Γράμματα από μακριά νο. 004

Ζωή,

Την Ευελπίδων εσυ δεν την έμαθες ποτέ, ουτε καν μάλλον θα πέρασες απο αυτήν τις λίγες φορές που ήρθες Αθήνα. Δεν ξέρω κιόλας, αλλά ναι, δεν την έμαθες. Ίσως να θυμόσουν ότι δούλευα εκεί 5 χρόνια, και τέλος πάντων μετά άλλα 4 δουλεύω στην Πατησίων, και όσο τέλος πάντων όταν δεν δούλευα κάπου στην Πατησιών ή πολύ κοντά της, πάλι εγώ στην Πατησίων δούλευα. ‘Ντάξει, εγώ την έμαθα, χειμώνες, βροχές, ήλιοι, καλοκαίρια, κρύα, ζέστες, κουβάλημα, πολύ κουβάλημα. Κόμματα και πολλές λέξεις στην σειρά. Παλιές ιστορίες, που σιγά κιόλας…

Σήμερα την ξανανέβηκα την Ευελπίδων, είχε ήλιο, φύσαγε και είχε κάτι σύννεφα. Τα συνήθη όλα μαζί δηλαδής. Είχα μια δουλειά εκεί, ξέρεις που και ποια δουλειά είχα. Μην μπαίνουμε τώρα σε λεπτομέρειες. Καθώς πήγαινα είχα αρκετό άγχος και κάποια ένταση και ξέρεις τώρα που κατέφυγα, ναι; (Μα τι λέω; Και συ με δυνατή μουσική κλειδωνόσουνα στο δωμάτιο σου τότε που τσακωνόσουνα με τους γέρους μας και ζητούσες ένα βλέμμα αλληλεγγύης τουλάχιστον από τον μεγάλο σου αδερφό, που πότε στο δινε και πότε όχι… Μετανιωμένα εκείνα τα όχι, και συχωρεμένα βέβαια… αλλά ναι, όχι ήτανε…). Άναψα λοιπόν ένα τσιγάρο, άκουσα το Dirty Old Town (από τους Pogues, ναι;), έπαιρνα βαθιές βρώμικες ανάσες, τέλειωσε το τραγούδι, σκέφτηκα ότι ό,τι και να γίνει εμείς θα έχουμε πάντα εκείνη τη φυσαρμόνικα, αναμαζώχτηκα και κίνησα.

Έξω από το κτήριο 5, ο δικηγόρος μου δεν είχε έρθει ακόμα αλλά οι άλλοι ήταν εκεί: η αρχιρουφιάνα της εταιρείας, ο δαπιτάκος δικηγορίσκος και το αφεντικουλίνι νο 4, ο γιος του μπαμπάκα που πιστεύει ότι ζει σε ένα κόσμο που με τα λεφτά του μπαμπά του και με τον κόπο των υπαλλήλων του μπορεί να γαμάει ασύστολα. Κάθομαι σε ένα παγκάκι και με κοιτάει, έντονα και θυμωμένα. Σηκώνομαι, στρέφομαι προς το μέρος του. Κοιτάει. Τον κοιτάω και γω. Νόμιζε θα με φοβίσει. Ήταν τόσο γαμημένα αστείο. Τόσο γελοίο. Τόσο, μα τόσο ανώριμο… Ξέρεις εεε; Ήθελα να τον πιάσω να αρχίσω να του λέω πόσα πράγματα δεν έχω φοβηθεί στη ζωή μου και πόσο το απόλυτο τίποτα είναι… Αλλά δεν άξιζε ούτε ενα γαμημένο φωνήεν να του απευθύνω. Και γέλασα. Και χαμογέλασα με το πιο ωραίο χαμόγελο μου (που ξέρεις ότι το μισώ γιατί έχω ένα σπασμένο δόντι μπροστά και μου έχει μείνει να μην χαμογελάω και να φαίνονται τα σπασμένα μου δόντια). Αλλά χαμογέλασα, και φάνηκαν τα σπασμένα μου δόντια, μπας και καταλάβει (ναι καλα…) ότι έχουμε μασήσει κοτρώνες και τσιμέντα. Και άντε και γαμήσου γελοίε απο δω ναούμε πρωί πρωί…

Αφού τέλειωσε και αυτό το τσίρκο, κατέβαινα την Ευελπίδων και σκεφτόμουνα ρε Ζωή, ότι δεν είναι τα λεφτά, δεν είναι καν το αίσθημα του δικαίου, δεν είναι καν η ταξική πάλη (εκείνο το πανέμορφο ενίοτε άρρητο πραγμα) και ούτε καν μια όποια δική μου ικανοποίηση ή αυτοπέποιθηση. Ξέρεις τι είναι. Θυμάσαι ναι; Και μη μου πεις «Ωωωρεεεε παιδί τι θυμήθηκες τώρα;» τσαντισμένα και με τέμπο!

Ήσουνα πάλι στα Γιάννενα, τέλη Οκτώβρη, τα γνωστά, είχες ξεμείνει στο νοσοκομείο επειδή οι ναυτεργάτες έκαναν απεργία και δεν μπορουσε κανενας να έρθει γιατί είχατε πάει για δύο μέρες. Και καθόσασταν μαζί με το γέρο μας και απλά περιμένατε να λήξει η απεργία. Με πήρατε τηλέφωνο να ανέβω, είχα έρθει, ήμουνα άφραγκος και έτρωγα τα λεφτά από το τελευταίο επίδομα ανεργίας, έψαχνα δουλειά, ζόρι… Έφτασα, κατεβήκαμε για καφέ, πήγες στο σκατομηχάνημα έβγαλες λεφτά, χωρίς να με ρωτήσεις και μου τα έδωσες. Τα εισητήρια σου μου είπες. Κόλλησα, μου τα έδωσες πιο έντονα, σου πα δε χρειάζεται, θα τα βρω… Μου λες, θα τα πάρεις. Τα πήρα. Και τότε με ένα τρόπο κατάλαβα, οτι πια δεν είχα απέναντι μου την μικρή αδερφή μου που πρέπει, ξέρω γω, να την προσέχουμε, αλλά μια γυναίκα. Βέβαια, εσυ γυναικάρα ήσουνα απο τα 16 σου, το ξερες, το ξερα, και όλος ο κόσμος το ξερε, αλλά ντάξει μπορώ και γω ο μαλάκας να σε βλέπω σαν τη μικρή μου αδερφή όσο θέλω ναι; Έτσι, ρε παιδί μου για το συναίσθημα…

