Γράμματα από μακριά νο. 002

Αδερφέ και φίλε Χρήστο,

(έλα σου ‘χω τραγουδάκι για το ξεκίνημα, άκου κολασμένη μπασογραμμή ρε συ…).

Σου γράφω λίγο γρήγορα και κάτω από την πιέση της αυπνίας και της κούρασης αλλά μόνο εσύ μπορείς να μου πεις μια γνώμη σχετικά με ένα πρόβλημα που από ότι φαίνεται με ταλανίζει εδώ και αρκετό καιρό. Θα μου πεις απο που και ως που θα δώσεις εσύ λύση στο δικό μου πρόβλημα και με πιο ταλέντο σου από όλα. Κοίτα, χωρίς να είμαι συγγραφέας απευθύνομαι σε κάποιον που είναι συγγραφέας για να μου λύσει ένα συγγραφικό πρόβλημα, περίπου με τον ίδιο τρόπο που κάποιος χωρίς να είναι ξυλουργός απευθύνεται σε έναν φίλο του ξυλουργό να του πει τι να κάνει για ένα θέμα που έχει με τις πόρτες ή με τα ντουλάπια ή με τις κάσες. Και η αλήθεια είναι ότι μοιάζει πολύ και με ξυλουργικό το πρόβλημα μου εκτός από συγγραφικό μιας και σχετίζεται και με κάποιου είδους κάσες. Άβολος ρόλος για σένα να μιλάω για κάσες το καταλαβαίνω, αλλά το έχεις ξεπεράσει μετά απο τόσα χρόνια εεε;

Τωρα φαντάζομαι για λόγους προοικονομίας θα πρέπει να συνοψίσω το ερώτημα μου, δυστυχώς όμως δε μπορώ. Θα προσπαθήσω να το περιγράψω. Με δικά μου λόγια.

Καταρχήν ξέρεις πολύ καλά ότι σιχαίνομαι το καλοκαίρι. Όχι ότι το σιχαίνομαι ακριβώς, αλλα ότι το μισώ. Τυφλά, μανιασμένα, εμμονικά. Επίσης φυσικά μισώ και ότι έχει να κάνει με αυτό: τα γυαλιά ηλίου, τον ήλιο, τη ζέστη, τα αντιηλιακά, την άμμο, τα τουριστικά λεωφορεία και τους τουρίστες, τις αφίσες του ΕΟΤ, τα κουκούτσια απο τα ροδάκινα, τις σαγιονάρες, το μαύρισμα, τις πετσέτες θαλάσσης με τα κιτς χρώματα τους και ότι άλλο μπορεί κανείς να συνδυάσει με το καλοκαίρι. Επίσης, μισώ τον Ιούνη, τον Ιούλη, τον Αύγουστο και όλους τους Ρωμαίους αυτοκράτορες καθώς και τα στιχάκια του τραγουδιού “δώδεκα μήνες στη σειράάάά…” της Λιλιπούπολης που αναφέρονται στους συγκεκριμένους μήνες.

Τώρα θα μου πείς και θα ζητήσεις να μάθεις ποιες είναι οι αιτίες όλου αυτού του μίσους μου για το καλοκαίρι… Θα μπορούσα να σου απαντήσω μαρξιστικά και να σου πω ότι από τα δεκαπέντε μου λόγο της τουριστικής βιομηχανίας του νησιού τα καλοκαίρια τα πέρναγα δουλεύοντας. Επίσης, θα μπορούσα να σου πω πάλι με μαρξιστικούς όρους και ολίγη καταστασιακή εσάνς ότι είναι η βαθιά μου απέχθεια προς το τουριστικό προιόν greek summer η οποία τροφοδοτεί με ευφλεκτα υλικά τη φωτιά του μίσους μου. Για πολλά χρόνια ήταν αυτός ο λόγος. Τι σκατά μαρξιστής είμαι άλλωστε αν όλα δεν ανάγονται στις κοινωνικές συνθήκες εεε; Το θέμα με το μίσος αυτό όμως, είναι ότι τώρα ήρθε κι έδεσε και με κάτι άλλο.

Ξέρεις πολυ καλά ότι γράφω. Οτι γενικώς γράφω πάρα πολύ. Εντάξει, δε θέλω εδώ να σου αναλύσω την ψυχολυτρωτική σχέση που έχω με τη γραφή. Αλλά αυτό που δεν ξέρεις και μάλλον ήρθε η ώρα να στο πω με κίνδυνο να γράψω κάτι για αυτό και να αυτοαναιρεθώ εν ριπή οφθαλμού είναι το ότι υπάρχει ένα τεράστιο κομμάτι για το οποίο αρνούμαι συνειδητά να γράψω. Αυτό το κομμάτι είναι τα παιδικά μου χρόνια. Αρνητισμός τελείως όμως… Δε θέλω να πω τίποτα για αυτά στην δημόσια σφαίρα, παρα μόνο ίσως σαν αναφορά. Ξέρεις σαν ένα όνειρο που δεν μπορεί να περιγραφεί.

