλίμονο. Ο μετανάστης, δεν νοείται να επιστρέψει χωρίς χρήμα και ιστορίες δόξας στον τόπο καταγωγής του. Ειδικά, ο μετανάστης που δεν “πρόκοψε” στην Αμερική, συχνά δεν έχει καμία πια πατρίδα. Έχουμε και εθνικούς μύθους να θρέψουμε. Και προφανώς οι εθνικοι μύθοι δεν θρέφονται με μετανάστες που δεν μεγαλούργησαν στο εξωτερικό. Απέναντι σε αυτά, το ντοκιμαντέρ Palikari – Louis Tikas and the Ludlow Massacre πετυχαίνει συντριπτικά κατάγματα: από την μια θυμίζει στην Αμερική μια ιστορία ταξικού πολέμου, από την άλλη θυμίζει στην Ελλάδα ότι οι μετανάστες της δεν ήταν πάντα “θείες απο το Σικάγο” ή επιτυχήμενοι τύποι που διέπρεψαν σαν τον Τέλη Σαβάλας…

Η εθνοφρουρά στην περίμετρο του καταυλισμού των απεργών έτοιμη να παρέμβει.

Η εθνοφρουρά στην περίμετρο του καταυλισμού των απεργών έτοιμη να παρέμβει.

O Utah Philips, ένας απο τους τελευταίους τροβαδούρους wobblies ή ορθότερα ένας ακόμα συνεχιστής της παράδοσης της αμερικάνικης ριζοσπαστικής folk μουσικής, σε κάποιον δίσκο του, εκεί που διηγείται τις ιστορίες του, εκεί που εξηγεί τις ιστορίες και τους αγώνες που κρύβονται πίσω από τα τραγούδια λεει και το εξής: “Η μνήμη είναι σήμερα η πιο ριζοσπαστική ιδέα στην Αμερική.” Σε ένα πρώτο άκουσμα, αυτή η πρόταση υποδηλώνει το προφανές, (τουλάχιστον σε κάποιον ακροατή της στα σύνορα Μέσης Ανατολής και Ευρώπης), αυτό που κωδικοποιείται στο γνωστό: Ο αγώνας ενάντια στη λήθη είναι αγώνας ενάντια στην εξουσία. Ωστόσο, σε μια πιο δεύτερη ματιά τα πράγματα είναι πιο περίπλοκα και τα νοήματα βαθαίνουν.

Την Ιστορία τη γράφουν οι νικητές, γνωστό και αυτό μάλλον. Αυτή βέβαια, είναι μία μάλλον μια αισιόδοξη προσέγγιση. Η πραγματικότητα είναι ότι οι νικητές δεν γράφουν την ιστορία, αλλά ότι οι νικητές την σβήνουν. Το τι μένει από αυτό το σβήσιμο καλό είναι να μην θεωρείται γραφή. Επίσης, ας έχουμε υπόψην μας, ότι δόθηκαν (και δίνονται κάθε στιγμή και στο παρόν) μάχες γύρω από το τί είναι “ιστορία”. Γύρω από το τι πρέπει να λεχθεί. Τι πρέπει να ειπωθεί και τι πρέπει να συνεχίσει να λέγεται και να πηγαίνει στόμα με στόμα, βιβλίο με βιβλίο, τραγούδι με τραγούδι από γενιά σε γενιά. Αυτό που δεν είναι γνωστό, αυτό που μάλλον μας διαφεύγει και αυτό που πολλές φορές το ξεχνάμε είναι ότι πολλά πράγματα συνεχίζονται, ότι το σβήσιμο που επιχειρείται ευτυχώς ποτέ δεν μπορεί να είναι πλήρες και ότι ναι μεν έχει καταστραφεί το πλαίσιο μέσα στο οποίο λέγονται πράγματα, αλλά δεν έχουν καταστραφεί αυτά που έχουνε ειπωθεί. Ετσι, το λοιπόν ένα καθήκον που προκύπτει σε μας (σε μας που λέμε ότι θέλουμε να συνεχίσουμε, σε μας για τους οποίους η Ιστορία δεν έχει ξεκινήσει ακόμα να γράφεται, σε μας για τους οποίους φτιαχνόμαστε από το παρελθόν σε σχέση όμως με το μέλλον), είναι να ανασυσταθεί αυτό το πλαίσιο. Όχι εύκολη δουλειά, και σίγουρα όχι δουλειά ενός. Στις ΗΠΑ, κατα τη διάρκεια της δεκαετίας του ’50 και την περίοδο του Red Scare, έγινε μια τρομερή προσπάθεια να εξαφανιστεί κάθε επιρροή και επίδραση κομμουνιστικής φύσης στην τέχνη, στην κουλτούρα, στον πολιτισμό, σε κάθε είδους ιστορία του παρελθόντος και γενικότερα μία ιστορικής εξαφάνισης κάθε ίχνους ενός από τα πιο μαζικά, επαναστατικά και καταλυτικά εργατικά και επαναστατικά κινήματα των βιομηχανικών κοινωνιών. Δεν είναι του παρόντος να είμαστε περισσότερο αναλυτικοί σε αυτό το θέμα καλλιτέχνες φιμώθηκαν, συνδικαλιστές εξοστρακίστηκαν, πανεπιστημιακοί περιθωριοποιήθηκαν και κυρίως απλοί άνθρωποι και καθημερινοί αγωνιστές ή έπρεπε να πειθαρχήσουν στο νέο πολιτικό δόγμα των ΗΠΑ ή αλλιώς τους περίμενε το κοινωνικό περιθώριο.

Θα είναι τα κινήματα της δεκαετίας του ΄60 τα οποία θα ανασυστήσουν αυτή τη σύνδεση των αγωνιζόμενων υποκειμένων με την ριζοσπαστική τους παράδοση, και αργότερα κατά τις δεκαετίες του ’70 και του ’80 θα επιταθεί αυτή η επανασύνδεση. Όμως εδώ υπάρχει ένα κενό. Η εξιστόρηση έχει διακοπεί βίαια από τα πάνω, και με ένα τρόπο η επανασύσταση της, η επανασύνδεση της ξαναγίνεται από τα πάνω. Χωρίς απαραίτητα αυτό να είναι κακό. Η ιστορία όμως υπάρχει, και είναι εκεί. Την κουβαλούν σιωπηλά από γενιά σε γενιά έναν αιώνα τώρα, γονείς σε παιδιά και μετά σε εγγόνια και μετά σε δισέγγονα. Με έναν τρόπο είναι μία σκοτεινή, κρυφή και αόρατη ιστορία. Και δεν είναι άλλη από την ιστορία της τάξης μας εν προκειμένω. Ιστορίες που δεν διδάσκονται στα σχολεία, ιστορίες που δεν χωράνε σε επίσημους εθνικούς μύθους εκατέρωθεν του Ατλαντικού, ιστορίες που δεν χωράνε σε καλούπια, κουτάκια, μπαούλα ή θυσαυροφυλάκια.

Τα ερείπια του καταυλισμού των απεργών μετά την επίθεση της εθνοφρουράς.

Τα ερείπια του καταυλισμού των απεργών μετά την επίθεση της εθνοφρουράς.

Στον Woody Guthrie, την πιο εμβληματική μορφή της αμερικάνικης folk ριζοσπαστικής παράδοσης, χρωστάμε ίσως ένα μεγάλο κομμάτι της διατήρησης αυτής της μνήμης, ή μάλλον και αυτής της μνήμης, καθότι όλη του η τραγοδοποίια είναι γεμάτη με αναφορές σε εργατικούς αγώνες. Αναφορικά με το τραγουδι Ludlow Massacre, όπως ονομάζεται, ο ίδιος αναφέρει: «Το έγραψα το τραγούδι σα να ήμουν σε εκείνο το σημείο την μέρα που έγινε η σφαγή. Αυτός είναι ο καλύτερος τρόπος να κάνεις ένα τέτοιο τραγούδι. Αν διαβάσει κανείς το έργο ζωής της Mother Ella Reeves Bloor ‘We Are Many’ θα καταλάβει την ιστορία της σφαγής στο Ludlow, θα βρεθεί εκεί, θα το ζήσει. Η σφαγή στο Ludlow ήταν μια απο τις εκατοντάδες μάχες που δόθηκαν για να φτιαχτουν εργατικά συνδικάτα. Θέλω να τραγουδήσω ένα τραγούδι για να δείξω στους στρατιώτες ότι δεν χρειαζέται να ξαναγίνουν σφαγές σαν αυτή του Ludlow που σκοτώθηκαν 13 παιδιά και μια έγκυος απλά και μόνο για να επιβάλλουν χαμηλότερους μισθούς.” Σε αυτό το μικρό απόσπασμα, βρίσκεται ίσως η πιο ζωντανή απόδειξη αυτού που προσπαθώ να πω. Το να λες ιστορίες, το να συνεχίσεις να λες ιστορίες είναι το ίδιο φτιάξιμο της ιστορίας. Είναι το ίδιο Ιστορία από μόνο του. Ο τραγουδοποιός είναι εκεί, είναι στο Ludlow το βράδυ που γίνεται η σφαγή, και το επισημαίνει: Αυτός είναι ο καλύτερος τρόπος να γράψεις ένα τραγούδι, να πεις μια ιστορία, να αφηγηθείς κάτι. Αλλά, την ίδια στιγμή είναι και εδώ: επιχειρεί μια σύνδεση, επιχειρεί να ανοίξει το ζήτημα, όχι να το κλείσει σε ένα καλλιτεχνικό ή άλλο ντουλαπάκι. Εκεί νομίζω είναι και η χρυσή τομή, εκεί νομίζω είναι και το νόημα του πως πρέπει να φτιάχνουμε την Ιστορία. Ένας τρόπος που δεν σημαίνει καθόλου την επανασυναρμολόγηση της με βάση κάποιες επιστημονικές αρχές, ένας τρόπος που δε σημαίνει να την βάλεις στο κρεββάτι του Προκρούστη και να αρχίσεις να κόβεις ότι περισσεύει και να τεντώνει ότι δεν φτάνει και κυρίως ένας τρόπος που δεν σημαίνει κυρίως την αποσιώπηση, το σβήσιμο, τη διαγραφή και το πέταμα σε εκείνο τον καταραμένο σκουπιδοτενεκέ της ιστορίας. Ο μόνος τρόπος να κάνεις Ιστορία, είναι να ενωθούν οι πολλαπλές μικρές ιστορίες που θέλουν να την αποτελέσουν, να είναι ανοιχτές αυτές οι ιστορίες ώστε να βρίσκουν κοινά σημεία με τις άλλες, τις απέναντι, τις μακρινές. Και όταν δε μιλάμε για καλλιτεχνικά ή διανοητικά δημιουργήματα ο μόνος τρόπος να πουν μια Ιστορία, είναι να παίρνουν τα ποδαράκια τους και να βγαίνουν να συναντήσουν άλλες ανάλογες ιστορίες. Ο μόνος τρόπος εν ολίγοις να δημιουργηθεί Ιστορία, είναι να την δημιουργήσουν αυτοί που δημιουργούν ιστορίες.

Η κηδεία των θυμάτων της σφαγής στο Ludlow.

Η κηδεία των θυμάτων της σφαγής στο Ludlow.

Και είναι αυτό ίσως το πιο δυνατό σημείο το ντοκιμαντέρ του Νίκου Βεντούρα και της Λαμπρινής Θωμά. Είναι το ότι πετυχαίνει εκείνη τη συνάντηση μεταξύ της προφορικής ιστορίας ενός εργατικού αγώνα, μιας ταξικής σύγκρουσης με το πλαίσιο της, με την γραφή της και με την εξίστορηση της πια ως Ιστορία. Είναι εκείνο το σημείο στο ντοκιμαντέρ, όπου τα κόκκινα μαντήλια στο μνημείο του Louis Tikas και των νεκρών του Ludlow που βάζουν απόγονοι των ανθρακωρύχων για να τιμήσουν τη μνήμη τους είναι και δικά μας μαντήλια. Είναι εκείνο το σημείο, όπου το ντουφέκι που πήρε ο παπους πριν απο 100 χρόνια για να υπερασπιστεί την κοινότητα του αγώνα που έδωσε και το οποίο πηγαίνει από γενιά σε γενιά γίνεται και δικό μας τουφέκι. Είναι ακριβώς εκείνο το σημείο, όπου αναγνωρίζουμε κοινά σημεία, ενώσεις και προσαρμογές. Από τις ιστορίες, στην Ιστορία. Από τα πολλά στο ένα, που είναι πολλά και είναι ο μόνος τρόπος να είναι ένα.

Ένα λιθαράκι, μία σταγόνα, ένας κόκκος άμμου.

Advertisements

Στη σκοτεινή γωνιά της ιστορίας

Αφιερωμένο σε κάθε άνθρωπο αυτής της χώρας που έχει υποστεί διακρίσεις, που έχει κυνηγηθεί, που έχει φυλακιστεί, που έχει ξυλοκοπηθεί, που έχει δολοφονηθεί για το χρώμα του, την καταγωγή του, τις σωματικές του αναπηρίες, τις σεξουλικές του προτιμήσεις.

Αφιερωμένο σε κάθε άνθρωπο αυτής της χώρας που στο πρόσωπο όλων αυτών βλέπουν τον εαυτό τους.

Όλα συνδέονται, όλα είναι συνέχειες και ασυνέχειες, όλα έχουνε ρίζες που πάνε πολύ βαθιά, όλα τα πράγματα, ακόμα και τα πιο νέα, κουβαλάνε τα χρωμοσώματα ανθρώπων μέχρι 7 γενιές πίσω… Το παρόν είναι ένα διαρκής χορός πάνω στον τάφο του παρελθόντος σε έναν άγνωστο μελλοντικό ρυθμό. Ωστόσο, το τι έχουμε θάψει και το ποιους ρυθμούς θα αποφασίσουμε να χορέψουμε είναι δική μας υπόθεση. Το μικρό μέλλον, που θα αφηγηθώ παρακατώ, αφορά τρεις στιγμές του παρελθόντος. Και μια τέταρτη του μέλλοντος. Αλλά δεν έχει σημασία ο αριθμός έτσι και αλλιώς θα μπουρέσαν να είναι 7 ή 8 ή μερικές χιλιάδες. Επίσης αφορά και έναν τόπο που είναι πολλοί τόποι. Είναι η Καλιφόρνια, το Μέξικο Σίτι, η Αυστραλία, η Ελλάδα και η Γαιοθάλασσα…

Η σημερινή μας ιστορία θα μπορούσε να ξεκινάει με τον John Brown αν δεν είχα αφηγηθεί εδώ την –και μουσική- ιστορία του. Ο John Brown αποτελεί για τις ΕΠΑ την αρχετυπική φιγούρα του πολέμιου της δουλείας, του υπερασπιστή των δικαιωμάτων των μαύρων και ενός από τους πρώτους που προσπάθησε να επανορίσει τον αμερικάνικο ριζοσπαστισμό έναν αιώνα περίπου μετά την ίδρυση των ΕΠΑ και τον αντιαποικιοκρατικό τους αγώνα ενάντια στην Βρετανική Αυτοκρατορία. Αντιθέτως η ιστορία μας θα ξεκινήσει με έναν έλληνα μετανάστη στην Αμερική. Τον Johnny Otis.

Johnny-Otis-007

Οι περίεργες παιδικές αποφάσεις του Ιωάννη Βελιώτη

O Johnny Otis γεννήθηκε το 1921 στο Vallejo της California ως Ιωάννης Βελιώτης, στην Wikipedia μπορούμε να διαβάσουμε τον εξής μακροσκελή κατάλογο  American singer, musician, composer, arranger, bandleader, talent scout, disc jockey, record producer, television show host, artist, author, journalist, minister, and impresario…” ο οποίος όμως ξεχνάει τα επίσης πολύ βασικά κατά τη γνώμη μου: βιοκαλλιεργητής και μπακάλης. Την καλλιτεχνική του πορεία, τα πολυσχιδή ταλέντα του, τον πολύ κεντρικό ρόλο που έπαιξε στην ανάδειξη σπουδαίων γυναικών όπως η Big Mama Thornton και η Etta James, με αποτέλεσμα να αποκτήσει το προσωνύμιο Νονός του Rhythm and Blues προφανώς τα γνωρίζετε (ή αν δεν τα γνωρίζετε είναι εξαιρετικά εύκολο να τα μάθετε). Τα πρώτα δύο όμως πράγματα που έμαθα για τον Otis, ήταν το ότι ήταν έλληνας δεύτερης γενιάς και την εξής δήλωση του: “Σαν παιδί αποφάσισα ότι αν στην κοινωνία μας κάποιος έπρεπε να είναι λευκός ή μαύρος, να είμαι μαύρος”. Και πράγματι ο Otis έμεινε συνεπής στην απόφαση που πήρε ως παιδί: Έζησε, δημιούργησε, αποτέλεσε και πέθανε ως μέρος της μαύρης κοινότητας.

Είμαστε στη δεκαετία του ’30 και μέσα στην Μεγάλη Ύφεση. Την προηγούμενη δεκαετία για πρώτη φορά ήρθε η μαύρη μουσική στο προσκήνιο με τον περίφημο (και απαράδεκτο) από τις δισκογραφικές εταιρείες χαρακτηρισμό race music, αλλά την δεκαετία του ’30 πέφτει και η δισκογραφία σε βαθιά κρίση οπότε και σταματάνε να κόβονται πολλοί δίσκοι. Οι μαύρες κοινότητες κάνουν τα πρώτα τους βήματα προς την αυτοσυνείδηση τους. Ο πολιτικός ριζοσπαστισμός που ταρακούνησε τη χώρα τις τρεις πρώτες δεκαετίες –σχεδόν- και η ανάπτυξη της καπιταλιστικής παραγωγής με τον φορντισμό που δεν νοιάζεται για το χρώμα του δέρματος και πολύ, ήρθαν να βάλουν εκ νέου τα ζητήματα της ισότητας όχι στη βάση κάποιου θρησκευτικού δόγματος ή κάποιου συστήματος ηθικής αλλά στην ίδια την πραγματικότητα. Η μουσική λόγω της διαδεδομένης και κυρίαρχης θέσης της μέσα στη μαύρη κουλτούρα θα αρχίσει να γίνεται σιγά- σιγά ένα όχημα, ένα μέσο και ο συνδετικός ιστός της ανάπτυξης των μαύρων ως κοινοτήτων.

Κάπου εκεί, ο νεαρός Johnny γιος ενός έλληνα μετανάστη που έχει ένα μπακάλικο στο Vallejo αποφασίζει να είναι μαύρος. Προφανώς όλοι οι φίλοι και φίλες του θα ήταν μαύροι και μαύρες, στο σχολείο πολλοί συμμαθητές θα ήταν μαύροι. Και πολύ πιθανά θα πήγαινε κάποιες φορές στις εκκλησίες των μαύρων, θα άκουγε τα gospel και τα spiritual και θα του σηκωνόταν οι τρίχες στο σβέρκο. Ή εκεί σαν πιτσιρικάς πίσω από κάποια αυλή θα στάθηκε και θα άκουσε κάποιο δίσκο blues να βγαίνει από κάποιο φτωχό μαύρο σπίτι. Μπορεί να μην έκανε τίποτα από αυτά. Μπορεί όταν μεγάλωσε και άκουσε την Big Mama Thornton να τραγουδάει να μην του τσάκισε τα πλευρά με τη δύναμη της και απλούστατα μπορεί η μαύρη κραυγή της Etta James που σκίζει σαν τσεκούρι το κρανίο αυτόν να μην τον άγγιξε. Ποιος μπορεί να ξέρει;

Τι ώθησε όμως έναν λευκό πιτσιρικά μιας σχετικά ευκατάστατης οικογένειας να επιλέξει να είναι μαύρος σε μια εποχή εξαιρετικά ζόρική όχι απλά να επιλέγεις να είσαι μαύρος αλλά να είσαι κιόλας; Δεν ξέρω αν κάπου σε όλα όσα έχουν γραφτεί ή έχει γράψει το έχει απαντήσει… Με μια έννοια δεν έχει και πολύ σημασία να το μάθουμε.

Θέλω –και θέλω ρητά ως υποκειμενικότητα, θέλω ως επιθυμία- το κίνητρο του λευκού πιτσιρικά για να στείλει από κει που ήρθανε τις κοινωνικές επιταγές φυλετικής καθαρότητας και ανωτερότητας, το κίνητρο του για να αμφισβητήσει την πεμπτουσία της φιλολογίας περί λευκής ανωτερότητας, το κίνητρο του για να τα κάνει όλα αυτά πέρα και να ενωθεί δια βίου στην αγκαλιά των μαύρων αδερφών του να ήταν το πρώτο μαύρο τραγούδι που άκουσε και μίλησε στην ψυχή του, και αναγνώρισε σε αυτό τη δική του μαυρότητα (sic) και ένιωσε ότι με αυτούς τους ανθρώπους που μια κοινωνία του λέει ότι τον χωρίζει το χρώμα του δέρματος, αυτόν τον ενώνει η καρδιά του και το μυαλό του. Και ένα γράμμα αυτής της δικής μου επιθυμίας να ήταν κίνητρο του νεαρού λευκού, εμένα μου αρκεί.

Ο Otis δεν ήταν πολιτικός ακτιβιστής, αν και ήταν ενεργός στην κοινότητα του. Δεν έχει σημασία όμως ούτε αυτό. Σημασία έχει αυτή η κίνηση μέσα στην απλότητα της. Εκεί είναι όλη της η ουσία. Θεωρεί δεδομένο με τη στάση του να είναι μαύρος. Είναι το πιο λογικό πράγμα του κόσμου να είναι μαύρος. Είναι τόσο προφανές, σε μια κοινωνία που έχει σημασία το χρώμα, να κάνεις την επιλογή του χρώματος στο αντίθετο που η κοινωνική προσταγή επιτάσσει. Σε αυτή την στάση δεν μπαίνει καν θέμα αντιρατσιμού, τον υπερβαίνει. Θεωρεί δεδομένα τα ανθρώπινα κοινά που μετασχηματίζονται σε κοινότητες… Εκεί βρίσκεται η ομορφιά της απόφασης και της στάσης του Otis. Και σε αυτή την ομορφιά και ανθρωπινότητα, από τούτον δω τον τόπο της μακρινής καταγωγής του νεαρού Γιάννη, νιώθουμε τη δική μας μαυρότητα να ενώνεται με τη δική του…

ursula11

Οι περίεργες παιδικές αφηγήσεις της Ursula Le Guin

Σε ένα fantasy κόσμο όπου ο νεαρός Otis θα μπορούσε να αλλάξει το χρώμα του δέρματος του, να μάθει την Αληθινή Λαλιά, να καβαλάει δράκους και να κάνει τους ανέμους να κινούν τη μικρή του βάρκα θα μπορούσε να ήταν ο Γκεντ, ο Αρχιμάγιστρος της Γαιοθάλασσας. Εκεί θα είχε μεγαλώσει στο νησί του Γκόντ, θα είχε μάθει τα πρώτα ξόρκια δίπλα στον δάσκαλο Ογκηόν, θα είχε πάει στο νησί του Ροκ να μάθει τη μαγεία, θα πήγαινε στους τάφους του Ατουάν να μαγέψει την Φαγωμένη, να την φέρει –μια λευκή σε έναν μαύρο κόσμο- πίσω με τον Ρουνο της Ειρήνης, θα ταξίδευε από άκρη σε άκρη στη Γαιοθάλασσα με τον Αρμενιστή τη βάρκα του για να γιατρέψει τις πληγές ενός κόσμου που τσακίζεται, θα κουραζόταν, θα κινδύνευε να πεθάνει, θα πήγαινε μέχρι τον κόσμο των Σκιών, θα νικούσε. Αλλά θα ήταν μία νίκη που θα είχε κόστος την ίδια του την ύπαρξη ως Μάγιστρος. Θα έχανε κάθε ιδιότητα σαν μάγος και θα κατέληγε στα γεράματα του να φροντίζει τον κήπο του και τα λίγα ζωντανά του. Αλλά θα είχε αλλάξει ριζικά την κοινωνία και το πως τα πράγματα γίνονται αντιληπτά. Και κει στη μικρή του καλύβα με τα φτωχικά του υπάρχοντα θα τον επισκέπτονταν με κάθε επισημότητα βασιλιάδες και μάγοι για να υποβάλλουν τα σέβη τους.

Η Γαιοθάλασσα, είναι ένας φανταστικός κόσμος που η συγγραφέας Ursula K. Le Guin, δημιούργησε για να αφηγηθεί τις ιστορίες της. Εκεί εξελίσσεται η ιστορία του Αρχιμάγιστρου Γκεντ… Μαζί με τα μυθιστορήματα του Χαϊνικού Κύκλου αποτελεί τις δύο μεγάλες θεματικές ενότητες του έργου της. Η Γαιοθάλασσα ανήκει στο είδος του fantasy με σαφείς επιρροές από τον Lord Dunsany και τον J.R.R. Tolkin, ωστόσο η γραφή της μετατρέπει το είδος του fantasy από ένα χώρο παιχνιδιού της ανθρώπινης φαντασίας σε ένα χώρο πειραματισμού της ανθρώπινης δημιουργικότητας. Στη χώρα μας είναι περισσότερο γνωστή από τον “Αναρχικό των δύο κόσμων” άθλιος ελληνικός τίτλος του “The Dispossed”.

Ωστόσο, εδώ το θέμα μας δεν είναι μια συνολική αποτίμηση του έργου της Le Guin (πράγμα αδύνατο) αλλά ούτε καν μια απλή παρουσίαση του πραγματικά πολυδιάστατου έργου της. Ένα από τα βασικά στοιχεία στο έργο της Le Guin, είναι ο βαθύς και σχεδόν αναρχικός ανθρωπισμός της. Βαθύς και σχεδόν αναρχικός, με την έννοια ότι για τη συγγραφέα δεν υπάρχει τίποτα πάνω από τον άνθρωπο, τίποτα πιο σημαντικό και τίποτα που να αξίζει την ισοπέδωση έστω και μιας ανθρώπινης ύπαρξης προς χάριν του. Ταυτόχρονα, περιγράφει με τόση βαθιά ευαισθησία τους ήρωες της ,ακόμα και τους “κακούς”, (βέβαια οι κακοί της Λε Γκεν δεν είναι κακοί με την έννοια του αρχετυπικού κακού και σχεδόν πάντα είναι σαφέστατα τα κίνητρα τους: εξουσία και πλούτη), και παρόλο που ασχολείται με ένα είδος σαν το fantasy δεν υπάρχει πουθενά μεταφυσική… Η μαγεία στην Γαιοθάλασσα είναι Γλώσσα. Είναι η γνώση της πραγματικής ουσίας των πραγμάτων, τα οποία όλα ακόμα και υλικά πράγματα όπως τα βουνά και τα νησιά υπάρχουν επειδή λέγονται. Και εκεί είναι η γλώσσα που ως ανθρώπινη επινόηση είναι και ταυτόχρονα το βασικό στοιχείο της ανθρωπινότητας ως κοινότητας. Είμαστε άνθρωποι επειδή μιλάμε και μιλάμε επειδή έχουμε μια κοινή γλώσσα και έτσι μετασχηματίζουμε όλον τον υλικό κόσμο. Διαλεκτικός υλισμός. Όμορφος και συναρπαστικός…

Τη Γαιοθάλασσα τη θεωρώ το αποκορύφωμα του έργου της. Και αποκορύφωμα της Γαιοθάλασσας θεωρώ την Τεχανού. Η Τεχανού είναι ένα κορίτσι που το σώζουν τελευταία στιγμή από τη φωτιά που το είχαν πετάξει οι δικοί της. Το μαζεύουν και το φροντίζουν η Τενάρ με τον Γκεντ. Τρεις απόβλητοι μαζί… Η Τενάρ λευκή και ξανθιά από τις Καργκάδες. Ο Γκεντ δεν βρίσκει χώρο σε έναν κόσμο που έχει αλλάξει ο ίδιος. Και η Τεχανού ένα κορίτσι με μαγικές ιδιότητες που θέλησαν να κάψουν οι δικοί της. Τη μεγαλώνουν και φροντίζουν τις πληγές της. Η Τεχανού είναι μια υπέροχη μεταφορά της πληγής που ανοίγεται στον εαυτό μας προς χάριν της κοινωνικής συμμόρφωσης. Είναι τα κομμάτια μας που καυτηριάζονται με πυρωμένο σίδερο για να ταιριάξουμε σε ένα αλλοτριωμένο κόσμο. Και εδώ έρχεται η Le Guin στο τέλος να σου πει: μην αφήσεις τα γεμάτα εγκαύματα μέρη σου χωρίς φροντίδα, φρόντισε τα και θα επιβιώσουν. Θα μεγαλώσουν. Θα ωριμάσουν και στο τέλος θα μεταμορφωθούν ή μάλλον θα αποκτήσουν την πραγματική τους μορφή: θα γίνουν χρυσοί δράκοι με κοφτερά νύχια και γυαλιστερά λέπια. Πάλι δε θα ανήκουν σε αυτό τον κόσμο. Αλλά θα είναι δράκοι και όχι παραμορφωμένα μέλη.

Οι ήρωες, όλοι οι ήρωες της Le Guin είναι σκουρόχρωμοι. Τόσο στη Γαιοθάλασσα όσο και στον Κύκλο του Χαϊν. Την Τεχανού την είχα διαβάσει πολύ παλιά. Την ίδια πάνω κάτω περίοδο είχα γνωρίσει και τον Ασάντ, ανήλικος πρόσφυγας από το Αφγανιστάν που φιλοξενούνταν σε έναν ξενώνα ανήλικων προσφύγων στα Ανώγεια της Κρήτης. Ο Ασάντ είχε ένα χέρι σαν την Τεχανού. Μια βόμβα του είχε πάρει τα τρία δάχτυλα αφήνοντας στο ένα χέρι τη μισή παλάμη και τον αντίχειρα και τον δείκτη. Η Τεχανού ήταν καμένη από την μια πλευρά της και το ένα της χέρι έμοιαζε με νύχι. Η Τεχανού μπορούσε να μεταμορφωθεί σε δράκο. Ασάντ σημαίνει λιοντάρι. Ένας απόκληρος και μια απόκληρη. Ο Ασάντ ταυτίστηκε στο μυαλό μου με την Τεχανού. Και η Τεχανού μου έβάλε το θέμα τι κάνει μια κοινωνία με τους απόκληρους τους; Τους πεινασμένους της; Τους τρελούς της; Τους ανίκανους της; Τους αρρώστους της; Τους μαύρους της;

Δεν έχω απάντηση, γιατί σε αυτή την κοινωνία είμαι και εγώ ένα τέτοιος, και εκ των πραγμάτων αν και δεν έχω απάντηση, έχω θέση.

Ούτε η Le Guin έχει απάντηση. Μόνο ερωτήματα έχει… Μόνο ζητήματα… Και μόνο ενδεχόμενα.

Η Le Guin όμως έχει και αυτή θέση, τη θέση της γυναίκας, ζει και γράφει σε μια ανήσυχη Αμερική και αυτή στην Καλιφόρνια της δεκαετίας του ’60. Και αποφασίζει οι ήρωες της, οι ηρωίδες της να είναι μαύροι σε ένα είδος μάλιστα που δεν υπάρχει ίχνος μαυρότητας, ειδικά τότε. Είναι η δική της συμβολή να μιλήσει για μαυρότητα ως ανθρωπινότητα, να εντάξει δηλαδή στους κόλπους της ανθρωπινότητας το μαύρο της κομμάτι. Η σημασία που έχει κάτι τέτοιο για τη Le Guin φάνηκε όταν το 2004 το Sci Fi Channel πήγε να γυρίσει τα δύο πρώτα μέρη της Γαιοθάλασσας, όπου όλοι οι ήρωες στην σειρά είναι λευκοί και ξανθοί… Η Le Guin δήλωσε ότι δεν έχει καμία σχέση με όλο αυτό, και γενικώς οι αναγνώστες της έκραξαν άγρια τους δημιουργούς.

Ό Johnny Otis τοποθέτησε τον εαυτό του εντός της μαύρης κοινότητας θεωρώντας δεδομένη τη θέση του εκεί, η Ursula Le Guin τοποθέτησε την μαύρη κοινότητα ως κοινότητα στο έργο της θεωρώντας εξίσου δεδομένο τον χαρακτήρα της σαν κοινότητα και σαν ανθρωπινότητα. Και οι δύο βρίσκονται ένα βήμα μετά τον αντιρατσισμό. Ποια είναι η διαφορά; Ο αντιρατσιμός πολεμά τους ρατσιστές και τον ρατσισμό τους από μία αντίθεση στην κυρίαρχη θέση του ρατσισμού. Η ανθρωπινότητα της Le Guin και του Otis όμως, δημιουργούν μια νέα θετικότητα στην οποία ρατσισμοί και αντιρατσισμοί δεν έχουν θέση. Απλούστατα επειδή όλα τα ανθρώπινα πλάσματα είναι ανθρώπινα πλάσματα. Θεωρούν σχεδόν απαξιωτικό να αντιπαρατεθούν με τα γελοία επιχειρήματα του ρατσισμού. Και λειτουργούν ακριβώς εντός αυτού του πλαισίου.

salute

Οι περίεργες στιγμιαίες αποφάσεις του Peter Norman

Είμαστε στην Καλιφόρνια και είμαστε στη δεκαετία του ‘60. Σε κείνη την ακτή κατοικεί ένα ζώο το οποίο είναι εκ πρώτης όψεως τρομακτικό και επικίνδυνο αλλά κατά βάση είναι εξαιρετικά ήσυχο και γαλήνιο. Οι μόνες μάχες που δίνει είναι αυτή για την τροφή του και αυτή για να υπερασπιστεί τον εαυτό του. Το ζώο αυτό ονομάζεται πάνθηρας, και από κει εμπνεύστηκαν το όνομα τους οι Μαύροι Πάνθηρες που ξεκίνησαν τη δράση τους λίγο μετά τα μέσα της δεκαετίας του ‘60, με βασικό σκοπό την υπεράσπιση των κοινοτήτων τους και του εαυτού τους.

Το 1968 θα γίνουν στο Μεξικό οι Ολυμπιακοί αγώνες, οι οποίοι θα μας χαρίσουν μια από τις πιο έντονες και όμορφες εικόνες του προηγούμενου αιώνα. Στο βάθρο των νικητών του αγώνα των 200μ στέκονται οι αμερικάνοι Tommie Smith και John Carlos, με υψωμένη τη γροθιά τους φορώντας μαύρα γάντια. Σε μία τελετή έτσι και αλλιώς όλα είναι συμβολικά, οπότε και οι δύο αθλητές με όποιον τρόπο μπορούσαν έκαναν τις συμβολικές τους δηλώσεις: πήγαν και οι δύο ξυπόλητοι για να δείξουν τη φτώχεια των μαύρων των ΕΠΑ, ο Smith φόραγε ένα μαύρο φουλάρι σύμβολο της μαύρης περηφάνιας ενώ ο Carlos είχε ανοιχτό το πάνω μέρος της φόρμας του ως φόρο τιμής στους χειρωνάκτες εργάτες της πατρίδας του και φορούσε μια αλυσίδα που συμβόλιζε όλους εκείνους τους μαύρους που λιντσαρίστικαν, κρεμάστηκαν ή δολοφονήθηκαν. Και οι δυο φορούσαν την κονκάρδα του OPHR (Olympic Project for Human Rights). Το οποίο ήταν μια ομάδα δράσης κυρίως μαύρων αθλητών ενάντια στους φυλετικούς διαχωρισμούς και στις ΕΠΑ και στον κόσμο γενικότερα. Την κονκάρδα του OPHR φόραγε και ο τρίτος.

Ποιός είναι αυτός ο τρίτος; Ποιός είναι αυτός ο αμήχανος και συμβολικά σιωπηλός  λευκός στη δεύτερη θέση του βάθρου; Γιατί κοιτά ίσια όταν οι δύο Αμερικανοί έχουνε σκυμμένα τα κεφάλια τους; Και τέλος πάντων τι; Ο αμήχανος και σιωπηλός σε σχέση με τον κραυγαλέο συμβολισμό των μαύρων συναθλητών του λευκός είναι ο Peter Norman από την Αυστραλία. Και δεν είναι ούτε αμήχανος και ούτε σιωπηλός.

Να βάλουμε κάτω όλους τους συμβολισμούς; Δύο μαύροι αθλητές, πρώτος και τρίτος, κουβαλάνε στο βάθρο της φιέστας των Ολυμπιακών την πατρίδα τους που αγωνίζεται, τη μυστική εκείνη Αμερική για την οποία ποτέ δε θα μάθουμε εμείς οι απέξω τι συμβαίνει. Κουβαλάνε το κίνημα για την ελευθερία των μαύρων, κουβαλάνε τις σκατοδουλειές που ήταν αναγκασμένοι να κάνουνε, κουβαλάνε τα τρεξίματα, τα λιντσαρίσματα, τους φυλετικούς διαχωρισμούς, τους φόνους και όλη τη λευκή βία μιας Αμερικής που τρώγανε στα μάπα από τριών χρονών, κουβαλάνε όμως και την περηφάνια τους, κουβαλάνε τις μουσικές και την κουλτούρα τους, κουβαλάνε τη μνήμη τους σαν μέλη των κοινοτήτων τους, κουβαλάνε τους αγώνες του. Και όταν παιανίζει ο αμερικάνικος εθνικός ύμνος τον αμφισβητούν, κοιτούν κάτω το χώμα πάνω στο οποίο για αιώνες οι πρόγονοι τους έσερναν τα αλυσοδεμένα τους πόδια. Και υψώνουν τις γροθιές τους. Φωνάζοντας, ουρλιάζοντας: τους ανθρώπους μου τους θεωρείς σκουπίδια, τους κυνηγάς, τους σκοτώνεις τους έχεις μες στη φτώχεια. Είμαι ένας από αυτούς. Και σε αυτή τη στιγμή που η μαύρη αμερική διαμαρτύρεται που η μαύρη αμερική διεκδικεί τη θέση της, ένας αυστραλός λευκός στέκεται αλληλέγγυος ανάμεσα τους.

Και είναι εκεί μέσα στην κραυγαλέα της αντίθεση όλη η δύναμη της δήλωσης και του Peter Norman: ένας λευκός δύο μαύροι· σκυμμένοι, αυτός κοιτάει ίσια· ξυπόλητοι, αυτός με τα παπούτσια του· τα χερια ψηλα, αυτός κατεβασμένα αν και σφιγμένα σε γροθιές. Το μόνο το οποίο τον συνδέει με την εικόνα τους είναι η κονκάρδα. Και όλα τα υπόλοιπα είναι η κραυγή ενός ανθρώπου που έτυχε να γεννηθεί λευκός. Αυτή η κραυγή είναι εκείνο το σημείο όπου η ανθρωπότητα χωρίζετε στα δύο και όλοι πρέπει να πάρουν θέση. Και ο Norman πήρε αυτή που θεωρούσε σωστή. Έτσι απλά.

Μετά τον αγώνα οι δύο μαύροι αθλητές είπαν στον Norman τι σκόπευαν να κάνουν. Συμφώνησε μαζί τους και με τον σκοπό τους. Στην έξοδο για την απονομή ο Norman πήρε από έναν άλλο αθλητή την κονκάρδα του OPHR και τη φόρεσε. Μετά την απονομή είναι λίγο πολύ γνωστό το κυνήγι και τους αποκλεισμούς που δέχτηκαν οι μαύροι αθλητές. Το ίδιο ίσχυσε και για τον Norman. Η Ολυμπιακή Επιτροπή της Αυστραλίας τον επέπληξε και τα ΜΜΕ της χώρας τον εξοστράκισαν και παρόλο που το ’71 και το ’72 έπιασε 13 φορές τους χρόνους πρόκρισης για τους επόμενους ολυμπιακούς αγώνες του Μονάχου, οι αρχές της Αυστραλίας προτίμησαν να μη στείλουν κανέναν άντρα σπρίντερ, παρά να στείλουν και τον Norman μαζί τους. Στους Ολυμπιακούς του 2000 του Σίδνει, η χώρα του απέφυγε να τον συμπεριλάβει οπουδήποτε στους εορτασμούς, και ήταν οι ΕΠΑ εκείνες που τον κάλεσαν επίσημα. Το 2003 το πανεπιστήμιο του San Jose απόφοιτοι του οποίου ήταν οι Smith και Carlos τοποθέτησε ένα άγαλμα που αναπαριστά τον χαιρετισμό των Ολυμπιακών του 1968. Ωστόσο ο Norman δε βρίσκεται εκεί, αρχικά με ένα σκεπτικό μάλλον αυτός που βλέπει το άγαλμα να πάρει την κενή θέση του Norman, ωστόσο μίλησε στην τελετή του μνημείου. Ο Norman πέθανε το 2006 από έμφραγμα και για πολλά χρόνια αντιμετώπιζε ψυχολογικά προβλήματα και αλκοολισμό που ακολούθησαν τον ακρωτηριασμό του, μετά από έναν τραυματισμό στο πόδι. Στην κηδεία του το φέρετρο το κουβάλησαν οι δύο συναθλητές του. Ο ανιψιός του Norman, Matt Norman, γύρισε μετά το θάνατό του το 2008,  ένα ντοκιμαντέρ με θέμα το θείο του και με τίτλο “Salute”. Η ταινία έσπασε τα ταμεία και πολύ Αυστραλοί δεν γνώριζαν καν την ιστορία του Norman.  Το πόσο σπουδαίος αθλητής ήταν φανερώνει το γεγονός ότι ο χρόνος που έτρεξε το 1968, παραμένει ακόμα το ρεκόρ της Αυστραλίας. Το 2012 ο Carlos δήλωσε σε μια συνέντευξη του: “Δεν υπάρχει κάποιος στην Αυστραλία που θα πρέπει να τιμηθεί και να αναγνωριστεί περισσότερο από τον Peter Norman για τις ανθρωπιστικές του ανησυχίες, το χαρακτήρα του, τη δύναμη του και τη θέληση του να θυσιαστεί για τη δικαιοσύνη.” Την ίδια χρονιά, ξεκίνησε μια συζήτηση στο κοινοβούλιο της χώρας προκειμένου να δοθεί επίσημα συγγνώμη στον αθλητή για τον αποκλεισμό του. Το αρνήθηκαν.

Η στάση των αμερικανών που αναγνώρισαν περισσότερα πράγματα στη χειρονομία του Norman, και η τελείως εκδικητική στάση της Αυστραλίας, φανερώνουν ακριβώς τη σημασία της χειρονομίας του. O Peter Norman, βρέθηκε σε μια στιγμή όπου έπρεπε να πάρει μια απόφαση. Έπρεπε να αποφασίσει αν θα σταθεί δίπλα στους μαύρους αδερφούς του ή αν θα αδιαφορήσει. Έπρεπε να αποφασίσει με ποιους θέλει να έχει κοινά. Έπρεπε να αποφασίσει σε σχετικά σύντομο χρονικό διάστημα, και γνωρίζοντας μάλλον ότι θα βρεθεί απέναντι στις αρχές του τόπου του, ότι θα παίξει κορώνα ή γράμματα την καριέρα του. Έπρεπε πολύ απλά να αποφασίσει: ή γουρούνι ή άνθρωπος. Οι λόγοι; Μπορεί να φταιει το ότι την ίδια περίοδο και η Αυστραλία αντιμετώπιζε τα δικά της φυλετικά ζητήματα με την περίφημη πολιτικής της “Λευκής Αυστραλίας” που έπαιρνε τα παιδιά των Αβορίγινων από τους γονείς τους. Μπορεί να φταίει ότι μεγάλωσε σε μια εργατική συνοικία του Σίδνει. Μπορεί να φταίει πολύ απλά ότι κάποιος πρόγονος του στάλθηκε και αυτός αλυσοδεμένος σε μια ξένη και αφιλόξενη ήπειρο ως κατάδικος…

Δεν έχει και εδώ σημασία το γιατί.

Αυτό που έχει σημασία, αυτό που στα αλήθεια μετράει είναι ότι στις 16 Οκτωβρίου του 1968 στο βάθρο των νικητών του αγώνα των 200μ, ανέβηκαν όχι οι νικητές των αγώνων, αλλά οι ίδιοι οι αγώνες. Ανέβηκε και στάθηκε όμορφη και περήφανη, αψηφώντας κανονισμούς, καριέρες, ολυμπιακές επιτροπές και όλη την αθλητική βιομηχανία, ρατσισμούς, φασισμούς, ναζισμούς, διαχωρισμούς, λιντσαρίσματα, κυνηγητά και πογκρόμ η πιο βαθιά συνείδηση του ανθρωπισμού. Ενός ανθρωπισμού, όμως που ούτε φιλοσοφικός είναι, ούτε ιδεαλιστικός. Είναι ο ανθρωπισμός του να στέκεσαι δίπλα δίπλα στο συνάνθρωπό σου. Είναι ο ανθρωπισμός που χάθηκε κάπου στην εξίσωση “σοβιέτ + εξηλεκτρισμός = κομμουνισμός”. Είναι εκείνος ο βαθύς ανθρωπισμός που πρέπει να ξαναβρούμε και που ξεπερνά γλώσσες, χρώματα, φύλα και φυλές, σεξουαλικές ή άλλες προτιμήσεις. Είναι εκείνος ο βαθύς ανθρωπισμός της Le Guin στην Τεχανού που μετατρέπει ένα απόκληρο κορίτσι σε δράκο. Είναι εκείνος ο βαθύς ανθρωπισμός του Otis που του δίνει μια κοινότητα. Είναι εκείνος ο βαθύς μας ανθρωπισμός που μας κάνει να παλεύουμε πολύ απλά για έναν καλύτερο κόσμο.

Διαβάζοντας όλα τα παραπάνω δεν μπορεί να αποφύγει κανείς τις συγκρίσεις με την κατάσταση που ζούμε και βιώνουμε γύρω μας… Τους διάφορους αοιδούς που βγαίνουνε στα πάλκα και χαιρετάνε ναζιστικά, τις διάφορες γυναίκες συγγραφείς που θα προστρέξουν με την ευαίσθητη γυναικεία πένα τους να απολογηθούν για έναν Ηρωδικό κόσμο, τους διάφορους αθλητές που η μόνη ψυχολογία που ξέρουν είναι η ψυχολογία των μαζών. Βέβαια δεν υπάρχει η παραμικρή σύγκριση ουσίας μεταξύ αυτών. Η τραγικότητα μας όμως δεν είναι η ύπαρξη ξεφτιλισμένων απολογητών του υπάρχοντος. Η τραγικότητα μας είναι ότι δεν υπάρχουν αρκετοί μουσικοί, συγγραφείς και αθλητές που θα πάρουνε θέση. Και η τραγικότητα δεν είναι ότι περιμένουμε αυτούς να πάρουνε θέση, ωσάν σωτήρες, η τραγικότητα είναι ότι δεν τους έχουμε ακόμα εξωθήσει στο να πάρουνε θέση. Το ερώτημα δεν είναι να πάρουν θέση οι άνθρωποι του θεάματος και της τέχνης, πάντως. Άλλωστε και οι τρεις ιστορίες αφορούν κρυφές μάλλον πτυχές γνωστών ανθρώπων. Το ερώτημα, αν υπάρχει κάποιο ερώτημα, είναι χτίζουμε εκείνες τις κοινότητες (με την ευρεία σημασία τους σαν κοινωνικά, οικονομικά, πολιτικά και πολιτιστικά κοινά) που η υπεράσπιση τους θα είναι για όλους μας ζήτημα ζωής ή θανάτου;

Δεν είναι βέβαια όλα μαύρα, ποτέ δεν είναι όλα μαύρα έτσι και αλλιώς. Κοινότητες υπάρχουν, κοινά υπάρχουν, οι άνθρωποι επιμένουν να αντιστέκονται από έμμεσα και παθητικά, μέχρι άμεσα και ενεργητικά σε μία ιστορική κίνηση που θέλει να μετράει τα πάντα με βάση το χρήμα. Και αν σε αυτή τη χώρα που στις καταιγίδες βουλώνουν οι βόθροι και όλα τα σκατά ξεχύνονται στο φως της μέρας καμιά φορά όλα μοιάζουν μαύρα και σκοτεινά, συστήνω ανεπιφύλακτα το εξής:

Πάτε στον πιο κοντινό σας σταθμό του ηλεκτρικού και παίρνεται το τραίνο για Βικτώρια. Κατεβαίνετε και πατε προς Πατησίων. Περνάτε απέναντι και στρίβετε αριστερά προς ΑΣΟΕΕ. Μεταξύ Χεύδεν και Κότσικα υπάρχει ένα γκράφιτι, που δείχνει την υψωμένη μαύρη γροθιά.

Είναι ο μικρός τρόπος αυτού του τόπου να πει στους φασίστες ότι οι χώρες τους είναι πάνω στον πλανήτη μας.

Ο συνδικαλισμός, τα κορίτσια και η μουσική

Ίσως εδώ να ταίριαζε πάρα πολύ ωραία μια εισαγωγή τύπου λυκειακής έκθεσης τύπου “από αρχαιοτάτων χρόνων”, αν τη δούλευα λίγο καλύτερα θα μπορούσα ίσως να σας εντυπωσιάσω από τις πρώτες γραμμές… Αλλά δεν είναι έτσι, γιατί σε ότι ακολουθεί διαπλέκονται, σε ακραίο σημείο είναι αλήθεια πολλά και διάφορα θέματα. Από την απεικόνιση της γυναίκας στην τέχνη και στην κουλτούρα και την πατριαρχία, μέχρι το φεμινισμό τον εργατισμό και του πως μπορείς να απελευθερωθείς και απελευθερώσεις εντός διαδικασιών αγώνα κομμάτια αλλοτρίωσης, καταπίεσης και να άρεις έστω οριακά -αλλά κυρίως- έστω πρακτικά, μερικά σημεία της πατριαρχίας, του σεξισμού, του κοινωνικοοικονομικοπολιτικού διαχωρισμού των δύο φύλων. Και το κυριότερο και βασικότερο ίσως: πώς διάολε θα μπορέσουμε στις πολιτικές και κοινωνικές μας σχέσεις όχι να κατακτήσουμε την ισότητα, αλλά να βάλουμε τις βάσεις για αυτή την ισότητα φτιάχνοντας καινούριες έννοιες για το ανθρώπινο;

Και τι σχέση μπορούν να έχουνε όλα αυτά τα ερωτήματα με τη μουσική; Τι απαντήσεις μπορεί να δώσει αυτή…

Η διασταύρωση όλων αυτών των ζητημάτων είναι δύο τραγούδια εξίσου γνωστά μάλλον και τα δύο του αμερικάνικου εργατικού κινήματος.

The_Rebel_Girl_cover

Το πρώτο είναι το Rebel Girl του Joe Hill. Ο Hill το έγραψε όντας φυλακισμένος περιμένοντας την εκδίκαση της υπόθεσης του για την κατηγορία της δολοφονίας ενός μπακάλη και του γιου του. Κατά τη διάρκεια της φυλάκισης του ξεκίνησε να αλληλογραφεί με την Elizabeth Gurley Flynn, ακτιβίστρια, συνδικαλίστρια, φεμινίστρια και μέλος φυσικά της IWW στην οποία είχε οργανωθεί από τα 16 της το 1906. Είχαν αρκετά συχνή αλληλογραφία και η Flynn τον επισκέφθηκε και μία φορά στο κελί του, όπου έκατσε μια ώρα. Από αυτή τη σχέση ο Hill εμπνεύστηκε το τραγούδι Rebel Girl. Μάλιστα της έστειλε δύο τηλεγραφήματα:

 “Συνέθεσα ένα νέο τραγούδι την προηγούμενη εβδομάδα με μουσική αφιερωμένο στο “περιστέρι της ειρήνης”. Ετοιμάζεται. Και τώρα αντίο, αγαπητή Gurley, έζησα σαν επαναστάτης και θα πεθάνω σαν τέτοιος.”

Και το επόμενο:

Αγαπημένη φίλη Gurley:

Λέω τόσο συχνά αντίο τώρα πια που καταντάει μονότονο αλλά δεν μπορώ να μη σου στείλω μερικές ακόμα γραμμές γιατί ήσουν για μένα κάτι παραπάνω από συνάδελφος. Ήσουν έμπνευση και όταν συνέθεσα το Rebel Girl ήσουν εκεί και με βοηθούσες όλη την ώρα. Καθώς εκλέπτυνες τις ιδέες μου τώρα που θα φύγω θα πρέπει να χρεωθείς αυτό το τραγούδι και να βεβαιωθείς να βρεις και μερικά ακόμα Rebel Girls σαν και εσένα επειδή τα χρειαζόμαστε και τα χρειαζόμαστε πολύ. Με μια εγκάρδια χειραψία πάνω από αυτή την ήπειρο και ένα τελευταίο θερμό αντίο από ότι θα μείνει από μένα. Δικός σου για πάντα.

Joe Hill

Να σημειώσω εδώ ότι αυτό ήταν το ένα από τα δύο τελευταία τηλεγραφήματα που έστειλε ο Hill πριν την εκτέλεση του. To άλλο στάλθηκε στον Big Bill Haywood.

To τραγούδι αυτό το τραγουδήθηκε πάνω από το φέρετρο του Hill στην κηδεία του στο Chicago και εκδόθηκε λίγο αργότερα με την σημείωση: “Αφιερωμένο στις γυναίκες της IWW”.

Η Flynn συνέχισε τη δράση της μέχρι το θάνατο της, παρέμεινε ενεργή στους Wobblies, έφαγε όλη την καταστολή που εξαπολύθηκε εναντίον τους, συμμετείχε ενεργά στους εργατικούς αγώνες και αποτέλεσε μια από τις πρώτες μαχητικές φεμινίστριες της Αμερικής. Το 1936 έγινε μέλος του Κ.Κ. των ΕΠΑ, μετά τον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο συνελήφθη στο δεύτερο κύμα διώξεων μελών του Κ.Κ., εξέτισε δύο χρόνια στη φυλακή, το 1961 γίνεται πρόεδρος του Κ.Κ. και το 1964 πεθαίνει σε μια επίσκεψη της στην Ε.Σ.Σ.Δ. όπου και κηδεύεται δημοσία δαπάνη. Το μνημείο της είναι δίπλα σε αυτά των Big Bill Haywood και των μαρτύρων του Σικάγο.

Elizabeth Gurley Flynn

Elizabeth Gurley Flynn

Το τραγούδι είναι το εξής:

Υπάρχουν διάφορες γυναίκες
σε αυτό τον περίεργο κόσμο όπως όλοι ξέρουν
Μερικές ζούνε σε όμορφες επαύλεις
και φοράνε τα πιο κομψά ρούχα
υπάρχουν γαλαζοαίματες βασίλισσες και πριγκίπισσες
που έχουνε χάρες από διαμάντια και μαργαριτάρια
αλλά η μόνη καθαρόαιμη κυρία
είναι το Επαναστατημένο Κορίτσι

Είναι το Επαναστατημένο Κορίτσι, είναι το Επαναστατημένο Κορίτσι
και για την εργατική τάξη είναι ένα πολύτιμο μαργαριτάρι,

Φέρνει κουράγιο, περηφάνια και χαρά
στο Επαναστατημένο Αγόρι που αγωνίζεται.
Είχαμε κορίτσια πριν αλλά χρειαζόμαστε μερικά ακόμα
στους Βιομηχανικούς Εργάτες του Κόσμου
γιατί είναι θαυμάσιο να αγωνίζεσαι για την ελευθερία
με ένα Επαναστατημένο Κορίτσι

Ναι μπορεί τα χέρια της να είναι σκληρά από τη δουλειά
και το φόρεμα της όχι τόσο καλό
αλλά η καρδιά στο στήθος της χτυπάει
αφοσιωμένη στην τάξη της και στους ανθρώπους της
και οι άρπαγες τρέμουν από το φόβο τους
όταν το πείσμα και την περιφρόνηση θα πετάει
γιατί η μόνη καθαρόαιμη κυρία
είναι το Επαναστατημένο Κορίτσι

Το δεύτερο τραγούδι είναι το Union Maid που είναι γραμμένο -σχεδόν- από τον Woody Guthrie (οι δύο πρώτοι στροφές από αυτόν η τελευταία από τους Almanac Singers), και το έγραψε όταν του ζητήθηκε παραγγελία ένα συνδικαλιστικό τραγούδι από “γυναικεία σκοπιά” το 1940. Και έτσι τόσο απλά -συνήθως ο Guthrie απλά έγραφε τα τραγούδια του- έκατσε και το έγραψε.

Μεταφράζω… (σημ.: maid σημαίνει υπηρέτρια αλλά και νεαρή κοπέλα, δεν ξέρω ακριβώς τη χρήση του στο τραγούδι αλλά έχω την αίσθηση ότι έχει την έννοια της “κοπελιάς” όπως χρησιμοποιείται για να προσφωνήσουμε μια εργαζόμενη σε ένα χώρο δουλειάς ίδια χρήση που έχει και το “νεαρέ” -που βλέπεις να το λένε και σε 40αρηδες σε χώρους δουλειάς- βλ. και το γαλλικό garcon… Εδώ εγώ επιλέγω το κοπελιά…)

Ήταν κάποτε μια κοπελιά του σωματείου που ποτέ δεν φοβόταν
τους μπράβους, τα υποχείρια, τους απεργοσπάστες του αφεντικού και τους βοηθούς του σερίφη που έκαναν επιδρομές
και πήγαινε στα γραφεία του σωματείου όποτε είχε μάζεμα
και όταν έρχονταν οι τραμπούκοι πάντα έμενε στη θέση της

Όχι δεν μπορείς να με φοβίσεις
γιατί είμαι με το σωματείο

Η κοπελιά του σωματείου ήταν έξυπνη και ήξερε τα κόλπα των ρουφιάνων του αφεντικού
δεν μπορούσε να την ξεγελάσει το υποχείριο του αφεντικού και πάντα οργάνωνε τους άντρες
πάντα τα κατάφερνε όταν απεργούσε για έναν καλύτερο μισθό
δείχνει την κάρτα μέλους του σωματείου στην εθνοφρουρά
και να τι τους λέει:

Όχι δεν μπορείς να με φοβίσεις
γιατί είμαι με το σωματείο

(Αυτή η στροφή δεν είναι του Woody Guthrie είναι γραμμένη από τους υπόλοιπους Almanac Singers).

Εσείς κορίτσια που θέλετε να είστε ελεύθερα, ακούστε μια συμβουλή από μένα
πηγαίνετε μαζί με τον άντρα σας που είναι συνδικαλιστής και συμμετέχετε στο τμήμα των γυναικών
ο γάμος δεν είναι δύσκολη υπόθεση αν έχεις την κάρτα του σωματείου
και ο συνδικαλιστής είναι ένας χαρούμενος άντρας όταν η γυναίκα του συνδικαλίζεται.

Τρεις εκδοχές λοιπόν, της γυναίκας μέσα στο κίνημα. Μπορεί, βέβαια και οι εκδοχές να είναι δύο ή τέσσερις και μπορεί να είναι πέντε ή έξι ή και μία. Όλα φυσικά εξαρτώνται από την οπτική. Αλλά ας μείνουμε λίγο στο γράμμα και ας περιοριστούμε στις τρεις εκδοχές, όσες και οι συγγραφείς των στίχων.

Είμαι γενικώς της άποψης ότι ένα καλλιτεχνικό έργο δεν έχει ποτέ αιώνια αξία ή σημασία. Ειδικά σε ότι αφορά την λαϊκή μουσική αυτό θεωρώ ότι ισχύει ακόμα περισσότερο. Ειδικά αυτή η μουσική θέλει και επιδιώκει να είναι εφήμερη και προσωρινή, να καλύψει μια συγκεκριμένη ανάγκη και να εκπληρώσει μια ειδική επιθυμία. Με αυτή τη σημασία οι στίχοι του Hill, δεν μπορούν να σταθούν στην αιωνιότητα σαν ένα καλλιτεχνικό έργο με αιώνια και πανανθρώπινη αξία και άλλα τέτοια κλισέ. Είναι λάθος να το κάνουμε αυτό και ανάμεσα στα άλλα δεν ξέρω αν ο Hill θα ήθελε κάτι τέτοιο. Για την ακρίβεια νομίζω ότι ο Hill είναι απλά ικανοποιημένος που έναν αιώνα μετά, σε ένα μέρος που μπορεί να μην άκουσε ποτέ και σε μια γλώσσα που επίσης δεν άκουσε ποτέ κάποιος γράφει για το τραγούδι του και κάποιοι-ες το διαβάζουν. Είναι αυτές μικρές οι νίκες που αποζητάμε στην τελική αν το καλοσκεφτεί κανείς…

Κάτω από ένα τέτοιο πρίσμα δεν μπορώ να κάτσω να κρίνω πολιτικά και στην οπτική του σήμερα το τραγούδι αυτό. Είναι προφανές ότι το “Φέρνει κουράγιο, περηφάνια και χαρά στο Επαναστατημένο Αγόρι που αγωνίζεται” δεν έχει και πολλά απελευθερωτικά στοιχεία. Από την άλλη βέβαια, αν δούμε το τραγούδι στην ιστορική και πολιτική του συνθήκη ίσως και να μην έχει και πολύ σημασία όλο αυτό.

Εκείνη την εποχή οι γυναίκες δεν είχαν ακόμα δικαίωμα ψήφου, επίσης με εξαίρεση κάποιες ελάχιστες κατηγορίες εξειδικευμένων εργατριών κανένα από τα σωματεία δεν δεχόταν να τις εγγράψει ως μέλη του. Ακόμα μόλις σχεδόν είχαν ξεκινήσει να ανακινούνται τα ζητήματα της ισότητας, της αυτοδιάθεσης του σώματος και γενικότερα να μπαίνουν επί τάπητος μια σειρά ζητημάτων που ίσως ακόμα και σήμερα να μην έχουνε επιλυθεί. Ειδικότερα η I.W.W. ήταν μπροστά στους αγώνες για το γυναικείο ζήτημα σε όλους τους τομείς με εξαίρεση το θέμα της ψήφου, με το οποίο δεν ασχολούνταν αλλά ταυτόχρονα ασκούσε και κριτική στο τότε φεμινινιστικό κίνημα λέγοντας ότι η γυναίκα της εργατικής τάξης έχει περισσότερα κοινά με τον άντρα της εργατικής τάξης παρά με γυναίκες των ανώτερων τάξεων.

Οπότε σε μια εποχή που η γυναίκα οριακά λογίζεται ως ανθρώπινο ον και σε καμία περίπτωση ίση με τον άνδρα πως μπορεί να ακούγονται οι στίχοι του Hill; Ειδικότερα, σε μια εποχή που ακόμα και μέσα στο επαναστατικό κίνημα η γυναίκα μπορεί να περιοριζόταν σε δεύτερους ρόλους είτε βοηθητικούς είτε υποστηρικτικούς πως μπορούν να ηχούν και κυρίως πως να γίνονται αντιληπτοί οι στίχοι του Hill; Ακόμα παραπέρα, σε μια εποχή που η γυναίκα γενικώς είναι υπηρέτρια (του άντρα αφέντη, του άντρα εργάτη, του άντρα επαναστάτη) τι σημασία μπορεί να έχει ένα τραγούδι που την τοποθετεί τόσο ψηλά; Που την μετατρέπει στο κόσμημα της εργατικής τάξης; Που θέλει να δει τη γυναίκα και θεωρεί ότι η γυναίκα πρέπει να είναι αναπόσπαστο κομμάτι του κινήματος; Που παίρνει τα ταλαιπωρημένα από τη δουλειά χέρια της και τα κάνει σύμβολο περηφάνιας και στοιχείο ομορφιάς; Που δε δίνει σημασία στα όμορφα φορέματα αλλά στο πως στέκεται η γυναίκα απέναντι στην πραγματικότητα; Και κυρίως: Που παίρνει μια υποτιμημένη διπλά ανθρώπινη ύπαρξη (και γυναίκα και εργάτρια) και την αναδεικνύει, την εξυψώνει και την επανατοποθετεί εκεί που πρέπει να είναι: πλάι πλάι με τις γυναίκες και τους άντρες της τάξης της;

Σε αυτά τα ερωτήματα βρίσκεται κατά τη γνώμη μου και η ομορφιά αυτού του τραγουδιού αλλά ταυτόχρονα και η πολιτική του αξία και σημασία. Την ίδια στιγμή όμως, ακριβώς εκεί έγκειται και η αδυναμία του. Και δεν είναι η εφήμερη αδυναμία του ίδιου του τραγουδιού αλλά η χρήση που του γίνεται. Ας το δώσουμε σχηματικά: η γυναίκα βρίσκεται στο 0 και ο Hill θέλει να την πάει στο 10 όπου είναι ο άντρας, το “λάθος” βρίσκεται στο ότι στο τραγούδι την πάει στο 15, ελπίζοντας κατά κάποιο τρόπο να κάτσει κάπου κοντά στο 10. Όμως η ζωή δεν είναι τραγούδι, οι απελευθερωτικές διαδικασίες δεν αρκούνται στην ποίηση (με την λογοτεχνική της σημασία) και κυρίως ο καπιταλισμός και το σύστημα κυριαρχίας και εκμετάλλευσης δεν θα νικηθεί μόνο με τους στίχους -δυστυχώς. Έτσι, το βασικό πρόβλημα με αυτό το τραγούδι, καθώς τα χρόνια περνούσαν και καθώς η θέση της γυναίκας ελάχιστα καλυτέρευε, για να μην πούμε ότι για πολλές δεκαετίες παρέμενε ίδια, ήταν ότι χρησίμευσε και σαν ευχολόγιο. Ήταν ότι χρησίμευσε και σαν άλλοθι για να μην ασχοληθούμε με τον ρόλο των γυναικών μέσα στο κίνημα. Ήταν, ή τέλος πάντων, έτσι λειτούργησε για κάποιους -συγγνώμη  αλλά ποτέ δεν είναι όλοι- ως η αιτία να θάβονται τα ζητήματα.

Αλλά αυτή είναι η ουσία της τέχνης: είναι στο χέρι του υποκειμένου αν θα το απελευθερώσει ή αν θα το σκλαβώσει.

Ας περάσουμε όμως στο Union Maid, το οποίο με πολλές σημασίες νομίζω (με εξαίρεση πάντα το τελευταίο τετράστιχο) έχει μια σωστή οπτική. Σωστή με την έννοια του πρακτικού. Άλλωστε ο Guthrie λαϊκός άνθρωπος ήταν, και οι λαϊκοί άνθρωποι γενικώς φημίζονται για την πρακτικότητα τους. Έτσι και αλλιώς, βέβαια, η παραγγελία που δόθηκε στον Guthrie δεν θα μπορούσε να υλοποιηθεί. Πως να γράψει ένας άντρας ένα τραγούδι από γυναικεία σκοπιά; Αλλά από την άλλη θα αποφύγει τους υψηλούς τόνους και τις ακρότητες του Hill. Η γυναίκα του Guthrie, είναι υλική, είναι βρώμικη, είναι προσγειωμένη, είναι πρακτική και μαχητική, δεν είναι όμορφη γιατί δεν τον ενδιαφέρει η ομορφιά, αλλά στέκεται με ισότητα μέσα στους αγώνες. Η γυναίκα του Guthrie είναι ανώνυμη και ταυτόχρονα επώνυμη, είναι κομμάτι του κινήματος. Δεν καλεί να την σεβαστούμε ή να την εξυψώσουμε, καθότι δεν υπάρχει λόγος. Την έχουμε αποδεχτεί ήδη. Είναι κομμάτι μας, είμαστε κομμάτι της και όλοι μαζί δίνουμε αγώνα προκειμένου να είμαστε ένα. Ένα ενιαίο υποκείμενο χωρίς διαχωρισμούς. Η γυναίκα του Guthrie συμμετέχει εξίσου στο κίνημα. Πάει στις συνελεύσεις και στέκεται στην περιφρούρηση. Η γυναίκα του Guthrie έχει απολέσει το επικό στοιχείο της θηλυκότητας (με την αρνητική σημασία) και έχει κατακτήσει την ανθρωπινότητα της συμμετοχής στους αγώνες.

Φυσικά ούτε εδώ μπορούμε να γνωρίζουμε με ακρίβεια την πραγματική κατάσταση και θέση της γυναίκας μέσα στα κινήματα εκείνη την περίοδο (μην αγχώνεστε, και σήμερα εδώ στην Ελλάδα με το ζόρι γνωρίζουμε κάποια πράγματα και μάλιστα ελάχιστα κατά τη γνώμη μου, στο βαθμό που τα ίδια τα υποκείμενα δεν παίρνουν το λόγο), ώστε να μπορούμε με βεβαιότητα να πούμε κατά πόσο το τραγούδι αυτό είναι ένα ευχολόγιο ή είναι μια καταγραφή. Νομίζω ότι η αλήθεια είναι κάπου ανάμεσα. Με μια έννοια είναι και ευχολόγιο αλλά ταυτόχρονα αντικατοπτρίζει και μια κατάσταση, ή τέλος πάντων κάποιες τάσεις μέσα στην κατάσταση του κινήματος.

Παρόλα αυτά την αδυναμία του Hill το τραγούδι δεν την έχει. Δεν μπορεί να λειτουργήσει πολύ ως άλλοθι μιας πατριαρχικής συμπεριφοράς και ως κρύψιμο κάτω από το χαλί συμπεριφορών βασισμένων στον διαχωρισμό των φύλων. Ας επαναλάβω εδώ όμως το εξής: η αδυναμία αυτή δεν είναι αδυναμία του δημιουργού, είτε του Hill είτε του Guthrie, είναι και πάντα είναι αδυναμία του ίδιου του κινήματος. Εσένα, εμένα, αυτουνού και αυτηνής…

Πάμε και στο τελευταίο τετράστιχο, αυτό που προστέθηκε μετά από τους υπόλοιπους Almanac Singers και το οποίο κατά τη γνώμη μου φανερώνει ότι πιο οπισθοδρομικό έχει να επιδείξει γενικώς και ειδικώς το ευρύτερο κίνημα…

Εσείς κορίτσια που θέλετε να είστε ελεύθερα, ακούστε μια συμβουλή από μένα…

Η παλιά καλή λούμπα της λογικής των πρωτοποριών, εγώ συμβουλεύω εσάς, το οποίο προσοχή εδώ, δεν είναι μια συμβουλή όπως στα blues που απευθύνεται από ισότιμα μέλη της κοινότητας σε άλλα ισότιμα μέλη της κοινότητας. Εδώ είναι μια συμβουλή άντρα προς γυναίκα, πολιτικοποιημένου προς μη πολιτικοποιημένο, αυτού που έχει “συνείδηση” και αυτού που δεν έχει. Και ως εκ τούτου, άχρηστη και κατευθυνόμενη.

Πηγαίνετε μαζί με τον άντρα σας που είναι συνδικαλιστής και συμμετέχετε στο τμήμα των γυναικών

Πόσο πια να αναπαράγει κανείς την πατριαρχία; Πόσο πια να επιτείνεις το διαχωρισμό μεταξύ των φύλων; Πραγματικά δεν ξέρω αν έχει περισσότερο. Σε αυτό το στίχο πάντως νομίζω βρίσκεται και η τερατώδης διαφορά του τι είναι αυτό που πολεμάει τους διαχωρισμούς και τι είναι αυτό που τους αναπαράγει. Αυτό που τους πολεμάει είναι η ρήξη με τα πλαίσια που θέτει το σύστημα κυριαρχίας και εκμετάλλευσης, αυτό που τους αναπαράγει είναι η διατήρηση εντός αυτών των πλαισίων της πρακτικής μας, της δράσης μας και της θεωρίας μας.

Ο γάμος δεν είναι δύσκολη υπόθεση αν έχεις την κάρτα του σωματείου
και ο συνδικαλιστής είναι ένας χαρούμενος άντρας όταν η γυναίκα του συνδικαλίζεται.

Και έτσι πολύ όμορφα κλείνει αυτό το τραγούδι και ταυτόχρονα μπαίνει και η ταφόπλακα σε ότι απελευθερωτικό πρότειναν ο Hill και ο Guthrie. Πάει το κορίτσι με τα σκληρά χέρια από τη δουλειά που είναι όμορφα και είναι και αυτή όμορφη, πάει το κορίτσι που οργανώνει τους άντρες και μας μένει η γυναίκα που παντρεύεται τον συνδικαλιστή για να έχει έναν αρμονικό έγγαμο βίο…

Γενικότερα οι Almanac Singers και όσοι τους αποτελούσαν, πέραν της αδιαμφισβήτητης αξίας της δουλειάς τους σε όλα σχεδόν τα επίπεδα, είχαν και είναι λογικό να είχαν διάφορα προβλήματα. Και όλη εκείνη η ευρύτερη κίνηση των τελών των 30’s στην Νέα Υόρκη (Πατήρ και υιός Lomax, πατήρ και υιός Seeger και όλοι οι υπόλοιποι σοσιαλιστές και αριστεροί), είχε μία βασική αδυναμία: δεν ήταν κομμάτι της λαϊκής μουσικής και των εργατικών κοινοτήτων. Ερχόταν σαν εξωτερικοί διανοούμενοι προκειμένου να την αναδείξουν. Αλλά σε σχέση με αυτό περισσότερα κάποια άλλη φορά.

Και τι μένει; Τι κάνουμε εμείς; Τι γίνεται με τους άλλους; Τι γίνεται με τους άλλες;

Δεν ξέρω.

Ξέρω όμως ότι θα πρέπει να το παλέψουμε. Ξέρω όμως ότι τους διαχωρισμούς τους πολεμάμε.  Από κοινού. Μαζί. Ξέρω ακόμα ότι μπορεί να προκύπτουν διαχωρισμοί μέσα στον καταμερισμό εργασιών του κινήματος (με βάση τις ανάγκες, τις ικανότητες και τις επιθυμίες) αλλά αυτός ο καταμερισμός δεν πρέπει να δίνει την κοινωνική υπεραξία που δίνει ο αντίστοιχος καπιταλιστικός, επειδή για το κίνημα κάθε εργασία, κάθε δέσμευση, κάθε πράξη είναι ισότιμη με κάθε άλλη επειδή μέσα στο κίνημα είμαστε όλοι μας ισότιμοι. Δυστυχώς όμως δεν είναι έτσι. Αλλά οφείλουμε, σε μας, στους άλλους και στις άλλες να το παλέψουμε να είναι έτσι.

Επειδή όταν ένα χέρι πιάνει ένα άλλο, είτε είναι σε μια διαδήλωση, είτε είναι στο σκοτάδι, είτε είναι από ανάγκη, είτε είναι από επιθυμία, είτε είναι φόβος, είτε είναι χαρά…

Είναι πάντα δύο χέρια που πιάνονται…

Εν τέλει όμως, πέρα από αυτές τις τρεις γυναίκες, θα υπάρχει πάντα και εκείνο το κορίτσι με το οποίο είμαστε μονίμως ερωτευμένοι…

ΥΓ. Ο τίτλος είναι παράφραση του τίτλου του κειμένου «Η δικαιοσύνη τα κορίτσια και η αιωνιότητα» του Υβ Λε Μανάκ

Ο πολεμικός ύμνος του συνδικαλισμού

Στις δύο προηγούμενες αναρτήσεις, έπιασα 2 τραγούδια και τα “εξιστόρησα” σαν ένα πεδίο διαλεκτικού γίγνεσθαι. Ή τέλος πάντων αυτό προσπάθησα να κάνω… Να δείξω δηλαδή τις μελωδίες ως το πεδίο το οποίο λάμβανε χώρα η σύγκρουση και τα λόγια ως τους στρατιώτες οι οποίοι διεξήγαγαν τη σύγκρουση. Στο πρώτο μας τραγούδι το κέντρο ήταν ο αντιαποικιοκρατικός αγώνας των αμερικάνων και ο αντιαποικιοκρατικός αγώνας κατά των αμερικάνων. Στο δεύτερο κινηθήκαμε στον πυρήνα της πιο κεντρικής αντίφασης της εργατικής τάξης: αυτήν της μισθωτής σχέσης, και του πως ένα τραγούδι που εξυμνεί έναν καλό εργάτη μετατρέπεται σε ένα τραγούδι ενάντια στους καλούς εργάτες. Στο τρίτο τραγούδι που θα πιάσουμε εδώ θα φέρουμε στο φως την καθαρή ταξική πάλη εντός ενός τραγουδιού. Και του πως η ίδια μελωδία ταξιδεύει μέσα στις δεκαετίες για να οπλίσει διαφορετικά στόματα κάθε φορά.

Θα αρχίσουμε από το σημείο που αρχίζει κάθε κοινωνική δημιουργία. Το σημείο αυτό είναι πάντα η στιγμή που πολλοί άνθρωποι αποφασίζουν να κάνουν από κοινού κάτι. Σε αυτή την ιστορία αυτή η στιγμή είναι τα camp meetings. Το πιο κοντινό πράγμα που έχουμε εμείς εδώ στα camp meetings είναι μάλλον τα πανηγύρια. Τα camp meetings ήταν μαζέματα, συγκεντρώσεις ως επί το πλείστον θρησκευτικού περιεχομένου των αποίκων. Το περιεχόμενο τους ήταν επίσης ως επί το πλείστον κυρήγματα ιερέων και ομαδικά θρησκευτικά τραγούδια. Αλλά προφανώς υποθέτουμε ότι είχαν ένα ευρύτερο νόημα κοινωνικότητας. Αυτα τα camp meetings διοργανώνονταν από Βαπτιστές, Μεθοδιστές και λοιπά προτεσταντικά δόγματα προκειμένου να προσηλυτίσουν νέο κόσμο. Γενικώς από τα τέλη του 18ου αιώνα μέχρι και τα μέσα του 19ου ήταν πολύ διαδεδομένα σαν κοινωνική πρακτική και πολύ αποτελεσματικά μιας και χιλιάδες προσηλυτίζονταν στα διάφορα αυτά χριστιανικά δόγματα. Μια παρένθεση εδώ: ας μην ξεχνάμε ότι ακόμα εκείνη την περίοδο πολλά από τα δόγματα αυτά ευαγγελίζονταν και κοινωνικές αλλαγές σαν καθυστερημένη ίσως ηχώ των διάφορων δογμάτων που είχαν αναπτυχθεί δεκαετίες πριν στην γηραιά Ευρώπη.

Ο John Brown (1800-1859) αποτελεί μια πολύ ενδιαφέρουσα φιγούρα. Αποτέλεσε τον πρώτο υπέρμαχο της κατάργησης της δουλείας που καλούσε σε ένοπλη εξέγερση των σκλάβων. Η ιστορία του είναι αρκετά ενδιαφέρουσα σε κάθε περίπτωση. Από πολύ νεαρός ήταν ενεργός στο κίνημα για την κατάργηση της δουλείας και ενεργό μέλος του Underground Railway ενός δικτύου νομικής, υλικής, οικονομικής και τεχνικής υποστήριξης νέγρων φυγάδων από το Νότο. Η πιο σημαντική στιγμή του είναι η επιδρομή στο Harper’s Ferry της Δυτικής Virginia. Έχοντας συγκεντρώσει πριν μια ομάδα 19 μόλις ατόμων επιτέθηκε στο οπλοστάσιο της πόλης με σκοπό να πάρει τα όπλα που φυλασσόταν εκεί και να ξεκινήσει μια πορεία στις πολιτείες του Νότου απελευθερώνοντας και εξοπλίζοντας κατά τη διαδρομή τους σκλάβους. Κατέλαβε εύκολα το οπλοστάσιο μιας και το φύλαγε ένας και μόνο άντρας αλλά στη συνέχεια περικυκλώθηκε από πεζοναύτες και συνελήφθη. Στη συνέχεια δικάστηκε για προδοσία, καταδικάστηκε και τελικά κρεμάστηκε στις 2 Δεκεμβρίου του 1859. Η ηρωική του έφοδος και το τολμηρό του σχέδιο ενέπνευσε τους υπέρμαχους για την κατάργηση της δουλείας. Και αποτέλεσε τον προπομπό του αμερικάνικου εμφυλίου.

Τον Απρίλη του 1861 ξεκίνησε ο Αμερικάνικος Εμφύλιος Πόλεμος όταν εφτά πολιτείες του Νότου αποφάσισαν να αποσχιστούν από τις ΕΠΑ. Μετά από κάποιες συρράξεις στα σύνορα των αποσχισθέντων πολιτειών που οδήγησαν στην κατάληψη εδαφών της Ένωσης (των υπολοίπων πολιτειών των ΕΠΑ δηλ.) ο Λίνκολν κάλεσε εθελοντές να ανακαταλάβουν αυτά τα εδάφη και ουσιαστικά κύρηξε τον πόλεμο στην Συνομοσπονδία (οι πολιτείες του Νότου που αποσχίστηκαν). Αμέσως μετά άλλες τέσσερεις πολιτείες προσχωρούν στην Συνομοσπονδία ανεβάζοντας τον αριθμό τους στις έντεκα συνολικά πολιτείες.

Ένα μήνα αφού είχε ξεκινήσει ο εμφύλιος, σε κάποιο στρατόπεδο της Ένωσης ακούγεται το τραγούδι John Brown’s Body… Βασίστηκε σε μια μελωδία από έναν ύμνο των meeting camps το Say, Brothers, Will You Meet Us? το οποίο τυπώθηκε το 1858 (ή το 1856) και αποτελούσε εκείνη την περιόδο ένα από το πιο διαδεδομένα τραγούδια. Αρχικά το τραγούδι είναι συλλογική σύνθεση ενός συντάγματος στρατιωτών της Ένωσης και οι στίχοι του είναι αρκετά απλοί.

“Το σώμα του John Brown σαπίζει στον τάφο του
αλλά η ψυχή του συνεχίζει να μας οδηγεί”

Το τραγούδι γίνεται εξαιρετικά δημοφιλές στις τάξεις των στρατιωτών της Ένωσης και σύντομα εμφανίζονται στιχουργικά πιο λογοτεχνικές και πιο πολιτικές εκδοχές του. Όπως συνηθίζεται σε τέτοιου τύπου τραγούδια υπήρξαν αρκετές διαφορετικές εκδοχές. Ωστόσο ας κρατήσουμε σε πρώτη φάση ότι το τραγούδι στιχουργικά ήταν εμπρηστικό: Υπερασπιζόταν το πνεύμα του John Brown, της ένοπλης εξέγερσης των μαύρων, της απελευθέρωσης τους και της ισότητας. Και με αυτή τη σημασία διατηρήθηκε στις δεκαετίες που πέρασαν ως ένα τραγούδι υπέρ των δικαιωμάτων των μαύρων και των αγώνων τους για την ελευθερία κυρίως όμως από λευκούς συνοδοιπόρους τους.

Ας το ακούσουμε αρχικά από τον Pete Seeger στη μορφή που έχει φτάσει ως τις μέρες μας…

Μερικούς μήνες αργότερα η Julia Ward Howe ακούει το John Brown’s Body αλλά μάλλον δεν ήταν αρκετά θρησκευτικό για τα γούστα της. Και ίσως οι ακρότητες του John Brown να μην ήταν και πολύ αρεστές σε αυτήν. Έτσι ουσιαστικά παίρνει ένα κοινωνικοπολιτικό τραγούδι και το μετατρέπει σε μια θρησκευτική αλληγορία επί του πολέμου… Η αλήθεια του κυρίου είναι μαζί μας και το σπαθί της δικαιοσύνης του θα λάμψει και κάτι τέτοια. Λιγότερο πολιτικό και προφανώς με ακροατήριο και τις δύο μεριές του πολέμου μιας και η αλήθεια του Κυρίου μπορεί να ξεχειλωθεί πιο εύκολα από την αλήθεια του John Brown. Αυτό το τραγούδι έμεινε γνωστό ως τις μέρες μας σαν Battle Hymn Of The Republic.

Εδώ το ακούμε (στην πιο ανεκτή εκτέλεση που βρήκαμε) από τον Johnny Cash.

Ας αφήσουμε πίσω μας όλα αυτά. Ας αλλάξουμε αιώνα, ας αλλάξουμε ιστορικές συνθήκες και ας πάμε στους αγαπημένους μας wobblies.

O Ralph Chaplin (1887-1961) αποτελεί μια αρκετά ιδιάζουσα περίπτωση ανάμεσα στους wobblies. Συνδικαλιστής, οργανωτής απεργιών, εκδότης, δημοσιογράφος, ποιητής και σκιτσογράφος. Είναι υπεύθυνος ανάμεσα στα άλλα και για την σχεδίαση της θρυλικής μαύρης γάτας, ως σύμβολο των wildcat strikes, των άγριων απεργιών δηλαδή. Μετά την απελευθέρωση των ηγετικών μελών της IWW το 1919 (που είχαν συλληφθεί εξαιτίας της ενεργούς στάσης της οργάνωσης κατά του Α’ Παγκοσμίου Πολέμου) αρνήθηκε να ακολουθήσει τον Big Bill Haywood και άλλους wobblies στην ΕΣΣΔ και παρέμεινε στις ΕΠΑ και ενεργός πια μόνο στον συνδικαλισμό. Τη δεκαετία του ’30 απογοητευμένος από την εξέλιξη της Οκτωβριανής Επανάστασης ασχολήθηκε με το να προσπαθεί να αναχαιτίσει την κομμουνιστική επιρροή στα συνδικάτα. Προς το τέλος της ζωής του βαφτίστηκε ρωμαιοκαθολικός και ήταν ενεργός στο κίνημα για τα δικαιώματα των ιθαγενών Ινδιάνων. Πόσες πια αντιφάσεις σε έναν άνθρωπο;

Το 1915 ολοκληρώνει το πιο δημοφιλές ανάμεσα στο συνδικαλιστικό κίνημα Solidarity Forever. Το οποίο είναι το εξής:

(Εδώ από τον Utah Phillips).

Όταν η ιδέα του συνδικάτου θα είναι στο αίμα των εργατών
δε θα υπάρχει μεγαλύτερη δύναμη πουθενά κάτω από τον ήλιο
ωστόσο ποια δύναμη στη γη είναι πιο ανίσχυρη από την λειψή δύναμη του ενός
αλλά το σωματείο μας κάνει δυνατούς.

Πάντοτε αλληλεγγύη
επειδή το συνδικάτο μας κάνει δυνατούς

Υπάρχει κάτι κοινό με τα αχόρταγα παράσιτα
που θα μας καθυποτάξουν στην δουλοπαροικία και θα μας συντρίψουν με τη δύναμη τους;
Έχει μείνει τίποτα άλλο από το να οργανωθούμε και παλέψουμε;
Επειδή το συνδικάτο είναι που μας κάνει δυνατούς

Είμαστε εμείς που οργώνουμε τα λιβάδια, που φτιάχνουμε τις πόλεις που εμπορεύονται
σκάβουμε στα ορυχεία, χτίζουμε τα εργοστάσια και τους ατέλειωτους σιδηροδρόμους
Και τώρα στεκόμαστε απόβλητοι και πεινασμένοι ανάμεσα στα θαύματα που έχουμε φτιάξει.
Αλλά το σωματείο μας κάνει δυνατούς.

Όλος ο κόσμος που ανήκει στους τεμπέληδες κηφήνες είναι δικός μας και μόνο.
Έχουμε χτίσει τα βαθιά θεμέλια μέχρι τον ουρανό πέτρα πέτρα,
είναι δικά μας όχι για να τους είμαστε σκλάβοι αλλά για να τα δουλεύουμε και να μας ανήκουν,
καθώς το σωματείο μας κάνει δυνατούς.

Έχουνε πάρει αμύθητα πλούτη που δεν ίδρωσαν να τα αποκτήσουν,
αλλά χωρίς το μυαλό και τα χέρια μας ούτε μία ρόδα δε γυρνάει
μπορούμε να τσακίσουμε την αλαζονική τους δύναμη, και να κερδίσουμε την ελευθερία μας όταν μάθουμε
ότι το συνδικάτο μας κάνει δυνατούς

Στα χέρια μας υπάρχει μια δύναμη μεγαλύτερη από τα κρυμμένα τους χρυσάφια
μεγαλύτερη από τη δύναμη των στρατών μεγενθυμένη χίλιες φορές
μπορούμε να δημιουργήσουμε έναν καινούριο κόσμο στις στάχτες του καινούριου
επειδή το σωματείο μας κάνει δυνατούς.

Αυτό το τραγούδι παρόλο που ήταν γραμμένο ως τραγούδι της IWW πολύ γρήγορα γίνεται δημοφιλές σε όλο το συνδικαλιστικό κίνημα και στις ΕΠΑ και στον Καναδά αλλά και στην Αυστραλία, σε σημείο που και ο ίδιος ο Chaplin να ενοχλείται από αυτό το γεγονός λέγοντας ότι το τραγούδι δεν το έγραψε για να το τραγουδάνε κουστουμαρισμένοι συνδικαλιστές και ότι δεν αποτελεί καμιά πρόοδο ο συνδικαλισμός από σκοπός να μετατρέπεται σε επάγγελμα. Γενικώς, πάντως το τραγούδι συνηθίζεται να τραγουδιέται χωρίς την δεύτερη και τέταρτη στροφή (που είναι και οι πιο ριζοσπαστικές -το ίδιο έχει πάθει και το This land is your land του Woody Guthrie).

Εν κατακλείδι, εγώ εδώ θέλω να σταθώ για άλλη μια φορά στο ίδιο το τραγούδι το οποίο και είναι ένα σχεδόν έμμετρο το καταστατικό της IWW, τοποθετημένο πάνω σε ένα εξαιρετικά δημοφιλές πατριωτικό πια τραγούδι.

Η μουσική, τα τραγούδια και οι στίχοι είναι και θα είναι πάντα και αυτά πεδίο του ταξικού και κοινωνικού ανταγωνισμού.

Σημείωση: Όλοι οι σύνδεσμοι είναι από τη wikipedia για λόγους ευκολίας.

Casey Jones – Μια ιστορία απεργοσπασίας

Υπάρχει μια πολύ βασική παράδοση στην λαϊκή μουσική γενικότερα αλλά και στη folk ειδικότερα. Η παράδοση αυτή συνίσταται στο ότι για πολλά χρόνια γράφονταν τραγούδια που τα “φορούσαν” πάνω σε προϋπάρχουσες μελωδίες. Στα χρόνια πριν την εφεύρεση του γραμμοφώνου ο μόνος τρόπος κυκλοφορίας των λαϊκών τραγουδιών ήταν η προφορική τους διάδοση και η τυπογραφία. Τα καινούρια τραγούδια ήταν τυπωμένοι στίχοι με μια σημείωση αναφορικά με το πάνω σε ποια γνωστή μελωδία τραγουδιέται. Ως εκ τούτου δε λείπουν οι περιπτώσεις να υπάρχουν πάμπολλες εκτελέσεις και εκδοχές κάθε τραγουδιού. Σε πολλές περιπτώσεις χάνεσαι σε ένα, όμορφο είναι αλήθεια, μουσικό λαβύρινθο του τι υπήρχε πρώτα, τι ακολούθησε μετά και στο ποια τελικά εκδοχή έχει επικρατήσει, αλλά αφού διαμορφώσεις λίγο αυτή τη διαδρομή φτιάχνονται μερικές όμορφες ιστορίες. Ιστορίες ταξιδιών ανθρώπων και μελωδιών, στίχων και νοημάτων, αναγκών και επιθυμιών, διαμαρτυρίας και ονείρων. Η αλήθεια είναι ότι έχω αποκτήσει τη συνήθεια να προσπαθώ να ανασυνθέτω αυτές τις ιστορίες. Αυτή η καταγραφή έχει γίνει μια συνήθεια την οποία θα μοιραστώ και εδώ και η οποία προσπάθεια κατά κάποιο τρόπο θα αποτελεί μια ενότητα από μόνη της, μέσα σε αυτό το ιστολόγιο.

Θα ξεκινήσουμε αυτό το ταξίδι με το «Casey Jones.» Ο Casey Jones αποτελεί στις ΕΠΑ μια από τις θρυλικές φιγούρες της λαϊκής κουλτούρας (που μαζί με τον John Henry είναι η κατεξοχήν εργατικές φιγούρες). Ο μύθος του βασίζεται σε πραγματικά γεγονότα αλλά γρήγορα τραγουδήθηκε, εξωραΐστηκε και κυκλοφόρησε. Αλλά ας ξεκινήσουμε από την αρχή.

Ο Casey Jones ήταν ένας μηχανικός τραίνων από το Jackson του Mississipi γεννημένος το 1863. Οι μαρτυρίες αναφέρουν ότι ήταν εξαιρετικός στη δουλειά του όπου μαζί με τον μαύρο βοηθό του Wallace Saunders είχαν φτιάξει ένα αμίμητο δίδυμο για τους κύκλους των μηχανικών τραίνων. Υποτίθεται ότι o Casey Jones ήταν τόσο ακριβής στις ώρες αναχώρησης και άφιξης των τραίνων που οι υπόλοιποι συντόνιζαν την ώρα τους με σημείο αναφοράς αυτόν.

Στις 29 Απριλίου του 1900, αναλαμβάνει να πραγματοποιήσει το δρομολόγιο από το Canton στο Memphis, το οποίο όμως θα φύγει με μιάμιση ώρα καθυστέρηση. Έτσι προσπαθεί να φτάσει στον προορισμό του στις 4 τα ξημερώματα έχοντας ξεκινήσει στις 12.50 από τις 11:15 που ήταν κανονική αναχώρηση. Σε όλο το δρομολόγιο τα κατάφερνε αρκετά καλά. Αλλά σε ένα σταθμό μετά από λάθος συνεννόηση ήταν παρκαρισμένη μία άλλη αμαξοστοιχία πάνω στη γραμμή που ήταν το τραίνο του Jones. Όταν το πήρε χαμπάρι το τραίνο του πήγαινε με 120 χλμ. την ώρα και απείχε μόλις 100 με 150 μέτρα από το σημείο της σύγκρουσης. Αντί να πηδήξει, παρέμεινε στη μηχανή και προσπάθησε να σταματήσει το τραίνο, τη στιγμή της σύγκρουσης είχε καταφέρει να κατεβάσει την ταχύτητα στο μισό. Ήταν ο μόνος που σκοτώθηκε από την σύγκρουση. O Wallace Saunders, ο βοηθός του, μετά το ατύχημα θα κάτσει και θα γράψει ένα τραγούδι βασισμένο στο δημοφιλές εκείνη την εποχή Jimmy Jones, που εξιστορεί την ηρωική του προσπάθεια να σώσει τους επιβάτες και να αποφύγει τη σύγκρουση, και σύντομα θα γίνει εξαιρετικά δημοφιλές. Αρχικά, o Saunders το τραγούδαγε γύρω γύρω στην περιοχή που ζούσε για να τιμήσει τον συνάδελφο του. Σύντομα όμως, το τραγούδι άρχισε να κυκλοφορεί κατά μήκος της σιδηροδρομικής γραμμής που συνδέει το Chicago με την New Orleans. Εκεί ένας άλλος μηχανικός, ο William Leighton το πήρε και το έδωσε στους αδερφούς του Frank και Bert οι οποίοι ήταν καλλιτέχνες του vaudeville οι οποίοι και άρχιζαν να το παίζουν στις παραστάσεις τους. Όμως ούτε ο Saunders, ούτε οι αδερφοί Leighton θα κατοχυρώσουν τα πνευματικά δικαιώματα και έτσι δεν ξέρουμε με ακρίβεια πως ήταν η αρχική εκδοχή ακριβώς. Ο Saunders υποτίθεται ότι πληρώθηκε με ένα μπουκάλι τζιν για να παραχωρήσει το τραγούδι. Τελικά άλλοι καλλιτέχνες του vaudeville ο T. Lawrence Seibert και ο Eddie Newton θα κατοχυρώσουν τα πνευματικά δικαιώματα για το τραγούδι το 1909 με τίτλο «Casey Jones, The Brave Engineer». Το οποίο προωθούταν ως το μοναδικό κωμικό τραγούδι για τους σιδηροδρόμους. Έτσι θα χτιστεί ο λαϊκός μύθος του Casey Jones.

Παρακάτω ακολουθούν οι στίχοι του τραγουδιού όπως αυτό έχει καθιερωθεί μέχρι σήμερα.

Ελάτε όλοι από τριγύρω αν θέλετε να ακούσετε την ιστορία ενός γενναίου μηχανικού
Casey Jones ήταν το όνομα του και σε ένα δρομολόγιο με τραίνο κέρδισε τη φήμη του
Τον κάλεσαν στις τέσσερις και μισή και αφού φίλησε τη γυναίκα του στην πόρτα του σταθμού

Σκαρφάλωσε στην καμπίνα με τις οδηγίες στα χέρια του
Και είπε αυτό είναι το ταξίδι μου για τη γη της επαγγελίας
O Casey Jones σκαρφάλωσε στην καμπίνα του, ο Casey Jones με τις οδηγίες στα χέρια του
Ο Casey Jones κοιτάει έξω από το παράθυρο του καθώς πάει ταξίδι στη γη της Επαγγελίας

Μέσα από το Νότιο Memphis η βροχή έπεφτε δυνατά και το νερό ήταν ψηλά
Όλοι όμως γνώριζαν από το μουγκρητό της μηχανής ότι την οδηγούσε ο Casey Jones
Λοιπόν ο Jones είπε στο θερμαστή, ”Μη στεναχωριέσαι Sam Webb δε θα τα παρατήσουμε ακόμα
Είμαστε με 8 ώρες καθυστέρηση και ταχυδρομείο για το Νότο
Θα είμαστε στην ώρα μας ή αλλιώς να τα παρατήσουμε τελείως.”

Νεκρό στις γραμμές ήταν το επιβατηγό τραίνο και το αίμα έβραζε στο κεφάλι του Casey
O Casey φώναξε “Κοίτα μπροστά και πήδηξε έξω Sam αλλιώς θα είμαστε όλοι νεκροί”
Με το ένα χέρι στην σφυρίχτρα και το άλλο στο φρένο ξύπνησε όλο το βόρειο Mississipi
Και το στέλεχος της σιδηροδρομικής εταιρείας είπε “Είναι καλός μηχανικός για να πεθάνει”
Πονοκέφαλος και μαράζι και κάθε είδος πόνου είναι μέρος του σιδηροδρόμου
Ιδρώτας και κόπος το καλό και το σπουδαίο είναι μέρος της ζωής του σιδηροδρομικού

Έτσι ο Casey Jones γίνεται ταυτόχρονα το σύμβολο του συνεπούς, αποδοτικού και όλο αυτοθυσία για το καλό της δουλειάς εργαζόμενου αλλά μέσα σε αυτό ο εμπεριέχεται και ένας συμβολισμός της πάλης του ανθρώπου με τη μηχανή και το χρόνο από την οποία όμως βγαίνει ηττημένος.

Το 1911 θα ξεσπάσει μια πανεθνική απεργία 40.000 σιδηροδρομικών. Ο Joe Hill προκειμένου να την υποστηρίξει θα εμπνευστεί απο το “Casey Jones” και θα γράψει το “Casey Jones, The Union Scab”, το οποίο και θα τυπωθεί στην έκδοση του 1912 του Little Red Songbook. Φαινομενικά δεν κάνει ούτε κάτι σπουδαίο, ούτε κάτι πρωτότυπο, αν το δούμε με μουσικούς, καλλιτεχνικούς ή στο πλαίσιο της μουσικής λαϊκής παράδοσης των ΕΠΑ. Αν όμως δούμε το θέμα με ιστορικούς και πολιτικούς όρους μιλάμε πρακτικά για την δημιουργία ενός νέου πεδίου προπαγάνδας, μιλάμε για την επέκταση της κοινωνικοπολιτικής αλλαγής που ευαγγελίζονται τα επαναστατικά υποκείμενα σε νέα πεδία. Μιλάμε για την κοινωνικοιστορική εκείνη τομή που η εργατική τάξη χτίζει το νέο κόσμο μέσα στο κέλυφος του παλιού και στον τομέα της κουλτούρας.

Μισόν αιώνα αργότερα οι καταστασιακοί μέσα στα πλαίσια του καλλιτεχνικού τους πειραματισμού, θα επινοήσουν την μεταστροφή (détournement) ως ένα μέσο για την δημιουργία ανώτερων μορφών βιώματος από αυτές που παράγει η καπιταλιστική συνθήκη. Δε θα ήθελα να υπερβάλλω αλλά μισόν αιώνα πριν, ο Joe Hill και οι wobblies κάνανε ακριβώς αυτό το πράγμα όχι όμως με όρους καλλιτεχνικής πρωτοπορίας αλλά με όρους λαϊκού τραγουδιού και πολιτικής προπαγάνδας. Ας πάμε όμως στο τραγούδι.

Οι εργάτες της S.P. (Southern Pacific) κάλεσαν σε απεργία
Αλλά ο Casey Jones ο μηχανικός δεν θα απεργήσει καθόλου,
Ο βραστήρας είχε διαρροή και το τιμόνι τα χε φτύσει,
η μηχανή του και τα ρουλεμάν
τα χαν παίξει τελείως.

(Chorus)
Ο Casey Jones έκανε τη σακαράκα του να κινείται,
O Casey Jones δούλευε υπερωρίες
Ο Casey Jones πήρε ένα ξύλινο μετάλλιο
επειδή ήταν καλός και πιστός στην Southern Pasific

Οι εργάτες είπαν στον Casey “Γιατί δε μας βοηθάς με την απεργία;”
Αλλά ο Casey είπε “Παρατήστε με και αδειάστε μου τη γωνιά”
Και τότε η ζαλισμένη μηχανή του Casey εκτροχιάστηκε απο το χαλασμένες ράγες
Και ο Casey έπεσε στο ποτάμι με έναν απαίσιο θόρυβο.

(Chorus)
Ο Casey Jones έπεσε στο ποτάμι
Ο Casey Jones έσπασε την γερή του πλάτη
Ο Casey Jones έγινε άγγελος
και πήγε ταξίδι στον παράδεισο με την S.P.