Η απεργία κράτησε μέρες, με το πατέρα δεν γκρινιάξατε ποτέ. Θέλατε να φύγετε. Είχαμε πει: όσο μπορούμε λιγότερο νοσοκομείο. Για το ότι δεν γκρινιάξατε και δε βρίζατε τους απεργούς να ξερετε με κάνατε μοναδικά υπερήφανο εκείνες τις μερες. Με τον πατέρα κάτσαμε κανα δυο φορές και ήπιαμε κάτι κρασιά. Ένιωθε και αυτός οτι η κόρη του έγινε γυναίκα. Ένιωθε και αυτός μια οικογένεια να ανασυντάσσεται με τον τρόπο του. Μιλήσαμε σαν άντρες πια. Ντάξει, έπαψε και αυτός να είναι μπαμπάς μου και γω γιος του. Δηλαδή ρε Ζωή, ευτυχώς δεν ήταν και η μάνα μαζί μας, γιατί πέραν που θα μου λεγες «Να πας ωρέ με τη μάνα σου που εχετε τα ίδια μυαλά» θα μου τσακίζατε και το οιδιπόδειο και άντε μετά να πληρώνουμε και άλλους γιατρούς. Η απεργία δεν τέλειωνε. Κανονίσαμε με κάποια βάρκα, καίκι δεν ξέρω τι σκατά να περάσεις απέναντι. Γύρισες, φύγατε, φύγαμε.

Τι σκατά είναι λοιπόν, όλο αυτό;

Τα λεφτά δεν είναι, τα βρίσκαμε πάντα και συνήθως δεν τα χρειαζόμασταν. Οκ ναι, θέλωνα πάρω ένα ωραίο ακριβό δώρο στο ανήψι, αλλά του τα έχουνε ζαλίσει με τα δώρα. Άλλωστε εγώ το δώρο που θέλω να του κάνω είναι ένα τεράάάάάάάστιο κουτί με χιλιάδες ντόμινο. Σαν αυτό που μου είχε πάρει ο γέρος για να μην κλαίω, όταν μαζί με τη μάνα σας είχαν στείλει με αεροπλάνο στην Αθήνα, και γω καθόμουνα ολομόναχος στο ξύλινο πάτωμα τα εστηνα ένα ένα με τις ώρες και κράταγα για λίγο τη βαριά μπίλια στο χέρι και την άφηνα μετά να τα γκρεμίσει όλα. Έτσι, για την χαρά του να κρατάς εκείνη τη βαριά μεταλλική μπίλια στο χέρι. Έτσι για τη χαρά να τα κάνεις όλα πουταναριό. Έτσι για τη χαρά της μπίλιας.

Tο αίσθημα του δικαίου προφανώς δεν είναι. Εκατομμύρια νόμοι, δικαστές, δικαστήρια, μπάτσοι και δικηγόροι πάνω στον πλανήτη και ψάχνεις να το βρεις με το μικροσκόπιο. Οπότε ναι, άστο.

Η ταξική πάλη δεν είναι φυσικά γιατί μην αναλύσω εδώ τώρα πως πετυχαίνουν νίκες οι ταξικοί αγώνες και τέλος πάντων, προφανώς ούτε η αυτοπεποίθηση μου εξαρτάται από αυτό γιατί ζήτω που καήκαμε.

Εν ολίγοις, Ζωή, στα αλήθεια δεν ξέρω τι είναι. Δεν μπορώ να κατάλαβω τι ακριβώς είναι. Δεν ξέρω από που προέρχεται όλό αυτό. Ίσως να είναι λίγο από όλα, λίγο ξέρω γω τα λεφτά, λίγο η ταξική πάλη για την νγκαύλα της, λίγο ένα κάποιο αίσθημα δικαιοσύνης, λίγο μια προσωπική ικανοποιήση.Ίσως να είναι μόνο το ότι τώρα το μόνο πράγμα που έχω και το μόνο πράγμα που θέλω είναι να σου δώσω μια τεράστια αγκαλιά και ένα τεράστιο φιλί στο μάγουλο και σα μαλάκας που είμαι να νιώσω για λίγο ο μεγάλος σου αδερφός.

Αλλά έτσι πάει.

Και τώρα θα πρέπει να κάνω το μεγάλο θείο, να στήνουμε τα χρωματιστα ντόμινο με το μικρό, να κρατάμε βαριές μπίλιες στα χερια μας και να τις αμολάμε όποτε μας γουστάρει. Δικά μας όλα, και τα ντόμινο, και οι μπίλιες, και ο χρόνος, και ο κόπος, και οι πόλεις απο ψηλά.

Σε φιλώ. Το ξέρεις.

Advertisements

2 thoughts on “Γράμματα από μακριά νο. 004

  1. automatticksubject 27/10/2014 στο 19:59 Reply

    μας γάμησες

  2. βα.αλ. 27/10/2014 στο 23:44 Reply

    Υπερβαλλετε…

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

Αρέσει σε %d bloggers: