Category Archives: Γράμματα από μακριά

Γράμματα από μακριά νο. 004

Ζωή,

Την Ευελπίδων εσυ δεν την έμαθες ποτέ, ουτε καν μάλλον θα πέρασες απο αυτήν τις λίγες φορές που ήρθες Αθήνα. Δεν ξέρω κιόλας, αλλά ναι, δεν την έμαθες. Ίσως να θυμόσουν ότι δούλευα εκεί 5 χρόνια, και τέλος πάντων μετά άλλα 4 δουλεύω στην Πατησίων, και όσο τέλος πάντων όταν δεν δούλευα κάπου στην Πατησιών ή πολύ κοντά της, πάλι εγώ στην Πατησίων δούλευα. ‘Ντάξει, εγώ την έμαθα, χειμώνες, βροχές, ήλιοι, καλοκαίρια, κρύα, ζέστες, κουβάλημα, πολύ κουβάλημα. Κόμματα και πολλές λέξεις στην σειρά. Παλιές ιστορίες, που σιγά κιόλας…

Σήμερα την ξανανέβηκα την Ευελπίδων, είχε ήλιο, φύσαγε και είχε κάτι σύννεφα. Τα συνήθη όλα μαζί δηλαδής. Είχα μια δουλειά εκεί, ξέρεις που και ποια δουλειά είχα. Μην μπαίνουμε τώρα σε λεπτομέρειες. Καθώς πήγαινα είχα αρκετό άγχος και κάποια ένταση και ξέρεις τώρα που κατέφυγα, ναι; (Μα τι λέω; Και συ με δυνατή μουσική κλειδωνόσουνα στο δωμάτιο σου τότε που τσακωνόσουνα με τους γέρους μας και ζητούσες ένα βλέμμα αλληλεγγύης τουλάχιστον από τον μεγάλο σου αδερφό, που πότε στο δινε και πότε όχι… Μετανιωμένα εκείνα τα όχι, και συχωρεμένα βέβαια… αλλά ναι, όχι ήτανε…). Άναψα λοιπόν ένα τσιγάρο, άκουσα το Dirty Old Town (από τους Pogues, ναι;), έπαιρνα βαθιές βρώμικες ανάσες, τέλειωσε το τραγούδι, σκέφτηκα ότι ό,τι και να γίνει εμείς θα έχουμε πάντα εκείνη τη φυσαρμόνικα, αναμαζώχτηκα και κίνησα.

Έξω από το κτήριο 5, ο δικηγόρος μου δεν είχε έρθει ακόμα αλλά οι άλλοι ήταν εκεί: η αρχιρουφιάνα της εταιρείας, ο δαπιτάκος δικηγορίσκος και το αφεντικουλίνι νο 4, ο γιος του μπαμπάκα που πιστεύει ότι ζει σε ένα κόσμο που με τα λεφτά του μπαμπά του και με τον κόπο των υπαλλήλων του μπορεί να γαμάει ασύστολα. Κάθομαι σε ένα παγκάκι και με κοιτάει, έντονα και θυμωμένα. Σηκώνομαι, στρέφομαι προς το μέρος του. Κοιτάει. Τον κοιτάω και γω. Νόμιζε θα με φοβίσει. Ήταν τόσο γαμημένα αστείο. Τόσο γελοίο. Τόσο, μα τόσο ανώριμο… Ξέρεις εεε; Ήθελα να τον πιάσω να αρχίσω να του λέω πόσα πράγματα δεν έχω φοβηθεί στη ζωή μου και πόσο το απόλυτο τίποτα είναι… Αλλά δεν άξιζε ούτε ενα γαμημένο φωνήεν να του απευθύνω. Και γέλασα. Και χαμογέλασα με το πιο ωραίο χαμόγελο μου (που ξέρεις ότι το μισώ γιατί έχω ένα σπασμένο δόντι μπροστά και μου έχει μείνει να μην χαμογελάω και να φαίνονται τα σπασμένα μου δόντια). Αλλά χαμογέλασα, και φάνηκαν τα σπασμένα μου δόντια, μπας και καταλάβει (ναι καλα…) ότι έχουμε μασήσει κοτρώνες και τσιμέντα. Και άντε και γαμήσου γελοίε απο δω ναούμε πρωί πρωί…

Αφού τέλειωσε και αυτό το τσίρκο, κατέβαινα την Ευελπίδων και σκεφτόμουνα ρε Ζωή, ότι δεν είναι τα λεφτά, δεν είναι καν το αίσθημα του δικαίου, δεν είναι καν η ταξική πάλη (εκείνο το πανέμορφο ενίοτε άρρητο πραγμα) και ούτε καν μια όποια δική μου ικανοποίηση ή αυτοπέποιθηση. Ξέρεις τι είναι. Θυμάσαι ναι; Και μη μου πεις «Ωωωρεεεε παιδί τι θυμήθηκες τώρα;» τσαντισμένα και με τέμπο!

Ήσουνα πάλι στα Γιάννενα, τέλη Οκτώβρη, τα γνωστά, είχες ξεμείνει στο νοσοκομείο επειδή οι ναυτεργάτες έκαναν απεργία και δεν μπορουσε κανενας να έρθει γιατί είχατε πάει για δύο μέρες. Και καθόσασταν μαζί με το γέρο μας και απλά περιμένατε να λήξει η απεργία. Με πήρατε τηλέφωνο να ανέβω, είχα έρθει, ήμουνα άφραγκος και έτρωγα τα λεφτά από το τελευταίο επίδομα ανεργίας, έψαχνα δουλειά, ζόρι… Έφτασα, κατεβήκαμε για καφέ, πήγες στο σκατομηχάνημα έβγαλες λεφτά, χωρίς να με ρωτήσεις και μου τα έδωσες. Τα εισητήρια σου μου είπες. Κόλλησα, μου τα έδωσες πιο έντονα, σου πα δε χρειάζεται, θα τα βρω… Μου λες, θα τα πάρεις. Τα πήρα. Και τότε με ένα τρόπο κατάλαβα, οτι πια δεν είχα απέναντι μου την μικρή αδερφή μου που πρέπει, ξέρω γω, να την προσέχουμε, αλλά μια γυναίκα. Βέβαια, εσυ γυναικάρα ήσουνα απο τα 16 σου, το ξερες, το ξερα, και όλος ο κόσμος το ξερε, αλλά ντάξει μπορώ και γω ο μαλάκας να σε βλέπω σαν τη μικρή μου αδερφή όσο θέλω ναι; Έτσι, ρε παιδί μου για το συναίσθημα…

Η απεργία κράτησε μέρες, με το πατέρα δεν γκρινιάξατε ποτέ. Θέλατε να φύγετε. Είχαμε πει: όσο μπορούμε λιγότερο νοσοκομείο. Για το ότι δεν γκρινιάξατε και δε βρίζατε τους απεργούς να ξερετε με κάνατε μοναδικά υπερήφανο εκείνες τις μερες. Με τον πατέρα κάτσαμε κανα δυο φορές και ήπιαμε κάτι κρασιά. Ένιωθε και αυτός οτι η κόρη του έγινε γυναίκα. Ένιωθε και αυτός μια οικογένεια να ανασυντάσσεται με τον τρόπο του. Μιλήσαμε σαν άντρες πια. Ντάξει, έπαψε και αυτός να είναι μπαμπάς μου και γω γιος του. Δηλαδή ρε Ζωή, ευτυχώς δεν ήταν και η μάνα μαζί μας, γιατί πέραν που θα μου λεγες «Να πας ωρέ με τη μάνα σου που εχετε τα ίδια μυαλά» θα μου τσακίζατε και το οιδιπόδειο και άντε μετά να πληρώνουμε και άλλους γιατρούς. Η απεργία δεν τέλειωνε. Κανονίσαμε με κάποια βάρκα, καίκι δεν ξέρω τι σκατά να περάσεις απέναντι. Γύρισες, φύγατε, φύγαμε.

Τι σκατά είναι λοιπόν, όλο αυτό;

Τα λεφτά δεν είναι, τα βρίσκαμε πάντα και συνήθως δεν τα χρειαζόμασταν. Οκ ναι, θέλωνα πάρω ένα ωραίο ακριβό δώρο στο ανήψι, αλλά του τα έχουνε ζαλίσει με τα δώρα. Άλλωστε εγώ το δώρο που θέλω να του κάνω είναι ένα τεράάάάάάάστιο κουτί με χιλιάδες ντόμινο. Σαν αυτό που μου είχε πάρει ο γέρος για να μην κλαίω, όταν μαζί με τη μάνα σας είχαν στείλει με αεροπλάνο στην Αθήνα, και γω καθόμουνα ολομόναχος στο ξύλινο πάτωμα τα εστηνα ένα ένα με τις ώρες και κράταγα για λίγο τη βαριά μπίλια στο χέρι και την άφηνα μετά να τα γκρεμίσει όλα. Έτσι, για την χαρά του να κρατάς εκείνη τη βαριά μεταλλική μπίλια στο χέρι. Έτσι για τη χαρά να τα κάνεις όλα πουταναριό. Έτσι για τη χαρά της μπίλιας.

Tο αίσθημα του δικαίου προφανώς δεν είναι. Εκατομμύρια νόμοι, δικαστές, δικαστήρια, μπάτσοι και δικηγόροι πάνω στον πλανήτη και ψάχνεις να το βρεις με το μικροσκόπιο. Οπότε ναι, άστο.

Η ταξική πάλη δεν είναι φυσικά γιατί μην αναλύσω εδώ τώρα πως πετυχαίνουν νίκες οι ταξικοί αγώνες και τέλος πάντων, προφανώς ούτε η αυτοπεποίθηση μου εξαρτάται από αυτό γιατί ζήτω που καήκαμε.

Εν ολίγοις, Ζωή, στα αλήθεια δεν ξέρω τι είναι. Δεν μπορώ να κατάλαβω τι ακριβώς είναι. Δεν ξέρω από που προέρχεται όλό αυτό. Ίσως να είναι λίγο από όλα, λίγο ξέρω γω τα λεφτά, λίγο η ταξική πάλη για την νγκαύλα της, λίγο ένα κάποιο αίσθημα δικαιοσύνης, λίγο μια προσωπική ικανοποιήση.Ίσως να είναι μόνο το ότι τώρα το μόνο πράγμα που έχω και το μόνο πράγμα που θέλω είναι να σου δώσω μια τεράστια αγκαλιά και ένα τεράστιο φιλί στο μάγουλο και σα μαλάκας που είμαι να νιώσω για λίγο ο μεγάλος σου αδερφός.

Αλλά έτσι πάει.

Και τώρα θα πρέπει να κάνω το μεγάλο θείο, να στήνουμε τα χρωματιστα ντόμινο με το μικρό, να κρατάμε βαριές μπίλιες στα χερια μας και να τις αμολάμε όποτε μας γουστάρει. Δικά μας όλα, και τα ντόμινο, και οι μπίλιες, και ο χρόνος, και ο κόπος, και οι πόλεις απο ψηλά.

Σε φιλώ. Το ξέρεις.

Advertisements

Γράμματα από μακριά νο. 003

Αγαπητέ μου Bill,

θα αναρωτιέσαι και προφανώς δικαιολογημένα τι μπορεί να με έπιασε μετά από τόσο καιρό να κάτσω να γράψω οτιδήποτε. Και εδω μέσα και ειδικά σε σένα. Κατανοητό. Εδώ αναρωτιέμαι και γω. Μπορεί να έφταιγε η Παρασκεύη μετά το Πάσχα, μπορεί να έφταιγε η Κυριακή που πέρασε, μπορεί να έφταιγε που καθόμουνα και μέτραγα τον πλούτο ενός άλλου, μπορεί να έφταιγε ο Ζ. που ήρθε σαν διάολος να σε αναγκάσει να φυλλομετρήσεις πάλι. Αλλά μεταξύ μας, και πολύ ειλικρινώς, βασικά έφταιγε το χθεσινοβραδυνό μου όνειρο. Πάντα τα όνειρα φταίνε. Το ξέρεις.

Πάλι καλά δηλαδή που, στο λίγο χρόνο, που καταφέρνουμε να κοιμόμαστε, βλέπουμε και κάναν άνθρωπο που μας αγάπησε και τον αγαπήσαμε.

Είναι περίεργο πράγμα η μνήμη αγαπητέ μου Bill, και ώρες ώρες νιώθω σαν ένα δέντρο, που στο κορμό μου κάθε χρόνο θα γράψω και απο μία γραμμή, και που κανείς δεν θα μπορέσει να τις διαβάσει παρά μόνο αν με κόψει στη μέση. Μοβόρικο θα πεις, και θανατηφόρο θα σου επισημάνω εγώ. Ναι, ‘νταξ. Δεν τρέχει. Έτσι και αλλιώς, όλος ο κόσμος είναι γεμάτος πτώματα. Τι πειράζει άλλο ένα; Ίσα-ίσα κιόλας, αν σε κόψει το αλυσοπρίονο με σκοπό κάποιος να σε διαβάσει μπορεί να είσαι και τυχερός άνθρωπος. Από το να σε κόβουν για καυσόξυλα στα τζάκια των εξουσίων ή για πάτωμα στα καλογυαλισμένα σαλόνια των ευγενών καλύτερα. Και είναι το λοιπόν, μάλλον, σήμερα μία τέτοια στιγμή. Μία στιγμή όπου το ξύλο γράφει μια γραμμή και αφήνει χώρο για να γραφτεί μια καινούρια. Νιώθεις τη γραμμή πλήρη μέσα σου.

Τι γράφει αυτή η γραμμή, ίσως ρωτήσεις. Να σου πω όμως εδώ κάτι και μεταξύ μας ναι; Δεν μου αρέσουν οι ερωτήσεις, τις σιχαίνομαι. Είναι τα πιο ύπουλα, τα πιο θανατηφόρα, τα πιο ανατρεπτικά, τα πιο εκνευριστικά, τα πιο επιθετικά σχήματα λόγου. Γιατί μπορείς να κάθεσαι όμορφα και ωραία μία στιγμή σε ενα τραπέζι με μπύρες, να νιώθεις πως εχεις στο μυαλό σου ένα ικανοποιητικό ερμηνευτικό σχήμα ικανό να σου δώσει το επόμενο βήμα και να σε κάνει ψιλοβέβαιο και για το μεθεπόμενο, και εκείνη ακριβώς τη στιγμή να έρχεται μια ερώτηση. Απλή. Λιτή. Συγκεκριμένη. Και συ να νιώθεις απλά ότι δεν έχουν νόημα ένα ένα τα βηματάκια, και ότι εκείνη τη στιγμή το μόνο που έχει νόημα είναι να αρχίζεις να χορεύεις, να βγάζουν φτερά τα πόδια σου και να χοροπηδάς πάνω στα σύννεφα, να τα αγκαλιάζεις και να γυρνοβολάς μαζί τους σε έναν ατέλειωτο χορό της βροχής. Και να γίνεσαι εκείνη η βροχή. Και να βρέχει. Να βρέχει να ξεπλύνει, να ποτίσει, να δροσίσει, να καθαρίσει. Τέτοια πράγματα κάνουν οι ερωτήσεις αγαπητέ μου Bill, και για αυτό τις σιχαίνομαι.

Λες ψέμματα, σκέφτεσαι τώρα εσύ, φαίνεται στη φωνή σου και στο μαντολίνο σου, μην κρύβεσαι.