Ξέρεις όμως ρε φίλε ποιος γαμημένος συνδυασμός έρχεται και κάθεται; Είναι αυτό το γαμημένο εμπόρευμα του greek summer που όλα τείνουν να δένονται πάνω του. Να αποικιοποιούνται οι ζωές μας και οι αναμνήσεις μας απο αυτό το εμπόρευμα. Να μας τις πουλάνε πίσω και μεις να τρέχουμε σα μαλάκες να τις αγοράσουμε. Ξέρεις, όπως η διαφήμιση με την απεριόριστη επικοινωνία των 1500 λεπτών, που τότε που είμασταν μικρά παίρναμε τα ποδήλατα και πηγαίναμε στου διαόλου τη μάνα. Οπότε λέω από τη μια, να κάτσω να γράψω. Να κάτσω να γράψω για την παιδική μου ηλικία. Να κάτσω να γράψω για τα καλοκαίρια μου. Να κάτσω να γράψω για τις λιαστές ντομάτες τις νόνας. Να κάτσω να γράψω για τον πάπου. Να κάτσω να γράψω που δεν φόραγα ποτέ παπούτσια και το Σεπτέμβρη δεν μπορούσα να τα συνηθίσω με τίποτα. Να κάτσω να γράψω για το μπάνιο με το λάστιχο στο χώμα της αυλής. Να κάτσω να γράψω για τα ήσυχα μεσημέρια που άκουγα τα ξύλα στο ταβάνι να τρίζουν. Να κάτσω να γράψω που κυνήγαγα κεντρίνες και σαύρες και έφτιαχνα μικρά τελετουργικά τοτέμ. Να κάτσω να γράψω για τις παρέες μου, τους πετροπόλεμους, τους πρώτους έρωτες και όλα αυτά. Να κάτσω να γράψω για τα μπάνια. Ντάξει στο κάτω κάτω της γράφης, όλα τα παιδιά της ηλικίας μου τα ίδια πράγματα βίωσαν, δεν είναι θέμα πρωτοτυπίας, είναι θέμα προσωπικής ανάμνησης, που όσο κοινές αναφορές να έχει είναι κάτι απόλυτα δικό σου. Ξέρεις όμως τι γίνεται ρε Χρήστο μου; Τρέφονται από μας. Τρέφονται απο τις σάρκες μας. Άθελα μας. Το βγάζουμε έξω μας και αυτοί το αρπάζουν και το κατακρεουργούν. Και συσκευάζουν το κρέας σε ειδική συσκευασία φρεσκάδας. Και πάμε εμείς με κάτι πείνες και σαλιώνουμε τις βιτρίνες και τα τζάμια τους…

Αλλά απέναντι και σε αυτό θα πω εντάξει. Είναι και αυτό μέρος του παιχνδιού του δημόσιου λόγου. Είναι μέρος της ταξικής πάλης. Είναι υπόθεση μας, να μην τους το αφήνουμε να το παίρνουν. Είναι συλλογική υπόθεση να το ξαναπαίρνουμε με τη σειρά μας πίσω και να το μοιράζουμε όπου υπάρχει ανάγκη. Γιατί οι άνθρωποι εκτός από ψωμί θέλουν και κάνα τριαντάφυλλο. Το ξέρεις. Καλά.

Δε σταματά εδώ όμως σε μένα ρε Χρηστάρα. Και εδώ είναι που χοντραίνει το παιχνίδι. Τα δικά μου παιδικά χρόνια, τα δικά μου παιδικά καλοκαίρια, όσο όμορφα και αν ήταν έχουνε μείνει πια πολύ άγρια λειψά. Η μικρή μας συμμορία με τους απόβλητους, τους ανάπηρους και μένα τους αρχηγό και προστάτη έχει αποδεκατιστεί. Ο Σπύρος, που είχε μεσογειακή αναιμία πέθανε εδώ και 15 χρόνια από λευχαιμία. Δεν την πάλεψα ποτέ να πάω στην κηδεία. Πήγα στην κρυψώνα μας και έκλαιγα με τις ώρες. Πήρα τα στενά του χωριού. Κλείστηκα. Και όσο περνούσαν τα χρόνια, έγραφα και ξανάγραφα στο μυαλό μου, τις μικρές μας ασήμαντες ιστορίες. Τα ευτελή μας άπαντα. Κράτησα μια ζώσα μνήμη στο κεφάλι μου.