Όταν ο Casey Jones πήγε στον παραδεισο
είπε: “Είμαι ο Casey Jones, ο τύπος που οδηγούσε τα τραίνα της S.P”
“Είσαι ο άνθρωπος μας” είπε ο Πέτρος, “Οι μουσικοί μας απεργούν,
και μπορείς πάντα να βρεις δουλειά σαν απεργοσπάστης”.

(Chorus)
O Casey Jones βρήκε δουλειά στον παράδεισο.
Ο Casey Jones τα κατάφερνε μια χαρά,
Ο Casey Jones έγινε απεργοσπάστης των αγγέλων,
όπως ακριβώς ήταν και για τους εργάτες στην S.P.

Οι άγγελοι μαζεύτηκαν και είπαν ότι δεν είναι δίκαιο
ο Casey Jones να γυρνάει και να σπάει απεργίες παντού.
Το σωματείο των αγγέλων Νο. 23, συμφώνησε και
με προθυμία πέταξαν τον Casey Jones έξω από τον παράδεισο.

(Chorus)
Ο Casey Jones πήγε πετώντας στην κόλαση,
“Casey Jones,” είπε ο Διάβολος, “Α, τέλεια.
Casey Jones, άντε κουνήσου και φτυάριζε θειάφι,
αυτή είναι η ανταμοιβή σου για να σπάς τις απεργίες στην S.P.

To τραγούδι φαινομενικά μοιάζει απλό, η ιστορία “του Casey Jones του απεργοσπάστη που πάει στην κόλαση” αλλά τα σχήματα που χρησιμοποιεί προχωράνε πολύ παραπέρα. Πρώτον, αν δεν διεκδικήσεις καλύτερες συνθήκες εργασίας θα βρεθείς σε κάνα ποτάμι με το τραίνο αγκαλιά. Δεύτερον, ο παράδεισος είναι και αυτός πεδίο ταξικής πάλης: ο Άγιος Πέτρος-αφεντικό, οι άγγελοι-μουσικοί εργάτες, οι οποίοι είναι ήδη οργανωμένοι σε σωματείο. (Παρένθεση εδώ μιας και εισάγει χωρίς να το προσέχει κανείς μιαν αμφισβήτηση στην αστική θέση του καλλιτέχνη ως “πνευματικού ανθρώπου”). Τρίτον, μόνον η κοινή δράση των εργατών (και όχι ο Θεός ή μοίρα ή οι αμαρτίες που θα τιμωρηθούν αντιλήψεις που υποθέτω διακατείχαν πολλούς εργάτες τότε όπως και τώρα) θα στείλει στην κόλαση τους απεργοσπάστες να φτυαρίζουνε θειάφι. Πόσο πιο απλά, αποτελεσματικά και δημιουργικά να την πέσεις στα αφεντικά, στους απεργασπάστες και στη θρησκεία;

Το τραγούδι είναι απλό: με την πρώτη το θυμάσαι. Είναι διασκεδαστικό: σου φτιάχνει το κέφι και μπορείς να το τραγουδάς με άλλους στην περιφρούρηση, σε ένα μάζεμα, σε ένα γλέντι. Θίγει τρία απλά καθημερινά ζητήματα και προωθεί νέες αντιλήψεις στους αγωνιζόμενους εργάτες. Δημιουργεί: νέες ιδέες, νέους τρόπους για να δράσεις, νέες αντιλήψεις, νέους τρόπους να αγωνίζεσαι.

Το «Casey Jones The Union Scab» είναι μια από τις άρρητες τομές στην ιστορία της εργατικής τάξης για να φτιάξει τον εαυτό της σαν τάξη. Μία από τις πολλές. Και κάθεμια τους εξίσου σημαντική.

Σημειώσεις: Η ιστορία του Casey Jones έχει πλείστες όσες αναφορές στη μουσική. Αν τις πιάναμε όλες θα πρεπε να γράψω βιβλίο. Οι μεταφράσεις των τραγουδιών έχουν γίνει λίγο πρόχειρα από εμένα. Τέλος, αφήνω κάποια γενικότερα συμπεράσματα σε σχέση με τη μουσική και την πολιτική αφού έχει κάπως σχηματοποιηθεί μια εικονά στο μυαλό του αναγνώστη.

Hendrix και Ανακρέοντας

Και αν νομίζατε, ότι η πρώτη μας μουσική περιήγηση θα αφορούσε την Διεθνή ή κάποιο ανάλογο τραγούδι θα γελαστείτε, μιας και εδώ θα πιάσουμε να δούμε την ιστορία του εθνικού ύμνου των ΕΠΑ, όπου άμα είναι να ασχοληθούμε με την αμερικάνικη folk θα πρέπει να αρχίσουμε απο την αρχή. Κάντε λοιπόν στην άκρη τις αντιιμπεριαλιστικές σας καταβολές και διαβάστε την πορεία και τη διαδρομή αυτού του τραγουδιού. Πριν προχωρήσουμε όμως λίγο παρακάτω ας κάνουμε μία σύντομη αναφορά στο εξής: στις ΕΠΑ, παρά ίσως την αντίθετη αίσθηση, την οποία μπορεί να έχουμε, υπάρχουν πολύ έντονα και η αντιδραστική παράδοση βασισμένη στις καπιταλιστικές αξίες της ιδιοκτησίας, της εργασίας, της οικογενείας, της πατρίδας αλλά υπάρχει σχεδόν εξίσου και μια βαθιά ριζοσπαστική παράδοση, ριζοσπαστική παράδοση που ξεκινάει από την Αμερική ως δυνατότητα διαφυγής από την καταπιεστική Ευρώπη των πρώτων βιομηχανικών χρόνων, περνάει μέσα από τον δικό τους αντιιμπεριαλιστικό αγώνα ενάντια στο βρετανικό στέμμα και εμπλουτίζεται από μία τεράστια παράδοση κοινωνικών και ταξικών αγώνων. Αυτές οι δύο τάσεις ιστορικά συνυπήρχαν σχεδόν από την αρχή της σύστασης του αμερικανικού «έθνους» ή «κράτους». Οι ΕΠΑ ήταν και είναι ακόμα μία κοινωνία των άκρων: εμπεριείχε την πιο βαθιά υποδούλωση του ανθρώπου ταυτόχρονα με τις πιο άγριες μορφές αυτοδιάθεσης, αυτοοργάνωσης και ελευθερίας. Έχετε αυτό στο νου σας, και ειδικώς και γενικώς.

Ο John Stafford Smith ήταν ένας Άγγλος συνθέτης, μουσικός και πρώιμος μουσικολόγος που γεννήθηκε το 1750 και πέθανε το 1836. Στα μέσα προς τα τέλη του 18ου αιώνα σχηματίζεται στο Λονδίνο ένα άτυπο social club η Anacreontic Society η οποία πήρε το όνομα της από τον Ανακρέοντα, τον αρχαίο λυρικό ποιητή, ο οποίος έγραφε στίχους για τον έρωτα, το κρασί, τις γυναίκες και γενικότερα τραγούδια της τάβλας (όπως θα λέγαμε σήμερα) των αρχαίων συμποσίων δηλαδή. Η Anacreontic Society ωστόσο, εκτός από το να καλύπτει ανάγκες –για να το θέσουμε κομψά- κοινωνικοποιήσης μερικών εύπορων εγγλέζων είχε και σα στόχο την καλλιέργεια της μουσικής παιδείας, και ως εκ τούτου διοργάνωναν και συναυλίες. Τώρα κατα πόσο οι οινοποσίες ήταν η αιτία ή η αφορμή για αυτό δεν μπορούμε να το ξέρουμε αλλά έχει μικρή σημασία. Ο Smith θα γίνει δεκτός, σαν διακεκριμένος μουσικός στο εκκλησιαστικό όργανο, στην Anacreontic Society, και θα συνθέσει τον καταστατικό της ύμνο σε στίχους του τότε προέδρου της Ralph Tomlinson. Έτσι θα συνθεθεί το Anacreontic Song (To Anacreon In Heaven). Το ακούε εδώ:

Το τραγούδι αυτό θα γίνει σύντομα ένα από το πιο γνωστά drinking songs και στις δύο πλευρές του Ατλαντικού. Η μελωδία είναι τέτοια που λειτουργεί σαν τεστ νηφαλιότητας. Αν μπορείς να τραγουδήσεις την επόμενη στροφή, είσαι σε θέση να πιεις ακόμα. Αυτός ο παιγνιώδης χαρακτήρας του, (φανταστείτε τα γέλια των μεθυσμένων όταν κάποιος άλλος μεθυσμένος θα προσπαθήσει να τραγουδήσει ένα τόσο δύσκολο τραγούδι υπο την επήρεια του αλκοόλ).

Κατα τη διάρκεια του πολέμου του 1812 μεταξύ των ΕΠΑ και της Βρετανικής Αυτοκράτορίας, ο οποίος έγινε για να σταματήσει ο επεκτατισμός των ΕΠΑ στην αμερικάνικη ήπειρο, ο Francis Scott Key θα πάει ως απεσταλμένος να διαπραγματευτεί την ανταλλαγή αιχμαλώτων πολέμου. Φεύγοντας από το λιμάνι της Βαλτιμόρης θα επιβιβαστεί στα Βρετανικά πλοία έξω από την πόλη για να συζητήσει με τους Βρετανούς αξιωματούχους. Κατά την διάρκεια της επίσκεψης του όμως, θα μάθει λεπτομέρειες για την επικείμενη επίθεση στην πόλη του και έτσι θα κρατηθεί αιχμάλωτος μέχρι να γίνει η επίθεση. Αιχμάλωτος λοιπόν, παρακολουθεί τον βομβαρδισμό της πόλης του μέχρι το ξημέρωμα για να δει την τελική έκβαση της μάχης, η οποία ήταν νικηφόρα για τους αμυνόμενους. Εκείνο το βράδυ θα γράψει τους πρώτους στίχους του ποιήματος, που θα γίνει αργότερα ο εθνικός ύμνος και αργότερα θα τους συμπληρώσει. Αφού το ολοκλήρωσε το ποίημα το έδωσε στον κουνιάδο του Joseph Nicholson ο οποίος είδε ότι οι στίχοι ταίριαζαν στο Anacreontic Song και το έδωσε σε έναν ανώνυμο τυπογράφο ο οποίος τύπωσε το πρώτο γνωστό broadside. (Τα broadsides ήταν οι πρώτες μορφές διακίνησης και κυκλοφορίας της μουσικής. Ήταν πλατιά φύλλα τυπωμένα σε φτηνό χαρτί, σα να λέμε εφημερίδες τοίχου).

Το τραγούδι σύντομα θα γίνει ιδιαίτερα γνωστό πατριωτικό τραγούδι συνοδεύοντας στρατιωτικές παρελάσεις και εκδηλώσεις αλλά και αθλητικά γεγονότα. Από τα τέλη του 19ου είναι ο επίσημος ύμνος του αμερικάνικου πολεμικού ναυτικού, και το 1931 θα γίνει και επίσημα ο εθνικός ύμνος των ΕΠΑ. Σημείωση: Μέχρι τότε εθνικός ύμνος ήταν το My country ‘tis of thee το οποίο ειρωνικά ήταν βασισμένο στη μελωδία του God save the Queen. Ακόμα η μελωδία του Anacreontic Song ήταν και ο εθνικός ύμνος του Λουξεμβούργου μέχρι το 1895.

Ένα τραγούδι κάποιων πλούσιων μουσικόφιλων εγγλέζων εμπνευσμένο από έναν αρχαίο έλληνα ποιητή, που ταξίδεψε από λιμάνι σε λιμάνι και από καπηλειό σε καπηλειό γίνεται αρχικά πατριωτικό τραγούδι αντίστασης και περηφάνειας και στην συνέχεια ο εθνικός ύμνος ενός από τα πιο ιμπεριαλιστικά και επιθετικά κράτη των τελευταίων δεκαετιών.

Αλλάζουμε ιστορικό πλαίσιο, περνάμε μερικές δεκαετίες και είμαστε στα τέλη της δεκαετίας του ’60. Στο festival του Woodstock ένας μαύρος φορώντας ινδιάνικο τζάκετ με κόκκινη κορδέλα στο κεφάλι, πιάνει την κιθάρα του και διασκευάζει  τον αμερικάνικο εθνικό ύμνο σε ένα σολάρισμα κιθαριστικών παραμορφώσεων που μιμούνταν τους ήχους των αεροπλάνων και των εκρήξεων βομβών… Η εκτέλεση αυτή γίνεται σχεδόν αμέσως σημείο αναφοράς των κινημάτων των ΕΠΑ εκείνης της περιόδου. Ο ίδιος σχετικά με αυτό δήλωσε: «Είμαστε όλοι αμερικάνοι… ήταν σαν το «Πάμε αμερική». Το παίζουμε με τον ίδιο τρόπο που είναι το κλίμα στην Αμερική. Το κλίμα είναι κάπως στατικό στην Αμερική, βλέπετε…». Και μια άλλη φορά όταν κατηγορήθηκε ότι ήταν βλασφημία η εκτέλεση του απάντησε ότι το θεώρησε όμορφο. Νομίζω είναι προφανής η ειρωνία του μαύρου με την ινδιάνικη στολή (οι δύο πιο καταπιεσμένες εθνότητες στην αμερικάνικη ιστορία) να ψυχεδελοποιεί τον εθνικό ύμνο…  Όπως επίσης, το να λέει ότι τα πράγματα ήταν στατικά στην Αμερική το ’68. Ακόμα πιο ειρωνικό γίνεται το θέμα μας αν διαβάσει κανείς τους στίχους του ποιήματος του Scott Key οι οποίοι αναφέρονται στον βομβαρδισμό κάποιων αμυνόμενων που αντιστέκονται… Ποιοί άραγε εκείνη την περίοδο βομβαρδίζοταν ανελέητα; Μήπως οι βιετναμέζοι; Αυτή η μουσική ειρωνία είναι μία πολιτική δήλωση. Πολιτική δήλωση, η οποία δεν είναι απαραίτητα ούτε ρητή ούτε πλήρως συνειδητή, αλλά η οποία διαμορφώνεται μέσα στο ιστορικοπολιτικό πλαίσιο που αυτή γίνεται.

Αν θέλουμε να γίνουμε ακραίοι (που και θέλουμε και είμαστε) θα λέγαμε το εξής: ο Hendrix το πιο πιθανό είναι να είδε τη διασκεύη πιο πολύ μουσικά παρά πολιτικά, ωστόσο τον συγκεκριμένο αυτό χαρακτήρα που πήρε η εκτέλεση του τον πήρε από τα κοινωνικά και πολιτικά κινήματα της περιόδου. Πόσοι άραγε άκουσαν στις παραμορφώσεις του Hendrix τις ναπάλμ της αμερικάνικης αεροπορίας, και πόσοι είδαν «στη σημαία που στεκόταν ακόμα εκεί» την αντίσταση των εγχώριων κινημάτων στον πόλεμο;