Ναι ρε φίλε, λέω ψέμματα. Πιστεύεις ότι μπορώ να σηκώσω πολλές αλήθειες; Πιστεύεις ότι μπορεί γενικώς ο κόσμος να σηκώσει την αλήθεια; Δεν μπορείς να πεις στο θερμαστή την ώρα που πετάει το κάρβουνο στην ατμομηχανή ότι το τραίνο πάει με μεγαλύτερη ταχύτητα απο αυτήν που φτιάχνεται η γραμμή μπροστά του. Αν του το πεις μπορεί να σε πετάξει και μέσα. Ούτε μπορείς να του το πεις όταν θα βγάλει το κεφάλι του έξω να τον χτυπήσει ο αέρας και να καθαρίσει η μυτη του απο την καρβουνίλα. Θα φας μια φτυαριά στο κεφάλι όλη δική σου, και θα σε πετάξει από το τραίνο κάτω σε καμμιά γκρεμίλα.

Και καμιά φορά μπαίνοντας στη θέση του θερμαστή έχω δίκια να του δώσω. Που ξέρεις εσύ στην τελική, περισσότερα πράγματα για το τραίνο του και τη γραμμή που φτιάχνεται μπροστά του; Που ξέρεις εσύ για τις γραμμές που έχει το ορυκτό κάρβουνο επάνω του και πόσες φορές τις έχει ακολουθήσει στο σκοτάδι; Που ξέρεις εσύ ρε φίλε στην τελική, πώς δέθηκε κάθε γραμμή στον κορμό του θερμάστη; Πως στο διάολο ξέρεις, αν εκείνη η μεγάλη τελεία στο κέντρο του κορμού είναι άδεια τελικά, ή αν είναι είναι μια σπείρα που διαρκώς επεκτείνεται, ή αν είναι ένα φωτεινό άστρο, ή αν είναι ένας υπερκαινοφανής αστέρας, ή αν είναι μια μαυρη τρύπα, ή αν απλά στην τελική δεν είναι παρά ένα στόμα ή μια κωλοτρυπίδα που έχει ανάγκες και επιθυμίες;

Που διάολο τα ξέρεις εσύ όλα αυτά και γυρνάς και ενοχλείς τους θερμαστές των τραίνων την ώρα που ιδρώνουν μες στη ζέστη ή την ώρα που βγάζουν το κεφάλι τους λίγο στον δροσερό αερά;

Με μπρίζωσες τώρα. Για τα καλά. Και θα σε πετάξω πολύ απλά απο το τραίνο.

Τέλος πάντων. Ξέρεις ότι δε θα το κάνω αυτό. Έχεις άλλωστε μια καμπίνα όλη δική σου στο τραίνο το οποίο καταφέρνω και γω να κινήσω, πάνω σε μια γραμμή που δεν ξέρω με τι ταχύτητα φτιάχνεται και αν θα πέσει στο γκρεμό ή θα εκτροχιαστεί ή απλά σε κάποια φάση θα παγώσει το τραίνο γιατί θα βρεθώ σε μια ερημιά χωρίς ίχνος ξυλείας και καρφιών.

Και δεν με νοιάζει να μάθω, και αυτό το επιλέγω. Επιλέγω να μην ξέρω. Δε θέλω να ξέρω. Θα έλεγα εδώ και δεν πρέπει αλλά είναι περίεργοπ το πως οι ανάγκες και οι επιθυμίες χορεύουν στο σκοτάδι. (Και ακόμα πιο περίεργο το πως χορεύουν στο φως). Θέλω μόνο απλά το τραίνο να κρατήσει την ταχύτητα που έχει, να περάσει μέσα από τον ελεεινό τούτο τόπο και να βρεθεί κάποια στιγμή σε έναν άλλο που θα είναι απόλυτα ξένο με οτιδήποτε. Απόλυτα ξένο με οτιδήποτε. Από επιλογή, από υπευθυνότητα, από ευγένεια προς στις υποσχέσεις που δώσαμε 15χρονων στους εαυτούς μας, για τους όρκους που πήραμε πάνω σε γυμνιά κορμιά, για τους πόνους μας πάνω από τάφους, για τα σπασμένα να μας νύχια πάνω σε τοίχους, για τα λερωμένα απο τις αρρώστειες στρώματα και για κάθε στιγμή που γροθιές και καρδιές σφίγγονται και απλώνονται κόντρα στο χώρο και κόντρα στο χρόνο.

Άλλωστε στον κόσμο των αφεντικών θα είμαστε όλοι ξένοι. Όχι επειδή το θέλουν αυτοί. Επειδή το θέλουμε εμείς.

Σε φιλώ,

δικός σου.

βα. αλ.

ΥΓ. Να μου προσέχεις το μαντολίνο σου σκατόγερε.

Γράμματα από μακριά νο. 002

Αδερφέ και φίλε Χρήστο,

(έλα σου ‘χω τραγουδάκι για το ξεκίνημα, άκου κολασμένη μπασογραμμή ρε συ…).

Σου γράφω λίγο γρήγορα και κάτω από την πιέση της αυπνίας και της κούρασης αλλά μόνο εσύ μπορείς να μου πεις μια γνώμη σχετικά με ένα πρόβλημα που από ότι φαίνεται με ταλανίζει εδώ και αρκετό καιρό. Θα μου πεις απο που και ως που θα δώσεις εσύ λύση στο δικό μου πρόβλημα και με πιο ταλέντο σου από όλα. Κοίτα, χωρίς να είμαι συγγραφέας απευθύνομαι σε κάποιον που είναι συγγραφέας για να μου λύσει ένα συγγραφικό πρόβλημα, περίπου με τον ίδιο τρόπο που κάποιος χωρίς να είναι ξυλουργός απευθύνεται σε έναν φίλο του ξυλουργό να του πει τι να κάνει για ένα θέμα που έχει με τις πόρτες ή με τα ντουλάπια ή με τις κάσες. Και η αλήθεια είναι ότι μοιάζει πολύ και με ξυλουργικό το πρόβλημα μου εκτός από συγγραφικό μιας και σχετίζεται και με κάποιου είδους κάσες. Άβολος ρόλος για σένα να μιλάω για κάσες το καταλαβαίνω, αλλά το έχεις ξεπεράσει μετά απο τόσα χρόνια εεε;

Τωρα φαντάζομαι για λόγους προοικονομίας θα πρέπει να συνοψίσω το ερώτημα μου, δυστυχώς όμως δε μπορώ. Θα προσπαθήσω να το περιγράψω. Με δικά μου λόγια.

Καταρχήν ξέρεις πολύ καλά ότι σιχαίνομαι το καλοκαίρι. Όχι ότι το σιχαίνομαι ακριβώς, αλλα ότι το μισώ. Τυφλά, μανιασμένα, εμμονικά. Επίσης φυσικά μισώ και ότι έχει να κάνει με αυτό: τα γυαλιά ηλίου, τον ήλιο, τη ζέστη, τα αντιηλιακά, την άμμο, τα τουριστικά λεωφορεία και τους τουρίστες, τις αφίσες του ΕΟΤ, τα κουκούτσια απο τα ροδάκινα, τις σαγιονάρες, το μαύρισμα, τις πετσέτες θαλάσσης με τα κιτς χρώματα τους και ότι άλλο μπορεί κανείς να συνδυάσει με το καλοκαίρι. Επίσης, μισώ τον Ιούνη, τον Ιούλη, τον Αύγουστο και όλους τους Ρωμαίους αυτοκράτορες καθώς και τα στιχάκια του τραγουδιού “δώδεκα μήνες στη σειράάάά…” της Λιλιπούπολης που αναφέρονται στους συγκεκριμένους μήνες.

Τώρα θα μου πείς και θα ζητήσεις να μάθεις ποιες είναι οι αιτίες όλου αυτού του μίσους μου για το καλοκαίρι… Θα μπορούσα να σου απαντήσω μαρξιστικά και να σου πω ότι από τα δεκαπέντε μου λόγο της τουριστικής βιομηχανίας του νησιού τα καλοκαίρια τα πέρναγα δουλεύοντας. Επίσης, θα μπορούσα να σου πω πάλι με μαρξιστικούς όρους και ολίγη καταστασιακή εσάνς ότι είναι η βαθιά μου απέχθεια προς το τουριστικό προιόν greek summer η οποία τροφοδοτεί με ευφλεκτα υλικά τη φωτιά του μίσους μου. Για πολλά χρόνια ήταν αυτός ο λόγος. Τι σκατά μαρξιστής είμαι άλλωστε αν όλα δεν ανάγονται στις κοινωνικές συνθήκες εεε; Το θέμα με το μίσος αυτό όμως, είναι ότι τώρα ήρθε κι έδεσε και με κάτι άλλο.

Ξέρεις πολυ καλά ότι γράφω. Οτι γενικώς γράφω πάρα πολύ. Εντάξει, δε θέλω εδώ να σου αναλύσω την ψυχολυτρωτική σχέση που έχω με τη γραφή. Αλλά αυτό που δεν ξέρεις και μάλλον ήρθε η ώρα να στο πω με κίνδυνο να γράψω κάτι για αυτό και να αυτοαναιρεθώ εν ριπή οφθαλμού είναι το ότι υπάρχει ένα τεράστιο κομμάτι για το οποίο αρνούμαι συνειδητά να γράψω. Αυτό το κομμάτι είναι τα παιδικά μου χρόνια. Αρνητισμός τελείως όμως… Δε θέλω να πω τίποτα για αυτά στην δημόσια σφαίρα, παρα μόνο ίσως σαν αναφορά. Ξέρεις σαν ένα όνειρο που δεν μπορεί να περιγραφεί.

Ξέρεις όμως ρε φίλε ποιος γαμημένος συνδυασμός έρχεται και κάθεται; Είναι αυτό το γαμημένο εμπόρευμα του greek summer που όλα τείνουν να δένονται πάνω του. Να αποικιοποιούνται οι ζωές μας και οι αναμνήσεις μας απο αυτό το εμπόρευμα. Να μας τις πουλάνε πίσω και μεις να τρέχουμε σα μαλάκες να τις αγοράσουμε. Ξέρεις, όπως η διαφήμιση με την απεριόριστη επικοινωνία των 1500 λεπτών, που τότε που είμασταν μικρά παίρναμε τα ποδήλατα και πηγαίναμε στου διαόλου τη μάνα. Οπότε λέω από τη μια, να κάτσω να γράψω. Να κάτσω να γράψω για την παιδική μου ηλικία. Να κάτσω να γράψω για τα καλοκαίρια μου. Να κάτσω να γράψω για τις λιαστές ντομάτες τις νόνας. Να κάτσω να γράψω για τον πάπου. Να κάτσω να γράψω που δεν φόραγα ποτέ παπούτσια και το Σεπτέμβρη δεν μπορούσα να τα συνηθίσω με τίποτα. Να κάτσω να γράψω για το μπάνιο με το λάστιχο στο χώμα της αυλής. Να κάτσω να γράψω για τα ήσυχα μεσημέρια που άκουγα τα ξύλα στο ταβάνι να τρίζουν. Να κάτσω να γράψω που κυνήγαγα κεντρίνες και σαύρες και έφτιαχνα μικρά τελετουργικά τοτέμ. Να κάτσω να γράψω για τις παρέες μου, τους πετροπόλεμους, τους πρώτους έρωτες και όλα αυτά. Να κάτσω να γράψω για τα μπάνια. Ντάξει στο κάτω κάτω της γράφης, όλα τα παιδιά της ηλικίας μου τα ίδια πράγματα βίωσαν, δεν είναι θέμα πρωτοτυπίας, είναι θέμα προσωπικής ανάμνησης, που όσο κοινές αναφορές να έχει είναι κάτι απόλυτα δικό σου. Ξέρεις όμως τι γίνεται ρε Χρήστο μου; Τρέφονται από μας. Τρέφονται απο τις σάρκες μας. Άθελα μας. Το βγάζουμε έξω μας και αυτοί το αρπάζουν και το κατακρεουργούν. Και συσκευάζουν το κρέας σε ειδική συσκευασία φρεσκάδας. Και πάμε εμείς με κάτι πείνες και σαλιώνουμε τις βιτρίνες και τα τζάμια τους…

Αλλά απέναντι και σε αυτό θα πω εντάξει. Είναι και αυτό μέρος του παιχνδιού του δημόσιου λόγου. Είναι μέρος της ταξικής πάλης. Είναι υπόθεση μας, να μην τους το αφήνουμε να το παίρνουν. Είναι συλλογική υπόθεση να το ξαναπαίρνουμε με τη σειρά μας πίσω και να το μοιράζουμε όπου υπάρχει ανάγκη. Γιατί οι άνθρωποι εκτός από ψωμί θέλουν και κάνα τριαντάφυλλο. Το ξέρεις. Καλά.

Δε σταματά εδώ όμως σε μένα ρε Χρηστάρα. Και εδώ είναι που χοντραίνει το παιχνίδι. Τα δικά μου παιδικά χρόνια, τα δικά μου παιδικά καλοκαίρια, όσο όμορφα και αν ήταν έχουνε μείνει πια πολύ άγρια λειψά. Η μικρή μας συμμορία με τους απόβλητους, τους ανάπηρους και μένα τους αρχηγό και προστάτη έχει αποδεκατιστεί. Ο Σπύρος, που είχε μεσογειακή αναιμία πέθανε εδώ και 15 χρόνια από λευχαιμία. Δεν την πάλεψα ποτέ να πάω στην κηδεία. Πήγα στην κρυψώνα μας και έκλαιγα με τις ώρες. Πήρα τα στενά του χωριού. Κλείστηκα. Και όσο περνούσαν τα χρόνια, έγραφα και ξανάγραφα στο μυαλό μου, τις μικρές μας ασήμαντες ιστορίες. Τα ευτελή μας άπαντα. Κράτησα μια ζώσα μνήμη στο κεφάλι μου.

Η τρίτη της παρέας ήταν η Ζωή. Η αδερφή μου, της οποίας αποτυχημένος κηδεμόνας υπήρξα πάντοτε. Όταν είχαμε μεγαλώσει πια εγώ και η αδερφή μου, μιας και βρισκόμασταν πάντα τα καλοκαίρια στο νησί, πάντα κάποιο βράδυ θα λέγαμε τις μικρές μας παιδικές καφρίλες. Θα γελάγαμε. Θα μιλάγαμε για το Σπύρο στον Ενεστώτα (έτσι με κεφαλαιό αυτοί οι Ενεστώτες). Θα μας έμενε μια θλίψη. Θα πίναμε μια μπύρα. Θα κρατούσαμε ζωντανή την κοινή μας ανάμνηση.

Αλλά όπως ξέρεις, η Ζωή την έκανε. Και είναι το δεύτερο καλοκαίρι που συνειδητοποιώ ότι δεν υπάρχει κανείς πια να μοιραστώ την μνήμη μου, να την διασταυρώσω, να την εμπλουτίσω, να την ομορφύνω. Και οι μνήμες οι δικές μου ρε συ είναι μόνο συλλογικές. Γιατί έτσι γουστάρω να είναι. Γιατί δεν εχει γιατί… ξέρω γω…

Και έτσι μένω με το βάρος μιας μνήμης που δεν μπορώ να την κάνω τίποτα. Δεν μπορώ να τη μοιραστώ, δε θέλω να τη βγάλω προς τα έξω, δεν μπορώ να τη σβήσω.

Δεν μπορώ να τη μοιραστώ γιατί δεν έμεινε κανείς να τη μοιραστώ, δεν θέλω να την βγάλω προς τα έξω γιατί φοβάμαι μην γίνει μέρος του εμπορεύματος greek summer, και δεν μπορώ να τη σβήσω γιατί δεν είμαι ανδροειδές στο Blade Runner, όσο και να ήθελα να πάρω τη Rachel  και να φύγω μακριά.

Το μόνο το οποίο ίσως μπορούσε να βοηθήσει ήταν να πάω σε μια παραλία. Να κάτσω απο το πρωί μέχρι όσο χρειαστεί γυμνός κάτω από τον ήλιο. Να ανοίξει μια τεράστια χαραμάδα στο στήθος μου και σιγά σιγά να βγει από μέσα του μια γυναίκα. Να σκύψει από πάνω μου, να μου πει ότι την λένε Ρέα, να μου αφήσει λίγο αίμα στο πρόσωπο που γρήγορα θα ξεράθει και να περπατήσει προς τη θάλασσα. Να σταματήσει εκεί για λίγο. Να γυρίσει μία προς το μέρος μου και να μου χαμογελάσει. Να χαθώ στο χαμόγελο της και να κοιτάξω το εφηβαίο της. Να γυρίσει και να παρακολουθήσω τις σύντομες σκιές που θα κάνουν τα χέρια στην πλάτη της. Να προσέξω τα μαλλιά της που θα τα κολλάει στο λαιμό της ο αέρας και να χαμογελάω όταν θα βάλει τους αστραγάλους της στο νερό. Και να αρχίσει να κολυμπάει. Με αργές κινήσεις, ενώ εγώ θα χαζεύω ένα μελαχρινό κεφάλι που θα χάνεται σιγά σιγά σε εκείνη τη λεπτή γραμμή όπου το γαλάζιο συγκρούεται με το γαλάζιο.

Δεν μπορώ να σκεφτώ κάτι άλλο, δεν μπορώ να σκεφτώ κάποια λύσις άλλου τύπου… Αυτή η βαρβαρότητα είναι μια κάποια λύσις…

Απλά κουράστηκα να μισώ πια τα καλοκαίρια μου.

Και ρε γαμώτο μου, μάλλον δεν μπορείς πια να προσθέσεις τίποτα…

Σε φιλώ.

βα. αλ.

(έλα και τούτο δω για κλείσιμο, δε θα σου φτιάξει το κέφι ακριβώς αλλά ξορκίζει το κακό, θα συμφωνήσεις μαζί μου ότι οι Triffids είναι η πιο σκοτεινή καλοκαιρινή μπάντα φαντάζομαι)

Γράμματα από μακριά νο. 001

Σύντροφε και φίλε Ιβάν,

έχουμε πάρα πολύ καιρό να μιλήσουμε ή έστω να επικοινωνήσουμε με κάποιο τρόπο και η αλήθεια είναι ότι έχω τύψεις. Ξέρεις πολύ καλά ότι δεν είναι μόνο δικό μου το φταίξιμο καθώς και ότι πάντα υπάρχουν αυτές οι έρμες αντικειμενικές συνθήκες που μας έχουνε φάει τη ζωή και που τελευταία έχουνε αρχίσει να μας φτύνουν κατάμουτρα τα κόκαλα.

Δεν ξέρω από που ακριβώς να ξεκινήσω. Πάνε δέκα χρόνια σχεδόν όπου είχαμε κάτσει μαζί εκείνο το βράδυ του Ιουλίου και ενώ ένας σκοτεινός και πράσινος κόσμος δίπλα μας προσευχόταν εμείς ανοίξαμε δύο μπύρες στρίψαμε τα τσιγάρα μας και είπαμε τις δικές μας προσευχές ενάντια του. Το θυμάσαι μωρέ εκείνο το βράδυ έτσι δεν είναι; Που δεν την πάλευα καθόλου στον ΕΣ, μιας και είμασταν μονίμως χωμένοι με αγγαρείες και σκοπιές…; Που αποφάσισα συζητώντας μαζί σου να πάω να πάρω Ι5; Ε βασικά, εκείνο το χαρτί γιορτάζω μετά από μια δεκαετία και κάθομαι να σου γράψω όλα όσα ακολουθούν. Δέκα χρόνια Ι5 λοιπόν! Να ζήσουμε να τα χαιρόμαστε ρε φίλε.

Πως κύλησε μετά η φάση μου ίσως θα έχεις μάθεις, από κοινούς συντρόφους και φίλους. Γύρισα Ηράκλειο, δούλεψα το καλοκαίρι σε ένα ρεμπετάδικο -καλά ήταν-, μετά έφυγα από κεί για να ανέβω και να ζήσω Αθήνα. Πακετώθηκα λιγάκι. Είχα 200 ευρώ στην τσέπη και δύο σπίτια να με φιλοξενήσουν. Είχα μείνει δύο μήνες στα Ιλίσια σε ένα ημιυπόγειο δυαράκι 40 τμ με δύο συντρόφους και φίλους και ενίοτε την κοπελιά του ενός, μαζεύαμε λεφτά να αγοράσουμε κάνα δύο κιλά πατάτες να τις τηγανίσουμε, αλλά ήταν οκ. Μετά βολεύτηκα στο σπίτι μιας άλλης φίλης που έφυγε για κάνα εξάμηνο ε και μετά λίγο πολύ όλα πήραν το δρόμο τους.

Γνώρισα λίγες γυναίκες. Όμορφες πάντα με το δικό τους τρόπο. Και υπέροχες για τους δικούς μου. Ήταν καλά. Όμορφες στιγμές και πλούσια σε νόημα δώρα… (Ξέρω την αγάπη σου για τα δώρα και να ξέρεις ότι τη συμμερίζομαι). Αλλά τις πλήγωσα και με πληγώσανε. Έτσι πάει. Έτσι πάνε. Και έτσι θα πάνε. Το ξέρεις και αυτό.

Από δουλειές σκατά μωρέ αλλά στα αλήθεια ξέρεις ότι ποτέ δε γνοιάστηκα πραγματικά για αυτές. Να βγαίνουμε, να μπορούμε να κάνουμε πεντέξι πραγματάκια… Χαμάλης ήμουνα, ε και δεν προβλέπεται και κάποια σοβαρή εξέλιξη πάνω στο θέμα. Αν εξάσκησα κάτι όλα αυτά τα χρόνια ήταν το γράψιμο. Όλο και κάτι θα έχεις διαβάσει από όσα έχω γράψει. Ε, και μεταξύ μας, μόνο για αυτό είμαι περήφανος. Και για το ότι δεν πούλησα ούτε μία μου λέξη. Βοηθάει σ’ αυτό είναι η αλήθεια, το γεγονός ότι κανείς δεν θέλει να αγοράσει. Είναι και αυτή μια περίεργου είδους περηφάνεια, στο μοναδικό πράγμα που έχεις εξασκηθεί να σαι ανίκανος να πουληθείς.

Πολιτικά η φάση σίγουρα έμαθες πως πήγε και πως πάει. Δεκέμβρης, Ιούνης, πορείες, διαδηλώσεις, καταλήψεις, ξύλο, δακρυγόνα, τρεξίματα… ‘Ντάξει, ξέρεις ότι ο σύντροφος και φίλος σου ποτέ δεν είχε καμιά σπουδαία πολιτική ματαιοδοξία, πέρα από το να μαζευτεί με μερικές ακόμα σταγόνες καταιγίδας μπας και μαζέψει ένα ποτήρι νερό να το δώσει στην διψασμένη Ιστορία. (Ξέρω γελάς από μέσα σου με τους επαναστατικούς λυρισμούς μου, όπως επίσης ξέρεις ότι κατά βάθος το έγραψα για να γελάσουμε μαζί.) Και  οκ… μετά τις εκλογές μάλλον τον πίνουμε. Βαριέμαι να σου κάνω ανάλυση τώρα και εδώ. Γενικώς βαριέμαι λίγο να σου πω την αλήθεια, τις πολιτικές αναλύσεις πια. Χρειάζονται, έχουνε νόημα, είναι απαραίτητες… απλά εγώ νιώθω ανίκανος να κάτσω να τις κάνω…

Τα προσωπικά ζόρια μου ψυλλιάζομαι και αυτά τα έμαθες. Φαντάζομαι θα σεβαστείς το γεγονός ότι δεν θέλω πάλι να κάτσω να γράψω… Όλα μέσα σε αυτή τη ρημάδα τη ζωή είναι, κακοτυχίες και καλοτυχίες. Το αποδέχεσαι κάποια στιγμή. Αναγκαστικά. Χαίρομαι που το κορίτσι μου έφυγε πάντως με μια τεράστια μεγαλοπρεπέστατη πορδή. Είναι το μόνο που αξίζει αυτός ο κόσμος. Κάποιες άλλες λεπτομέρειες και στην ανικανότητα μου μάλλον να το διαχειριστώ σωστά από κοντά. Με παγωμένες μπύρες. Ναι;

Τι άλλο;

Όχι πολλά. Η φάση γαμιέται γενικώς και ειδικώς. Θα μαθαίνεις φαντάζομαι τι γίνεται στον κόσμο… Στις Τουρκίες, στις Βραζιλίες και στις Αιγύπτους. Εδώ μια από τα ίδια λίγο πολύ. Στην καλύτερη πήζουμε στις αριστερές μαλακίες. Να όπως τώρα που ο Σακκάς κάνει την απεργία πείνας και έχουν βαλθεί όλοι να τον κάνουν θύμα και ήρωα ταυτόχρονα. Άντε να κάτσεις να εξηγήσεις σε αριστερό γιατί οι επαναστάτες δεν είναι ούτε θύματα ούτε ήρωες. Και άντε να κάτσεις να εξηγήσεις ότι το παλικάρι μάλλον χέστηκε για την δικαιοσύνη τους, αριστερή ή δεξιά… Αυτό και αν με κούρασε, αν και η αλήθεια είναι ότι ποτέ έτσι και αλλιώς δεν είχα καμιά τρομερή ικανότητα συζήτησης με αριστερούς.

Εν ολίγοις καλέ μου σύντροφε και φίλε Ιβάν: καταλαβαίνω τα νεύρα σου που σε θυμήθηκα δέκα ολόκληρα χρόνια μετά, ίδιον και αυτό της κραυγαλέας πια, ανικανότητας μου σε διάφορους τομείς. Ξέρω όμως ότι θα με συγχωρέσεις άλλωστε μετά τη σύλληψη στα Πέντε Μπιλιάρδα και τον εγκλεισμό σου ο χρόνος ποτέ δεν είχε για σένα μεγάλη σημασία.

Ίσως ούτε και για μένα…

Θα κάτσουμε λοιπόν, και φέτος το καλοκαίρι πάνω από μια πόλη το βράδυ, να ανοίξουμε τις μπύρες μας και να καπνίσουμε τα τσιγάρα μας και να βάλουμε να παίζει τέρμα, όπως και τότε αυτό εδώ το τραγούδι;

Έχω μια απίστευτη λαχτάρα να παραμείνω ανίκανος τουλάχιστον άλλη μια δεκαετία.

Εναγκαλισμοί και ασπασμοί.

Δικός σου,

βα. αλ.