Η τρίτη της παρέας ήταν η Ζωή. Η αδερφή μου, της οποίας αποτυχημένος κηδεμόνας υπήρξα πάντοτε. Όταν είχαμε μεγαλώσει πια εγώ και η αδερφή μου, μιας και βρισκόμασταν πάντα τα καλοκαίρια στο νησί, πάντα κάποιο βράδυ θα λέγαμε τις μικρές μας παιδικές καφρίλες. Θα γελάγαμε. Θα μιλάγαμε για το Σπύρο στον Ενεστώτα (έτσι με κεφαλαιό αυτοί οι Ενεστώτες). Θα μας έμενε μια θλίψη. Θα πίναμε μια μπύρα. Θα κρατούσαμε ζωντανή την κοινή μας ανάμνηση.

Αλλά όπως ξέρεις, η Ζωή την έκανε. Και είναι το δεύτερο καλοκαίρι που συνειδητοποιώ ότι δεν υπάρχει κανείς πια να μοιραστώ την μνήμη μου, να την διασταυρώσω, να την εμπλουτίσω, να την ομορφύνω. Και οι μνήμες οι δικές μου ρε συ είναι μόνο συλλογικές. Γιατί έτσι γουστάρω να είναι. Γιατί δεν εχει γιατί… ξέρω γω…

Και έτσι μένω με το βάρος μιας μνήμης που δεν μπορώ να την κάνω τίποτα. Δεν μπορώ να τη μοιραστώ, δε θέλω να τη βγάλω προς τα έξω, δεν μπορώ να τη σβήσω.

Δεν μπορώ να τη μοιραστώ γιατί δεν έμεινε κανείς να τη μοιραστώ, δεν θέλω να την βγάλω προς τα έξω γιατί φοβάμαι μην γίνει μέρος του εμπορεύματος greek summer, και δεν μπορώ να τη σβήσω γιατί δεν είμαι ανδροειδές στο Blade Runner, όσο και να ήθελα να πάρω τη Rachel  και να φύγω μακριά.

Το μόνο το οποίο ίσως μπορούσε να βοηθήσει ήταν να πάω σε μια παραλία. Να κάτσω απο το πρωί μέχρι όσο χρειαστεί γυμνός κάτω από τον ήλιο. Να ανοίξει μια τεράστια χαραμάδα στο στήθος μου και σιγά σιγά να βγει από μέσα του μια γυναίκα. Να σκύψει από πάνω μου, να μου πει ότι την λένε Ρέα, να μου αφήσει λίγο αίμα στο πρόσωπο που γρήγορα θα ξεράθει και να περπατήσει προς τη θάλασσα. Να σταματήσει εκεί για λίγο. Να γυρίσει μία προς το μέρος μου και να μου χαμογελάσει. Να χαθώ στο χαμόγελο της και να κοιτάξω το εφηβαίο της. Να γυρίσει και να παρακολουθήσω τις σύντομες σκιές που θα κάνουν τα χέρια στην πλάτη της. Να προσέξω τα μαλλιά της που θα τα κολλάει στο λαιμό της ο αέρας και να χαμογελάω όταν θα βάλει τους αστραγάλους της στο νερό. Και να αρχίσει να κολυμπάει. Με αργές κινήσεις, ενώ εγώ θα χαζεύω ένα μελαχρινό κεφάλι που θα χάνεται σιγά σιγά σε εκείνη τη λεπτή γραμμή όπου το γαλάζιο συγκρούεται με το γαλάζιο.

Δεν μπορώ να σκεφτώ κάτι άλλο, δεν μπορώ να σκεφτώ κάποια λύσις άλλου τύπου… Αυτή η βαρβαρότητα είναι μια κάποια λύσις…

Απλά κουράστηκα να μισώ πια τα καλοκαίρια μου.

Και ρε γαμώτο μου, μάλλον δεν μπορείς πια να προσθέσεις τίποτα…

Σε φιλώ.

βα. αλ.

(έλα και τούτο δω για κλείσιμο, δε θα σου φτιάξει το κέφι ακριβώς αλλά ξορκίζει το κακό, θα συμφωνήσεις μαζί μου ότι οι Triffids είναι η πιο σκοτεινή καλοκαιρινή μπάντα φαντάζομαι)

Advertisements

Tagged:

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

Αρέσει σε %d bloggers: